Η Ελλάδα, η Τουρκία, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι πρόσφυγες

Στην πραγματικότητα, η Τουρκία συστηματικά αρνείται να εκπληρώσει, με προσχηματικούς και διαδικαστικούς λόγους, τις υποχρεώσεις της με βάση τα διμερή Πρωτόκολλα Επανεισδοχής Ελλάδας - Τουρκίας του 2001 και του 2010. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία που διαβίβασε ο κ. Χουντής στην Βουλή στις 07.04.2015, ότι από την έναρξη ισχύος του Πρωτοκόλλου (Απρίλιος 2002) μέχρι και τον Ιανουάριο του 2015 ζητήθηκε από την Τουρκία η επανεισδοχή 137.722 παράτυπων μεταναστών, εκ των οποίων οι τουρκικές Αρχές δέχθηκαν την επανεισδοχή 13.314 μεταναστών και παρέλαβαν τελικά μόνο 3.838.
|
Open Image Modal
Maranello34 via Getty Images

Μπροστά στα μάτια μας το τελευταίο διάστημα παίζεται ένα έργο με πρωταγωνιστές την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία, πιόνια τους πρόσφυγες και θεατή την Ελλάδα. Είναι βέβαια γνωστή η ικανότητα της τουρκικής διπλωματίας, καθώς και η λογική του «συμβιβασμού» που διέπει την Ε.Ε., στην βάση των βραχυπρόθεσμων συμφερόντων των ισχυρότερων Ευρωπαϊκών χωρών. Επίσης, μέχρις ενός σημείου, μπορεί να θεωρηθεί αναμενόμενη η αμήχανη σιωπή της Ελλάδας, δεδομένου ότι δεν είναι μόνο ο οικονομικός τομέας που η χώρα μας έχει χάσει την οποιαδήποτε ισχύ, αλλά και οι διεθνείς της σχέσεις και το πολιτικό της βάρος. Προκαλεί, παρά ταύτα, εντύπωση η απουσία ουσιαστικού προβληματισμού, αλλά και οποιασδήποτε προσπάθειας αλλαγής των συσχετισμών σε βάρος της Ελλάδας, στο κρίσιμο μεταναστευτικό και προσφυγικό θέμα.

Όπως είναι γνωστό, η Συνθήκη Δουβλίνο ΙΙΙ προβλέπει την επιστροφή στην χώρα πρώτης υποδοχής, όσων η εξέταση της αίτησης ασύλου τους εκκρεμεί και (σε συνδυασμό με την συνθήκη Σέγκεν) όσων έχουν μεταβεί παράνομα σε αυτή. Η κατά γράμμα τήρηση της Συνθήκης αυτής θα οδηγούσε σε πλημμύρα «επιστρεφόμενων» μεταναστών και «ανεπιθύμητων» προσφύγων και η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να μειωθούν οι μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές, οι οποίες, πέραν των άλλων, είναι βαμμένες με ανθρώπινο αίμα.

Η διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας θα ήταν αδύναμη, αν δεν υπήρχε η Συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας της 16.12.2013 (Document 22014A0507(01), δημοσιευμένο στις 07.05.2014), όπου, σε αντάλλαγμα της ικανοποίησης της πάγιας επιθυμίας της Τουρκίας για την δυνατότητα ελεύθερης (χωρίς βίζα) πρόσβασης των Τούρκων πολιτών στις χώρες της Ε.Ε., προβλέπει την επανεισδοχή των μεταναστών που μπήκαν παράνομα από την χώρα αυτή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το μεγάλο στοίχημα πλέον για την Τουρκία είναι η επιτάχυνση των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων, ένα θέμα για το οποίο η πολιτική ελίτ της Ελλάδας απεμπόλησε στο παρελθόν το δικαίωμα να έχει λόγο, αποδεχόμενη εκ των προτέρων τον ρόλο της περιφερειακής δύναμης, που σταδιακά κατακτά η Τουρκία, χάρη και στα δικά της λάθη και παραλείψεις.

Η συμφωνία αυτή, ως προς το σκέλος της επανεισδοχής, ισχύει από την 01.10.2014, για τους υπηκόους της Τουρκίας ή τρίτων χωρών που έχουν υπογράψει διμερή συμφωνία επανεισδοχής με την Τουρκία, ενώ για τους υπηκόους των άλλων χωρών, προβλέπεται να ισχύσει 3 χρόνια αργότερα. Στο διάστημα αυτό των τριών ετών, ρητά αναφέρεται στην Συμφωνία ότι ισχύουν οι υπάρχουσες σχετικές διμερείς συμφωνίες των μελών της Ε.Ε. με την Τουρκία. Έστω και ως προσωρινή, η συμφωνία ήταν άνιση (με την έννοια ότι προέβλεπε μόνο την «επιβράβευση» αλλά όχι και την «τιμωρία» της Τουρκίας, σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεών της) και σε βάρος των μακροπρόθεσμων εθνικών συμφερόντων Ελλάδας και Κύπρου, προβλέπεται δε να γίνει ακόμα δυσμενέστερη με την υπό εξέλιξη αναθεώρησή της.

Στην πραγματικότητα, η Τουρκία συστηματικά αρνείται να εκπληρώσει, με προσχηματικούς και διαδικαστικούς λόγους, τις υποχρεώσεις της με βάση τα διμερή Πρωτόκολλα Επανεισδοχής Ελλάδας - Τουρκίας του 2001 και του 2010. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία που διαβίβασε ο κ. Χουντής στην Βουλή στις 07.04.2015, ότι από την έναρξη ισχύος του Πρωτοκόλλου (Απρίλιος 2002) μέχρι και τον Ιανουάριο του 2015 ζητήθηκε από την Τουρκία η επανεισδοχή 137.722 παράτυπων μεταναστών, εκ των οποίων οι τουρκικές Αρχές δέχθηκαν την επανεισδοχή 13.314 μεταναστών και παρέλαβαν τελικά μόνο 3.838, «γεγονός που οφείλεται κυρίως στις καθυστερημένες και εκτός των προβλεπομένων στο Πρωτόκολλο προθεσμιών, απαντήσεις της τουρκικής πλευράς».

Από την άλλη πλευρά, η άρνηση της Ελλάδας να ζητήσει από την Τουρκία να τηρήσει τις διμερείς και ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις, ειδάλλως να την καταγγείλει και παράλληλα να διαπραγματευτεί με την Ε.Ε. και να λάβει η ίδια μέτρα που θα οδηγούσαν σε μείωση της προσφυγικής ροής, επιτρέπει στην Τουρκία να κινηθεί κατά όποιο τρόπο κρίνει ότι εξυπηρετεί καλύτερα τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα. Αφού η Τουρκία απέτυχε να λάβει, ως αντάλλαγμα, την ανατροπή του Άσαντ ή τον έλεγχο ζώνης πλάτους 100χλμ στην Βόρειο Συρία (περιοχής που ελέγχεται από τους Κούρδους), ως δήθεν αναγκαίων για την προστασία των προσφύγων, κατάφερε κατά την τελευταία Διάσκεψη Κορυφής να εξασφαλίσει τουλάχιστον 3 δισ. Ευρώ επιπλέον, για τους Σύριους πρόσφυγες (πρόσφυγες που εκμεταλλεύεται σκληρά, δεδομένου ότι δεν έχουν το καθεστώς του πρόσφυγα αλλά του «φιλοξενούμενου», με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται στέγη, τροφή ή δικαιώματος εκπαίδευσης και νόμιμης εργασίας). Το μεγάλο στοίχημα πλέον για την Τουρκία είναι η επιτάχυνση των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων, ένα θέμα για το οποίο η πολιτική ελίτ της Ελλάδας απεμπόλησε στο παρελθόν το δικαίωμα να έχει λόγο, αποδεχόμενη εκ των προτέρων τον ρόλο της περιφερειακής δύναμης, που σταδιακά κατακτά η Τουρκία, χάρη και στα δικά της λάθη και παραλείψεις.

Η οριστικοποίηση της συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας αναμένεται να οδηγήσει στην αναθεώρηση της υπάρχουσας νομικής δυνατότητας της Ελλάδας για πίεση προς την Τουρκία, ως προς την επανεισδοχή των μη δικαιούμενων το καθεστώς του πρόσφυγα, και παράλληλα την καθιστά όμηρο των τουρκικών επιδιώξεων και του παιχνιδιού της σε σχέση με τις Ευρωπαϊκές και άλλες υποχρεώσεις της.

Υπό το πρίσμα των όσων συμβαίνουν την στιγμή αυτήν, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να διεκδικήσει άμεσα ουσιαστικό λόγο στην υπό εξέλιξη διαπραγμάτευση Ε.Ε. - Τουρκίας, διαφυλάσσοντας τα Ελληνικά στρατηγικά συμφέροντα, παράλληλα με τα δικαιώματα των προσφύγων. Θα πρέπει δε να αναδείξει ότι η οποιαδήποτε σχέση Ε.Ε. - Τουρκίας δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην τήρηση εκ μέρους της Τουρκίας των υποχρεώσεων που έχει ήδη αναλάβει, αντί της αέναης επαναδιαπραγμάτευσής τους, για την απόσπαση κάθε φορά και καλύτερων όρων.