Αποτρέποντας ένα άτακτο Μπρέξιτ

Το Η.Β. κατέληξε σε ένα σκληρό Μπρέξιτ, το οποίο συνεπάγεται νέους φραγμούς στις εμπορικές συναλλαγές κατά μήκος της Μάγχης και της Ιρλανδικής Θάλασσας
|
Open Image Modal
ASSOCIATED PRESS

Την 1η του Γενάρη τέθηκε σε ισχύ μια νέα Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) και Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), η οποία τυγχάνει εντυπωσιακή μεν σε εύρος και βάθος—καθώς καλύπτει μία οικονομική περιοχή συνολικής αξίας 730 δισ. ευρώ—, πρωτοφανής δε στη φύση της καθώς επιστεγάζει μία μακρά κι επίπονη διαδικασία αποχώρησης μίας χώρας από την Κοινή Αγορά. 

Από την αρχή της ένταξης του ΗΒ στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες το 1973, η χώρα αυτή μέλος επέμενε να κινείται στην εξώτερη τροχιά ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος καθώς διακατεχόταν από μία διαρκή αμφιθυμία ως προς τη δημιουργία μιας «πολιτικής ένωσης» με ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά. Ο υποβόσκων ευρωσκεπτικισμός της κοινής της γνώμης αλλά και των πολιτικών της ελίτ ανάβλυσε τελικά στην επιφάνεια με την εκλογή του Μπρέξιτ στο σημαδιακό δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2016. Πολλοί πίστευαν ότι ο προχωρημένος βαθμός αλληλεξάρτησης των βρετανικών και των ευρωπαϊκών αγορών θα καθιστούσε ανέφικτο το εγχείρημα διαχωρισμού τους με συντεταγμένο τρόπο κι ότι το Μπρέξιτ θα οδηγούσε το ΗΒ σε μία απότομη προσγείωση στα αχαρτογράφητα νερά των ρηχών εμπορικών συμφωνιών του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). 

Παρόλα αυτά, το σενάριο μιας άτακτης κι απότομης εξόδου διαψεύστηκε από την υπογραφή τόσο της Συμφωνίας Αποχώρησης (WA) μεταξύ ΗΒ και ΕΕ τον Οκτώβριο του 2019 όσο και της Συμφωνίας Εμπορίου και Συνεργασίας (TCA) το Δεκέμβριο του 2020. Το επιτυχημένο μοντέλο της ευέλικτης και διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης έκανε πάλι το θαύμα του με την επικύρωση μιας πολυσχιδούς συνθήκης ελεύθερου εμπορίου και μηδενικών δασμών και ποσοστώσεων αποτελούμενης από μία σειρά κλαδικών συμφωνιών, παραρτημάτων και πολιτικών δηλώσεων που ποικίλλουν ως προς την ακρίβεια, τη δεσμευτικότητα και τους μηχανισμούς επιβολής, στα πλαίσια πάντα ενός κοινού θεσμικού πλαισίου εμπορίου. Η ΕΕ υπό το βασικό της διαπραγματευτή, Michel  Barnier, επέμεινε σθεναρά στην πρόταση ενός μενού επιλογών ενδεικτικών του αντισταθμίσματος μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και πρόσβασης στην Κοινή Αγορά κι ως εκ τούτου η βρετανική κυβέρνηση κατέληξε στην επιλογή μιας συμφωνίας που από τη μία θα έφερνε εις πέρας τη δημοκρατική εντολή του Μπρέξιτ κι από την άλλη θα ήταν αποδεκτό από τις διάφορες φατρίες των εσωτερικά διχασμένων Συντηρητικών. 

Παρά τα πολιτικάντικα τερτίπια και τους διαπραγματευτικούς φανφαρονισμούς της κυβέρνησης Τζόνσον—ειδικά με την ψήφιση του νομοσχεδίου για την εσωτερική αγορά που υπονόμευε το ιρλανδικό πρωτόκολλο του WA—, μια κάποια συμφωνία μέχρι τα τέλη του 2020 ήταν πάντα στα χαρτιά. Με το WA η επιλογή της μόνιμης παραμονής στην Κοινή Αγορά απομακρύνθηκε για τα καλά από το τραπέζι τερματίζοντας έτσι τον τριμερή φαύλο κύκλο των αντιμαχόμενων πλειοψηφιών υπέρ της παραμονής, ενός συντεταγμένου Μπρέξιτ ή ενός άτακτου Μπρέξιτ. Από τη στιγμή λοιπόν που η συμμετοχή της χώρας στην Κοινή Αγορά απέκτησε ημερομηνία λήξης κατά το μεταβατικό στάδιο του 2020, μια οποιαδήποτε συμφωνία που θα απέτρεπε την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων και την ολίσθηση στην ελάχιστη κοινή συνισταμένη των πολυμερών συνθηκών του ΠΟΥ ήταν προτιμώμενη τόσο από την κυβέρνηση Τζόνσον όσο και από την πλειοψηφία του βρετανικού λαού. 

Αν και βέβαια οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία σε μία σειρά ακανθωδών ζητημάτων, όπως οι αλιεία, η κρατική βοήθεια και οι ισότιμοι όροι ανταγωνισμού (level  playing  field), πολλά ζητήματα παραμένουν ανοιχτά, όπως η επαναδιαπραγμάτευση των αλιευτικών ποσοστώσεων σε ετήσια βάση μετά το 2026, οι κρατικές επιδοτήσεις, οι επαγγελματικές πιστοποιήσεις και πάνω από όλα η συνεχής πρόσβαση του City στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές. Η αλήθεια είναι ότι σε αντίθεση με ό,τι πολλοί είχαν αρχικά οραματιστεί, το ΗΒ κατέληξε σε ένα πολύ πιο σκληρό Μπρέξιτ, το οποίο συνεπάγεται νέους φραγμούς στις εμπορικές συναλλαγές κατά μήκος της Μάγχης αλλά και της Ιρλανδικής Θάλασσας κι επομένως σημαντικό οικονομικό κόστος. Το μέλλον θα δείξει αν οι δύο πλευρές επανέλθουν σε τροχιά επαναπροσέγγισης ή περιδινιστούν σε ατέρμονες κι ατελέσφορες επαναδιαπραγματεύσεις σε επιμέρους ζητήματα. 

 

Νικήτας Κωνσταντινίδης (Επίκουρος Καθηγητής, Σχολή Διεθνών και Δημοσίων Σπουδών, Πανεπιστήμιο IΕ της Μαδρίτης) [Nikitas.Konstantinidis@ie.edu]