Η νέα δημοσκόπηση της Marc καταγράφει υποχώρηση για τη Νέα Δημοκρατία στην πρόθεση ψήφου, με πτώση δύο μονάδων σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση της ίδιας εταιρείας. Την ίδια ώρα, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται σταθερά στη δεύτερη θέση, η Μαρία Καρυστιανού προσπερνά οριακά το ΠΑΣΟΚ, ενώ απώλειες καταγράφουν τόσο η Ελληνική Λύση όσο και η Πλεύση Ελευθερίας.
Η νέα μέτρηση της Marc αποτυπώνει ένα πολιτικό σκηνικό που γίνεται όλο και πιο ρευστό. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη στην πρόθεση ψήφου, αλλά υποχωρεί στο 26,7%, από 28,7% στην προηγούμενη μέτρηση της ίδιας εταιρείας. Πρόκειται για πτώση δύο μονάδων, η οποία έρχεται σε μια περίοδο που η ακρίβεια, η κόπωση από τη διακυβέρνηση και η δυσαρέσκεια για την καθημερινότητα φαίνεται να βαραίνουν την πολιτική συμπεριφορά των πολιτών.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα με 14%. Η καταγραφή αυτή δείχνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός αποκτά, δημοσκοπικά, θέση βασικού πόλου της αντιπολίτευσης, αφήνοντας πίσω το ΠΑΣΟΚ και αναδιατάσσοντας τον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Η μεγάλη πολιτική είδηση, ωστόσο, βρίσκεται στην τρίτη θέση. Η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού καταγράφεται στο 9,5% και περνά, έστω και με διαφορά στήθους, μπροστά από το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, το οποίο υποχωρεί στο 9,1%, από 11,1% στην προηγούμενη μέτρηση.
Η διαφορά είναι μικρή, μόλις 0,4 μονάδες, αλλά πολιτικά είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν πιέζεται μόνο από την επιστροφή Τσίπρα ως αυτόνομου πολιτικού πόλου, αλλά και από την εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία συγκεντρώνει ψήφους από διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις.
Στην πρόθεση ψήφου, τα ποσοστά των κομμάτων καταγράφονται ως εξής:
Νέα Δημοκρατία: 26,7%, από 28,7%.
ΕΛΑΣ: 14%.
Ελπίδα για τη Δημοκρατία: 9,5%.
ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής: 9,1%, από 11,1%.
ΚΚΕ: 6,1%, από 6,6%.
Ελληνική Λύση: 5,8%, από 7,4%.
Πλεύση Ελευθερίας: 4,7%, από 7,5%.
Φωνή Λογικής: 3,3%, από 2,8%.
ΜέΡΑ25: 1,8%, από 2,3%.
ΣΥΡΙΖΑ: 1,5%, από 5,5%.
Νίκη: 1,4%, από 1,8%.
Σπαρτιάτες: 0,9%, από 0,8%.
Νέα Αριστερά: 0,4%, από 0,7%.
Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο: 0,3%, από 2,3%.
Άλλο κόμμα: 1,7%, από 3,9%.
Άκυρο/λευκό: 0,8%, από 2,8%.
Δεν θα ψηφίσω: 0,8%, από 3,6%.
Δεν απαντώ: 11,2%, από 12,2%.
Τα στοιχεία της πρόθεσης ψήφου δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία χάνει έδαφος, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί καθαρό προβάδισμα. Το πρόβλημα για το κυβερνών κόμμα δεν είναι μόνο η πτώση των δύο μονάδων. Είναι κυρίως το γεγονός ότι η δυσαρέσκεια φαίνεται να διαπερνά και το δικό της εκλογικό ακροατήριο.
Αυτό φαίνεται καθαρά και από το προφίλ της αδιευκρίνιστης ψήφου. Σύμφωνα με τη μέτρηση, το 41,8% όσων δεν έχουν ακόμη αποφασίσει τι θα ψηφίσουν προέρχεται από τη Νέα Δημοκρατία. Δηλαδή, σχεδόν τέσσερις στους δέκα αναποφάσιστους είχαν ψηφίσει το κυβερνών κόμμα στις προηγούμενες εκλογές.
Το στοιχείο αυτό δείχνει εσωτερική δυσαρέσκεια στη Ν.Δ. Η διαρροή δεν εμφανίζεται απαραίτητα ως μαζική μετακίνηση προς έναν συγκεκριμένο αντίπαλο. Εμφανίζεται όμως ως απόσταση, αμφιβολία και αναμονή. Με άλλα λόγια, ένα τμήμα των ψηφοφόρων της Ν.Δ. δεν έχει φύγει οριστικά, αλλά δεν δηλώνει πλέον πρόθυμο να επαναλάβει την επιλογή του χωρίς δεύτερη σκέψη.
Η ακρίβεια φαίνεται να είναι ο βασικός παράγοντας αυτής της πολιτικής δυσφορίας. Το κόστος ζωής, οι τιμές στα βασικά αγαθά, η πίεση στα νοικοκυριά και η αίσθηση ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις δεν επαρκούν, δημιουργούν ρήγματα ακόμη και σε ψηφοφόρους που είχαν στηρίξει σταθερά τη Νέα Δημοκρατία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μετακινήσεις προς τα δύο νέα πολιτικά σχήματα.
Ο Αλέξης Τσίπρας παίρνει, όπως είναι αναμενόμενο, το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής του από τον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς. Το 56,7% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ του 2023 δηλώνει ότι επιλέγει την ΕΛΑΣ. Παράλληλα, ο Τσίπρας αντλεί 10,8% από το ΚΚΕ, 6,8% από το ΠΑΣΟΚ, 6,7% από την Πλεύση Ελευθερίας, ενώ «τσιμπάει» και μικρότερα αλλά αξιοσημείωτα ποσοστά, 2,7% έως 2,8%, από Ελληνική Λύση, Νέα Δημοκρατία, Νίκη και ΜέΡΑ25.
Αυτό σημαίνει ότι η νέα πολιτική κίνηση Τσίπρα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον παλιό ΣΥΡΙΖΑ. Έχει βασική δεξαμενή την Αριστερά, αλλά εμφανίζει δυνατότητα εισροών και από άλλους χώρους, στοιχείο που εξηγεί γιατί καταγράφεται καθαρά δεύτερη στην πρόθεση ψήφου.
Η Μαρία Καρυστιανού εμφανίζει διαφορετικό προφίλ. Η Ελπίδα για τη Δημοκρατία αντλεί ψήφους από ένα πολύ πιο ετερόκλητο κοινό. Παίρνει 25,4% από τους ψηφοφόρους της Νίκης, 18,8% από την Ελληνική Λύση, 15,8% από την Πλεύση Ελευθερίας, 8,7% από το ΚΚΕ, 8,2% από τον ΣΥΡΙΖΑ, 6,2% από το ΠΑΣΟΚ και 4,7% από τη Νέα Δημοκρατία.
Με άλλα λόγια, η Καρυστιανού δεν κινείται μέσα σε ένα στενό ιδεολογικό πλαίσιο. Αγγίζει δεξιούς, αντισυστημικούς, κεντρώους, αριστερούς και απογοητευμένους ψηφοφόρους. Αυτό ακριβώς καθιστά την παρουσία της πολιτικά απρόβλεπτη και δημοσκοπικά κρίσιμη.
Πτώση καταγράφεται και για την Ελληνική Λύση, η οποία υποχωρεί στο 5,8% από 7,4%, όπως και για την Πλεύση Ελευθερίας, που πέφτει στο 4,7% από 7,5%. Οι απώλειες αυτές δείχνουν ότι η εμφάνιση νέων πολιτικών πόλων πιέζει κόμματα που είχαν επενδύσει στη διαμαρτυρία, στην αντισυστημική ψήφο ή στην αποδοκιμασία των παραδοσιακών κομμάτων.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος στην πρόθεση ψήφου πέφτει στο 1,5%, από 5,5%. Η μέτρηση δείχνει ότι η πολιτική επανεμφάνιση Τσίπρα απορροφά το μεγαλύτερο κομμάτι του παλιού εκλογικού σώματος του κόμματος, αφήνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε ιστορικά χαμηλή δημοσκοπική καταγραφή.
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται επίσης σε δύσκολη θέση. Με 9,1% στην πρόθεση ψήφου, από 11,1%, δεν χάνει μόνο δύο μονάδες. Χάνει και την τρίτη θέση από τη Μαρία Καρυστιανού. Η πίεση είναι διπλή: από τον Αλέξη Τσίπρα, που διεκδικεί τον ρόλο του βασικού αντιπολιτευτικού πόλου, και από την Καρυστιανού, που απευθύνεται σε πολίτες πέρα από τα παραδοσιακά κομματικά όρια.
Στο ερώτημα για την καταλληλότητα στην πρωθυπουργία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει πρώτος με 31%. Ο Αλέξης Τσίπρας ακολουθεί με 16,4%, δηλαδή περίπου στο μισό ποσοστό του πρωθυπουργού, αλλά σαφώς μπροστά από τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς. Ο Νίκος Ανδρουλάκης περιορίζεται στο 5,2%, γεγονός που καταγράφει σοβαρό πρόβλημα προσωπικής απήχησης για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ.
Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι στη συγκεκριμένη παρουσίαση δεν εμφανίζεται η επιλογή «κανένας» στο ερώτημα για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό. Πρόκειται για απουσία που αφήνει ανοιχτό ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο μεγάλη θα ήταν η αποδοκιμασία προς το σύνολο του πολιτικού προσωπικού αν η επιλογή αυτή είχε καταγραφεί εμφανώς;
Το πιο βαρύ, όμως, μήνυμα για την κυβέρνηση έρχεται από την αξιολόγηση της κυβερνητικής θητείας και του ίδιου του πρωθυπουργού. Το 64,3% αξιολογεί αρνητικά ή μάλλον αρνητικά την κυβέρνηση. Από αυτούς, το 48,2% απαντά αρνητικά και το 16,1% μάλλον αρνητικά. Θετικά ή μάλλον θετικά αξιολογεί την κυβέρνηση το 34,8%.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Το 63,3% αξιολογεί αρνητικά ή μάλλον αρνητικά τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τα καθήκοντά του ως πρωθυπουργός. Το 46,1% απαντά αρνητικά και το 17,2% μάλλον αρνητικά. Θετικά ή μάλλον θετικά τον αξιολογεί το 35,3%.
Με απλά λόγια, δύο στους τρεις πολίτες αξιολογούν αρνητικά τόσο την κυβέρνηση όσο και τον πρωθυπουργό. Αυτό είναι το βαθύτερο πολιτικό μήνυμα της μέτρησης. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη, αλλά κυβερνά μέσα σε περιβάλλον έντονης κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Το πολιτικό συμπέρασμα είναι καθαρό: το σκηνικό δεν έχει ακόμη ανατραπεί στην κορυφή, αλλά έχει ήδη αλλάξει στη βάση του. Και αυτό, σε μια περίοδο κοινωνικής πίεσης και δημοσκοπικής ρευστότητας.