Τα παιδιά μεγαλώνουν σε έναν κόσμο στον οποίο η σκληρότητα δεν κρύβεται πάντα πίσω από κλειστές πόρτες. Τη συναντούν στα social media, σε σχόλια κάτω από ένα βίντεο, στις αντιπαραθέσεις ενηλίκων, ακόμη και σε ένα «αστείο» που στρέφεται εναντίον μιας ολόκληρης ομάδας ανθρώπων. Και παρατηρούν προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν οι μεγάλοι.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, το ζητούμενο για τους γονείς δεν είναι να μεγαλώσουν παιδιά που δεν θυμώνουν, δεν φοβούνται ή δεν διαφωνούν. Είναι να τους μάθουν τι μπορούν να κάνουν με αυτά τα συναισθήματα όταν εμφανίζονται.
Τα συναισθήματα μας πληροφορούν – Δεν αποφασίζουν για εμάς
Ένα παιδί μπορεί να φοβάται. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί του αποτελεί απειλή. Μπορεί να θυμώνει επειδή αισθάνεται αδικημένο, χωρίς αυτό να του δίνει το δικαίωμα να ταπεινώσει κάποιον. Μπορεί να έχει πληγωθεί χωρίς να είναι θεμιτό να ανταποδώσει τον πόνο.
Εδώ ακριβώς χρειάζεται η ρύθμιση των συναισθημάτων -η ικανότητα, δηλαδή, να αναγνωρίζουμε τι αισθανόμαστε και να διαχειριζόμαστε την αντίδρασή μας αντί να ενεργούμε παρορμητικά.
Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο International Journal of Psychology εξέτασε 214 παιδιά ηλικίας 8 έως 12 ετών και τους γονείς τους. Οι ερευνητές διαπίστωσαν, μεταξύ άλλων, θετική σχέση ανάμεσα στη συνολική ικανότητα ρύθμισης των συναισθημάτων και τη γνωστική ενσυναίσθηση -την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε και να κατανοούμε τα συναισθήματα του άλλου. Παράλληλα, η ασφαλής σχέση με τους γονείς συνδεόταν σημαντικά με την ενσυναίσθηση των παιδιών.
Το «μη θυμώνεις» δεν είναι η λύση
Η απαγόρευση ενός συναισθήματος δεν βοηθά το παιδί να μάθει πώς να το διαχειρίζεται. Πολύ πιο χρήσιμο είναι να το βοηθήσουμε να βάλει σε λέξεις αυτό που συμβαίνει μέσα του.
«Τι αισθάνομαι αυτή τη στιγμή;», «Γιατί αισθάνομαι έτσι;», «Τι γνωρίζω πραγματικά και τι μόνο υποθέτω;», «Αυτό που ετοιμάζομαι να πω ή να γράψω μπορεί να πληγώσει κάποιον;».
Τέτοιες ερωτήσεις δημιουργούν ένα μικρό αλλά πολύτιμο διάστημα ανάμεσα στο συναίσθημα και στην πράξη. Και μέσα σε αυτό το διάστημα το παιδί μπορεί σταδιακά να μάθει ότι έχει επιλογή ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσει.
Μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να απαξιώνουμε
Ένα ακόμη κρίσιμο μάθημα είναι η διάκριση ανάμεσα στη διαφωνία και στην απαξίωση του ανθρώπου με τον οποίο διαφωνούμε.
Ένα παιδί μπορεί να απορρίψει έντονα μια άποψη ή μια συμπεριφορά. Μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να θέσει όρια και να αντιδράσει όταν θεωρεί ότι συντελείται μια αδικία. Τίποτε από αυτά δεν απαιτεί εξευτελισμό, προσβολές ή γενικεύσεις εναντίον μιας ομάδας ανθρώπων.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο διαδίκτυο, όπου τα παιδιά και οι έφηβοι έρχονται αντιμέτωποι με σχόλια που υπό διαφορετικές συνθήκες ίσως κανείς δεν θα τολμούσε να εκστομίσει πρόσωπο με πρόσωπο.
Τα παιδιά προσέχουν τι ανεχόμαστε εμείς οι μεγάλοι
Οι κανόνες, ωστόσο, δεν διαμορφώνονται μόνο στο σχολείο. Διαμορφώνονται καθημερινά και μέσα στην οικογένεια.
Ένα παιδί παρατηρεί πώς μιλούν οι γονείς του για έναν άνθρωπο με τον οποίο διαφωνούν. Ακούει τι λέγεται στο οικογενειακό τραπέζι, ποια αστεία προκαλούν γέλιο και ποιες προσβολές περνούν χωρίς αντίδραση. Βλέπει ακόμη πώς συμπεριφέρονται οι μεγάλοι όταν οι ίδιοι είναι θυμωμένοι.
Γι’ αυτό οι γονείς μπορούν να θέσουν απλούς και σταθερούς κανόνες: «Επιτρέπεται να θυμώνουμε, όχι να εξευτελίζουμε», «Μπορούμε να διαφωνήσουμε χωρίς να προσβάλλουμε», «Δεν κρίνουμε έναν ολόκληρο λαό ή μια ομάδα ανθρώπων από τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου».
Ενσυναίσθηση δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε
Η ενσυναίσθηση συχνά συγχέεται με την ανοχή των πάντων. Στην πραγματικότητα, σημαίνει ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε πως ο άνθρωπος απέναντί μας έχει σκέψεις, συναισθήματα και εμπειρίες διαφορετικές από τις δικές μας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμφωνήσουμε μαζί του ούτε ότι οφείλουμε να δικαιολογήσουμε μια επιβλαβή συμπεριφορά.
Πρόσφατη μελέτη σε 112 γονείς και εφήβους που κατέγραφαν επί 28 ημέρες τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις τους, βρήκε σχέσεις ανάμεσα στον τρόπο ρύθμισης των συναισθημάτων και στην «ενσυναισθητική ακρίβεια» –το πόσο σωστά μπορούσε ο ένας να αντιληφθεί τι αισθανόταν ο άλλος.
Το μήνυμα που προκύπτει δεν είναι ότι πρέπει να προστατεύσουμε τα παιδιά από κάθε δύσκολο συναίσθημα. Χρειάζεται να τους δώσουμε χώρο να αισθανθούν θυμό, φόβο ή απογοήτευση και, ταυτόχρονα, τα εργαλεία για να αποφασίσουν τι θα κάνουν με αυτά. Γιατί η συναισθηματική ωριμότητα δεν φαίνεται όταν όλα είναι ήρεμα, αλλά όταν μπορούμε να υπερασπιστούμε όσα πιστεύουμε χωρίς να στερούμε από τον άλλον την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του.
Με πληροφορίες από International Journal of Psychology, Emotion