Η ανάληψη της Γραμματείας της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας από τον Κωνσταντίνο Κυρανάκη, δεν είναι μια τυπική κομματική αλλαγή. Είναι μια επιλογή με καθαρό πολιτικό μήνυμα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αναζητά απλώς έναν διαχειριστή του κομματικού μηχανισμού. Αναζητά έναν άνθρωπο που μπορεί να μπει στη φωτιά, να συγκρουστεί, να οργανώσει, να ακούσει, να πιέσει και τελικά να μετατρέψει την κομματική αδράνεια σε πολιτική κίνηση.
Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης δεν είναι τυχαίος πολιτικός. Είναι από εκείνους που, είτε τους συμπαθεί κανείς είτε όχι, δύσκολα μπορεί να τους προσπεράσει. Έχει πολιτικό νεύρο, επιμονή, καθαρό ένστικτο σύγκρουσης και μια ιδιότητα που στο κομματικό πεδίο μετράει πολύ: δεν φοβάται να χρεωθεί κόστος και δύσκολες αποστολές.
Δεν είναι πολιτικός του χαμηλού προφίλ. Δεν είναι ο άνθρωπος που θα αρκεστεί σε μια συμβατική διαχείριση ισορροπιών. Είναι σκληρό καρύδι. Σχεδιάζει, στοχεύει και όταν αποφασίσει ότι μια μάχη πρέπει να δοθεί, πάντα τη δίνει μέχρι τέλους. Αυτό φάνηκε και στη θητεία του στο υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, σε ένα χαρτοφυλάκιο με τεράστιο πολιτικό βάρος, έντονη κοινωνική φόρτιση και ανοιχτές πληγές.
Το ζήτημα των τρένων, μετά την τραγωδία των Τεμπών, δεν είναι απλώς τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό, θεσμικό και ηθικό. Οι αστικές συγκοινωνίες, τα λεωφορεία, τα μέσα σταθερής τροχιάς, τα τρόλεϊ και η μετάβαση σε πιο σύγχρονο, ηλεκτρικό στόλο δεν είναι απλές διοικητικές υποθέσεις. Είναι καθημερινότητα. Είναι ταλαιπωρία. Είναι εικόνα κράτους. Είναι η σχέση του πολίτη με μια κυβέρνηση που του ζητά να πιστέψει ότι κάτι αλλάζει.
Ο Κυρανάκης σε αυτά τα πεδία έδειξε ότι δεν μπαίνει σε έναν φάκελο απλώς για να τον διαχειριστεί επικοινωνιακά. Μπαίνει για να αφήσει αποτύπωμα. Και αυτό ακριβώς φαίνεται ότι αξιολογεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Βεβαίως, ο νέος ρόλος του δεν θα κριθεί από το αν μπορεί να οργανώσει μια επιτυχημένη εκδήλωση όταν μιλά ο πρωθυπουργός. Αυτό, λίγο πολύ, κάθε κυβερνητικό κόμμα μπορεί να το κάνει. Ούτε θα κριθεί από το αν μπορεί να κρατήσει σε τάξη τα κομματικά στελέχη μπροστά στις κάμερες. Το πραγματικό στοίχημα είναι πολύ δυσκολότερο: να ξαναδώσει ζωή σε έναν κομματικό μηχανισμό που, σε αρκετές περιοχές της χώρας, δεν βρίσκεται στα καλύτερά του.
Γιατί η αλήθεια είναι ότι άλλο πράγμα είναι η Νέα Δημοκρατία των συνεδρίων, των μεγάλων αιθουσών, των οργανωμένων χειροκροτημάτων και των κεντρικών μηνυμάτων, και άλλο πράγμα η Νέα Δημοκρατία της περιφέρειας, των τοπικών οργανώσεων, των καφενείων, των επαγγελματιών που πιέζονται, των συνταξιούχων που μετρούν το σούπερ μάρκετ, των νέων που δουλεύουν αλλά δεν μπορούν να σταθούν μόνοι τους.
Εκεί θα παιχτεί το πραγματικό παιχνίδι.
Οι τοπικοί βουλευτές το γνωρίζουν καλά. Όταν βγαίνουν στην κοινωνία, δεν βρίσκουν απέναντί τους μόνο πολιτικούς αντιπάλους. Βρίσκουν συχνά πολίτες που ψήφισαν Νέα Δημοκρατία, αλλά σήμερα δυσφορούν. Ανθρώπους που δεν έχουν μετακινηθεί ιδεολογικά, αλλά έχουν κουραστεί οικονομικά. Ανθρώπους που δεν αμφισβητούν κατ’ ανάγκη τον πρωθυπουργό, αλλά αμφισβητούν την καθημερινότητά τους. Και εκεί η συζήτηση δεν γίνεται με συνθήματα.
Γίνεται με την ακρίβεια. Με το ενοίκιο. Με τον μισθό που φτάνει μέχρι τις 20 του μήνα. Με τον λογαριασμό του ρεύματος. Με την αίσθηση ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις πολλές φορές έρχονται ως έκτακτα βοηθήματα, ως επιδόματα, ως προσωρινές ανάσες, αλλά όχι ως μια μόνιμη αλλαγή στη ζωή του πολίτη.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο ο Κυρανάκης θα πρέπει να αποδείξει ότι δεν αναλαμβάνει απλώς ένα κομματικό αξίωμα. Αναλαμβάνει μια πολιτική αποστολή. Για να κινητοποιήσει τις νομαρχιακές και τοπικές οργανώσεις, δεν αρκεί να τις ξυπνήσει οργανωτικά. Πρέπει να τις οπλίσει πολιτικά. Και πολιτικά όπλα δεν είναι τα non paper, τα τηλεοπτικά επιχειρήματα και τα βίντεο της αντιπαράθεσης. Αυτά έχουν τη χρησιμότητά τους, αλλά δεν αρκούν. Πολιτικό όπλο είναι να μπορεί ένα στέλεχος της ΝΔ να κοιτάξει έναν πολίτη στα μάτια και να του πει τι αλλάζει στη ζωή του.
Η εμπλοκή του Κυρανάκη με την Ομάδα Αλήθειας έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές από τους αντιπάλους του ως πολιτικό μειονέκτημα. Όμως εδώ χρειάζεται ψυχραιμία. Η πολιτική αντιπαράθεση στην εποχή των social media γίνεται και με βίντεο, και με αρχεία, και με υπενθύμιση δηλώσεων, και με σύγκριση λόγων και πράξεων. Αυτό δεν το κάνει μόνο η Νέα Δημοκρατία. Το κάνουν όλα τα κόμματα. Το ζήτημα δεν είναι αν ένα κόμμα αναδεικνύει τι έλεγε χθες ο αντίπαλός του. Το ζήτημα είναι αν έχει να πει κάτι πειστικό για το σήμερα του πολίτη.
Εκεί θα κριθεί ο Κυρανάκης.
Διότι η Νέα Δημοκρατία σήμερα δεν έχει ανάγκη μόνο από άμυνα. Έχει ανάγκη από επανασύνδεση. Δεν έχει ανάγκη μόνο από απαντήσεις στον ΣΥΡΙΖΑ, στο ΠΑΣΟΚ ή στα κόμματα δεξιότερα της. Έχει ανάγκη από απαντήσεις στην κοινωνία. Και η κοινωνία δεν περιμένει άλλη μια καμπάνια αυτοεπιβεβαίωσης. Περιμένει μέτρα που να πιάνει στο πορτοφόλι της.
Η ανακοίνωση για την αύξηση του ακατάσχετου στα 1.600 ευρώ είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Δεν είναι επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Είναι ένα μέτρο που αφορά ανθρώπους με πραγματική πίεση, ανθρώπους που ζουν με δεσμευμένους λογαριασμούς, ανθρώπους που χρειάζονται χώρο για να αναπνεύσουν οικονομικά. Και κυρίως είναι ένα μέτρο που δεν μοιάζει με το γνωστό μοντέλο «πάρε σήμερα ένα βοήθημα και αύριο βλέπουμε».
Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να γίνει κανόνας και όχι εξαίρεση.
Ο Κυρανάκης θα χρειαστεί να κινηθεί σε αυτό το δύσκολο πεδίο. Να μην αφήσει το κόμμα να κρυφτεί πίσω από την κυβερνητική ισχύ. Να μη θεωρήσει ότι η οργανωτική πειθαρχία αρκεί. Να καταλάβει ότι η βάση δεν θέλει μόνο οδηγίες. Θέλει επιχειρήματα. Θέλει σεβασμό. Θέλει να νιώθει ότι η ηγεσία ακούει πριν αποφασίσει.
Τελικά, ο γραμματέας ενός κυβερνώντος κόμματος δεν είναι μόνο οργανωτής. Είναι πολιτικός αισθητήρας. Πρέπει να καταλαβαίνει πριν γίνει δημοσκόπηση αυτό που βράζει στην κοινωνία. Πρέπει να ακούει πριν ακουστεί η διαμαρτυρία στην κάλπη. Πρέπει να χτενίσει την Ελλάδα όχι για να μοιράσει γραμμές, αλλά για να μαζέψει αλήθειες.
Αυτό είναι το στοίχημα του Κωνσταντίνου Κυρανάκη.
Και γι’ αυτό η επιλογή του είναι πράγματι από τις πιο στοχευμένες που έχει κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον κομματικό μηχανισμό. Όχι επειδή εγγυάται από μόνη της την επιτυχία. Αλλά επειδή δείχνει ότι το Μαξίμου αντιλαμβάνεται πως η επόμενη πολιτική φάση δεν θα κερδηθεί μόνο από την κυβέρνηση. Θα κερδηθεί ή θα χαθεί και από το ίδιο το κόμμα.