Δεν λατρεύουν μόνο οι Άγγλοι το τσάι. Τα τελευταία χρόνια το έχουν υιοθετήσει πολλοί από εμάς ως μια εύκολη εναλλακτική για την καθημερινή μας ενυδάτωση, αλλά και ως ένα ρόφημα που συχνά επιλέγουμε αντί για χυμούς, αναψυκτικά ή άλλα ποτά.
Είτε είναι χειμώνας και απολαμβάνουμε ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι πριν κοιμηθούμε είτε είναι καλοκαίρι και προτιμάμε ένα ποτήρι κρύο τσάι με πολλά παγάκια, η παρασκευή του είναι εύκολη και μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε αμέτρητες γεύσεις και είδη. Μαύρο, πράσινο, λευκό, ή με άλλα βότανα όπως χαμομήλι και μέντα, το τσάι έχει γίνει για πολλούς από εμάς μέρος της καθημερινότητας.
Και κάπου εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: μπορούμε να υπολογίζουμε το τσάι στα υγρά που χρειαζόμαστε καθημερινά ή το νερό παραμένει η μόνη πραγματική επιλογή για σωστή ενυδάτωση; Και τελικά, έχει σημασία αν το τσάι που πίνουμε περιέχει καφεΐνη;
Το τσάι ενυδατώνει όπως το νερό;
Για πολλά χρόνια υπήρχε η αντίληψη ότι τα καφεϊνούχα ροφήματα προκαλούν αφυδάτωση. Στην πραγματικότητα, η ήπια διουρητική δράση της καφεΐνης δεν φαίνεται να ακυρώνει τα υγρά που προσλαμβάνουμε από ένα συνηθισμένο φλιτζάνι τσάι.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο British Journal of Nutrition συνέκρινε την κατανάλωση μαύρου τσαγιού με την κατανάλωση νερού και δεν διαπίστωσε σημαντικές διαφορές στους δείκτες ενυδάτωσης. Οι ερευνητές κατέληξαν ότι το μαύρο τσάι μπορεί να συμβάλλει στην ενυδάτωση παρόμοια με το νερό.
Στο ίδιο συμπέρασμα κινείται και η British Dietetic Association, η οποία αναφέρει ότι το νερό, το τσάι και ο καφές μπορούν όλα να συμβάλλουν στην πρόσληψη υγρών. Επομένως, ας μην θεωρούμε ότι κάθε φλιτζάνι καφέ ή τσάι μάς αφυδατώνει.
Δεν έχουν όλα τα είδη τσαγιού την ίδια ποσότητα καφεΐνης
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι ποικιλίες είναι ίδια. Η ποσότητα καφεΐνης εξαρτάται από το είδος του τσαγιού, την ποσότητα που χρησιμοποιούμε και τον χρόνο εκχύλισης.
Το μαύρο τσάι περιέχει συνήθως περισσότερη καφεΐνη από το πράσινο, ενώ τα αφεψήματα βοτάνων, όπως το χαμομήλι και η μέντα, είναι συνήθως φυσικά χωρίς καφεΐνη. Σύμφωνα με το U.S. Food and Drug Administration (FDA), η καφεΐνη στο τσάι μπορεί να διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το προϊόν και την παρασκευή του.
Για τους περισσότερους υγιείς ενήλικες, το FDA αναφέρει ότι έως 400 mg καφεΐνης την ημέρα είναι μια ποσότητα που γενικά δεν συνδέεται με αρνητικές επιδράσεις. Ωστόσο, η ευαισθησία στην καφεΐνη διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, επομένως χρειάζεται να υπολογίζουμε τη συνολική καφεΐνη που λαμβάνουμε από καφέ, τσάι, αναψυκτικά και άλλες πηγές.
Μπορούμε λοιπόν να «μετράμε» το τσάι στα υγρά της ημέρας;
Ναι, μπορούμε. Η συνολική πρόσληψη υγρών δεν προέρχεται αποκλειστικά από το νερό. Σύμφωνα με τις National Academies, το «συνολικό νερό» περιλαμβάνει το νερό που λαμβάνουμε από όλα τα ροφήματα αλλά και από τις τροφές.
Αυτό σημαίνει ότι ένα φλιτζάνι τσάι μπορεί να υπολογιστεί στην καθημερινή μας πρόσληψη υγρών. Το ίδιο ισχύει για άλλα ροφήματα, όπως ο καφές, εφόσον τα καταναλώνουμε με μέτρο.
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντικαταστήσουμε εντελώς το νερό με τσάι. Το σκέτο νερό παραμένει μια απλή επιλογή χωρίς καφεΐνη, ζάχαρη ή θερμίδες, ενώ οι ανάγκες μας σε υγρά επηρεάζονται από τη θερμοκρασία, τη σωματική δραστηριότητα και άλλους παράγοντες.
Προσοχή στη ζάχαρη που προσθέτουμε
Ένα διαφορετικό ζήτημα είναι το τι βάζουμε μέσα στο τσάι μας. Ζάχαρη, μέλι, σιρόπια, κρέμες και αρωματισμένα προϊόντα μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τις θερμίδες και τα σάκχαρα του ροφήματος.
Το ίδιο ισχύει και για αρκετά έτοιμα ή εμφιαλωμένα παγωμένα τσάγια, τα οποία μπορεί να περιέχουν αρκετή πρόσθετη ζάχαρη. Αν πίνουμε συχνά τσάι, μια απλή επιλογή είναι να το παρασκευάζουμε μόνοι μας και να περιορίζουμε την ποσότητα ζάχαρης που προσθέτουμε. Το Real Simple επισημαίνει επίσης την ανάγκη να προσέχουμε τη ζάχαρη σε έτοιμα τσάγια και μείγματα.
Και τι γίνεται με τον σίδηρο;
Υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας που αξίζει να γνωρίζουμε, ιδιαίτερα αν έχουμε χαμηλά επίπεδα σιδήρου ή ακολουθούμε διατροφή με πολλές φυτικές πηγές σιδήρου.
Οι πολυφαινόλες του τσαγιού μπορούν να μειώσουν την απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου, δηλαδή του σιδήρου που προέρχεται κυρίως από φυτικές τροφές, όταν το τσάι καταναλώνεται μαζί με το γεύμα. Έρευνα που δημοσιεύθηκε στο American Journal of Clinical Nutrition έχει εξετάσει αυτή την επίδραση στην απορρόφηση του σιδήρου.
Γι’ αυτό, αν αντιμετωπίζουμε έλλειψη σιδήρου, μπορούμε να προτιμάμε το τσάι ανάμεσα στα γεύματα και όχι μαζί με αυτά, ώστε να περιορίσουμε αυτή την επίδραση. Δεν σημαίνει ότι το τσάι είναι απαγορευτικό, αλλά ότι η χρονική στιγμή κατανάλωσής του μπορεί να έχει σημασία.
Το τσάι μετράει στην καθημερινή μας πρόσληψη υγρών και η καφεΐνη του, όταν καταναλώνεται σε συνηθισμένες ποσότητες, δεν σημαίνει ότι το ρόφημα προκαλεί αφυδάτωση. Μπορούμε λοιπόν να απολαμβάνουμε το αγαπημένο μας μαύρο, πράσινο ή βοτανικό τσάι και να το υπολογίζουμε στα υγρά της ημέρας.
Με πληροφορίες από British Journal of Nutrition,British Dietetic Association,FDA,National Academies, Real Simple, American Journal of Clinical Nutrition