Νέα δεδομένα έχουν προκύψει για το δυστύχημα που σημειώθηκε στην Ψάθα με δύο ελικόπτερα που μετείχαν στην επιχείρηση κατάσβεσης της μεγάλης πυρκαγιάς να συγκρούονται στον αέρα και να παρασύρουν στον θάνατο τον Έλληνα συντονιστή και τον Δανό χειριστή ενός εξ αυτών.
Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της προανάκρισης που διενεργεί η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, συνεχίζεται η συλλογή στοιχείων και μέχρι στιγμής, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, έχουν ληφθεί τουλάχιστον 15 καταθέσεις για την υπόθεση.
Την ευθύνη για τον συντονισμό των εναέριων μέσων στην περιοχή της Ψάθας, όπου σημειώθηκε το δυστύχημα, είχε αναλάβει ανώτατο στέλεχος της Πυροσβεστικής. Ο ίδιος συντόνιζε από το έδαφος τις κινήσεις των ελικοπτέρων.
Όμως, περίπου 15 λεπτά πριν από τη μοιραία σύγκρουση, φέρεται να εγκατέλειψε την περιοχή, καθώς κλήθηκε να διαχειριστεί μια αναζωπύρωση της φωτιάς σε ένα άλλο σημείο. Βάσει πρωτοκόλου της Πυροσβεστικής, μετά την αποχώρησή του ο συντονισμός των εναέριων δυνάμεων μεταβιβάστηκε στον εναέριο συντονιστή.
Και εκείνος όμως, επιχειρούσε από άλλο σημείο, στα Βίλια, με αποτέλεσμα να μην έχει άμεση οπτική εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε στην Ψάθα.
Στο μεταξύ έχουν ληφθεί καταθέσεις από επιτελείς, πυροσβέστες αλλά και κάτοικους της περιοχή, από τον Βρετανό κυβερνήτη του ενός ελικοπτέρου, καθώς και από τον Έλληνα μεταφραστή που βρισκόταν μαζί του στο ίδιο αεροσκάφος κατά την επιχείρηση.
Δεν είχαν οπτική επαφή
Σύμφωνα με τις καταθέσεις τους, ο Βρετανός χειριστής και ο Έλληνας μεταφραστής υποστηρίζουν ότι δεν είχαν οπτική επαφή με το ελικόπτερο με το οποίο τελικά συγκρούστηκαν.
Όπως φέρεται να ανέφεραν, τη στιγμή της πρόσκρουσης πίστεψαν ότι πιθανότατα είχαν παρασύρει καλώδια ηλεκτροδότησης. Παράλληλα, υποστήριξαν ότι ακολουθούσαν ένα άλλο, προπορευόμενο ελικόπτερο και ότι επιχειρούσαν ως μέρος σχηματισμού.
Το κρίσιμο ερώτημα που καλούνται πλέον να απαντήσουν οι Αρχές είναι εάν και πότε ενημερώθηκαν τα πληρώματα για την παρουσία του τρίτου ελικοπτέρου στον συγκεκριμένο σχηματισμό.
Υπάρχει, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, αναφορά ότι το τρίτο ελικόπτερο είχε ενημερώσει τον ευρύτερο σχηματισμό πως βρισκόταν στην περιοχή. Δεν έχει ωστόσο αποσαφηνιστεί πότε ακριβώς έγινε αυτή η ενημέρωση και κυρίως εάν έφτασε στους κυβερνήτες των δύο ελικοπτέρων που τελικά συγκρούστηκαν.
Δεν είχαν οπτική επαφή
Σύμφωνα με τις καταθέσεις τους, ο Βρετανός χειριστής και ο Έλληνας μεταφραστής υποστηρίζουν ότι δεν είχαν οπτική επαφή με το ελικόπτερο με το οποίο τελικά συγκρούστηκαν.
Όπως φέρεται να ανέφεραν, τη στιγμή της πρόσκρουσης πίστεψαν ότι πιθανότατα είχαν παρασύρει καλώδια ηλεκτροδότησης. Παράλληλα, υποστήριξαν ότι ακολουθούσαν ένα άλλο, προπορευόμενο ελικόπτερο και ότι επιχειρούσαν ως μέρος σχηματισμού.
Υπενθυμίζεται πως παρά τη σύγκρουση στον αέρα, το δεύτερο ελικόπτερο κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο και να πραγματοποιήσει ασφαλή προσγείωση.
Το στοιχείο αυτό εξετάζεται επίσης στο πλαίσιο της έρευνας, καθώς οι Αρχές επιχειρούν να συνθέσουν πλήρως την εικόνα των γεγονότων και να διαπιστώσουν τι ακριβώς προηγήθηκε της σύγκρουσης.
Η έρευνα επικεντρώνεται επίσης στο ηχητικό υλικό και στις καταγεγραμμένες επικοινωνίες που είχαν οι επιτελείς με τα πληρώματα των ελικοπτέρων.
Μέσα από τις συνομιλίες αυτές γίνεται προσπάθεια να διαλευκανθεί τι συνέβη και τι ειπώθηκε στα κρίσιμα λεπτά πριν από τη σύγκρουση, ποιες εντολές μεταδόθηκαν, αν υπήρξαν σχετικές προειδοποιήσεις για την κίνηση άλλων ελικοπτέρων και κατά πόσο προέκυψε πρόβλημα στην επικοινωνία ή στον συντονισμό των εναέριων μέσων.
Τέλος, τα συντρίμμια του ελικοπτέρου έχουν μεταφερθεί στο Τατόι, προκειμένου να τεθούν υπό λεπτομερή εξέταση από τους αρμόδιους εμπειρογνώμονες και πραγματογνώμονες.