Επί επτά δεκαετίες, μια ιδιαίτερη μορφή διαβήτη παρέμενε σχεδόν αθέατη, παρά το γεγονός ότι ενδέχεται να επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο διαβήτης τύπου 5, ο οποίος συνδέεται με τον χρόνιο υποσιτισμό, αναγνωρίστηκε επισήμως τον Απρίλιο του 2025 από τη Διεθνή Ομοσπονδία Διαβήτη (IDF), ανοίγοντας τον δρόμο για την καλύτερη διάγνωση και αντιμετώπιση μιας νόσου που εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά επιστημονικά κενά.
Σε αντίθεση με τον διαβήτη τύπου 1, κατά τον οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα καταστρέφει τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη, και τον διαβήτη τύπου 2, που χαρακτηρίζεται κυρίως από μειωμένη ανταπόκριση του οργανισμού στη δράση της ινσουλίνης, ο τύπος 5 φαίνεται να σχετίζεται με τη μακροχρόνια ανεπαρκή θρέψη.
Η παρατεταμένη έλλειψη απαραίτητων θρεπτικών συστατικών, ιδιαίτερα κατά την παιδική ηλικία, ενδέχεται να επηρεάζει την ανάπτυξη και τη λειτουργία του παγκρέατος, περιορίζοντας την ικανότητά του να παράγει επαρκείς ποσότητες ινσουλίνης.
Μια νόσος γνωστή από το 1955
Η συγκεκριμένη μορφή διαβήτη περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1955 στην Τζαμάικα. Τη δεκαετία του 1980 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας την περιέλαβε στην ταξινόμησή του ως διαβήτη σχετιζόμενο με τον υποσιτισμό, αλλά το 1999 απέσυρε αυτή την κατηγορία, καθώς τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δεν θεωρούνταν επαρκή.
Η αναγνώρισή της από τη Διεθνή Ομοσπονδία Διαβήτη σηματοδοτεί μια σημαντική μεταβολή, χωρίς ωστόσο να τερματίζει την επιστημονική αντιπαράθεση γύρω από τα ακριβή χαρακτηριστικά της.
Η νόσος παρατηρείται κυρίως σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής, όπου η επισιτιστική ανασφάλεια και η περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας δυσχεραίνουν τόσο τη διάγνωση όσο και τη θεραπεία. Ορισμένες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό των ανθρώπων που ενδέχεται να πάσχουν από διαβήτη τύπου 5 στα 25 εκατομμύρια παγκοσμίως, αν και η πραγματική έκταση της νόσου παραμένει άγνωστη.
Αφορά και τον Δυτικό κόσμο;
Παρότι ο διαβήτης τύπου 5 καταγράφεται κυρίως σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι περιορίζεται αποκλειστικά σε αυτές τις περιοχές. Η εμφάνισή του συνδέεται με τον παρατεταμένο υποσιτισμό, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής, και όχι με συγκεκριμένη γεωγραφική ή εθνοτική προέλευση. Θεωρητικά, επομένως, θα μπορούσε να αφορά και ανθρώπους που ζουν στην Ευρώπη ή στις Ηνωμένες Πολιτείες και έχουν ιστορικό σοβαρής διατροφικής στέρησης. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμη αξιόπιστα στοιχεία για τη συχνότητά του στις δυτικές χώρες, ούτε ειδικά επιδημιολογικά δεδομένα για την Ελλάδα. Η απουσία κοινώς αποδεκτών διαγνωστικών κριτηρίων δυσχεραίνει, άλλωστε, την αποτύπωση της πραγματικής εξάπλωσης της νόσου.
Γιατί η λανθασμένη διάγνωση μπορεί να είναι επικίνδυνη
Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι ο διαβήτης τύπου 5 μπορεί να συγχέεται με άλλες μορφές της νόσου, οδηγώντας σε θεραπευτικές επιλογές που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ασθενών.
Μελέτη που πραγματοποιήθηκε στη νότια Ινδία και δημοσιεύθηκε το 2022 ανέδειξε ένα διακριτό μεταβολικό προφίλ: οι ασθενείς παρουσίαζαν μειωμένη παραγωγή ινσουλίνης, χωρίς όμως την έντονη αντίσταση στη δράση της που χαρακτηρίζει συχνά τον διαβήτη τύπου 2.
Αυτή η διαφορά έχει καθοριστική σημασία. Η χορήγηση ακατάλληλων δόσεων ινσουλίνης μπορεί να προκαλέσει σοβαρή υπογλυκαιμία, δηλαδή επικίνδυνη πτώση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα. Ο κίνδυνος είναι ακόμη μεγαλύτερος για ανθρώπους που δεν έχουν εξασφαλισμένη πρόσβαση σε τροφή ή δυνατότητα τακτικής παρακολούθησης της γλυκόζης.
Η ενδοκρινολόγος Μέρεντιθ Χόκινς, από το Albert Einstein College of Medicine, η οποία έχει συμβάλει καθοριστικά στην έρευνα για τη νόσο, έχει επισημάνει ότι η απουσία επίσημης αναγνώρισης επί τόσες δεκαετίες δυσχέραινε τόσο τη χρηματοδότηση της έρευνας όσο και την ανάπτυξη αποτελεσματικών θεραπειών.
Η Διεθνής Ομοσπονδία Διαβήτη συγκρότησε το 2025 ειδική ομάδα εργασίας, με επικεφαλής τη Χόκινς, προκειμένου να διαμορφωθούν αξιόπιστα διαγνωστικά κριτήρια, να αναπτυχθούν θεραπευτικές κατευθυντήριες οδηγίες και να δημιουργηθεί διεθνές μητρώο ασθενών.
Η αναγνώριση του διαβήτη τύπου 5 δεν λύνει αυτομάτως τα προβλήματα που τον συνοδεύουν. Επιτρέπει, όμως, στην ιατρική κοινότητα να στρέψει την προσοχή της σε ασθενείς που επί δεκαετίες κινδύνευαν να παραμείνουν χωρίς τη διάγνωση και τη φροντίδα που χρειάζονται.
Με πληροφορίες από Science Alert, International Diabetes Federation, Pub Med