Η Γερμανία κάνει πίσω στον στόχο για μείωση των εκπομπών CO2 μέχρι το 2020;

Πληροφορίες κάνουν λόγο για συμφωνία Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλιστών αν και ακόμη συζητάνε για το ενδεχόμενο κυβερνητικού συνασπισμού
Open Image Modal
Lukas Schulze via Getty Images

Οι...πιθανοί κυβερνητικοί εταίροι στη Γερμανία συμφώνησαν να απεμπολήσουν το σχέδιο για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων που προκαλούν την κλιματική αλλαγή κατά 40% από τα επίπεδα του 1990 ως το 2020, δήλωσαν τη Δευτέρα πηγές ενήμερες για το τι διαμείβεται στις διερευνητικές συνομιλίες—κάτι που ίσως φέρει σε δύσκολη θέση την καγκελάριο Άγγελα Μέρκελ.

Λόγω της σθεναρής ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας και της υψηλότερης της αναμενομένης μετανάστευσης, το Βερολίνο εκτιμά ότι δεν θα επιτύχει τους στόχους που είχε ορίσει για το 2020 αν δεν ληφθούν επιπρόσθετα μέτρα.

Διαπραγματευτές της Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU) της Μέρκελ και του κεντροαριστερού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD) είπαν στο πρακτορείο ειδήσεων Ρόιτερς ότι στις συνομιλίες για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού συμφωνήθηκε ότι ο καθορισμένος στόχος για τη μείωση των εκπομπών δεν μπορεί να επιτευχθεί το 2020. Αντ′ αυτού, θα επιδιωχθεί ο στόχος για τη μείωση κατά 40% να επιτευχθεί μέσα στη δεκαετία του 2020, εξήγησαν οι πηγές και διευκρίνισαν πως και τα δύο στρατόπεδα επιμένουν στον στόχο της επίτευξης μιας μείωσης των εκπομπών κατά 55% από τα επίπεδα του 1990 μέχρι το 2030.

Εάν η συμφωνία αυτή επιβεβαιωθεί, θα σημάνει μια στροφή σχεδόν 180 μοιρών για τη Μέρκελ, η οποία εδώ και χρόνια αυτοπροβάλλεται ως μια σθεναρή υπερασπίστρια των πολιτικών για την περιβαλλοντική προστασία στη διεθνή σκηνή.

Ο Μίχαελ Γκρόσε-Μπρέμερ από το στρατόπεδο της Χριστιανικής Ένωσης διαβεβαίωσε τους δημοσιογράφους χθες το απόγευμα ότι επιτεύχθηκε σημαντική πρόοδος στις διαπραγματεύσεις, αλλά, πρόσθεσε, απομένει ακόμη πολλή δουλειά να γίνει πριν οι ηγέτες των κομμάτων να είναι σε θέση να συζητήσουν επί ενός κοινού, συνεκτικού εγγράφου για τις πολιτικές της επόμενης κυβέρνησης, μεθαύριο Πέμπτη.

Ο Γκρόσε-Μπρέμερ απέφυγε να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες.

Κατά τις πηγές του Ρόιτερς οι διαπραγματευτές συμφώνησαν επίσης ότι το ποσοστό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μίγμα της Γερμανίας πρέπει να αυξηθεί και να φθάσει το 65% μέχρι το 2030, από το περίπου ένα τρίτο του μίγματος που κάλυπτε πέρυσι.

Σήμερα, η κυβέρνηση σχεδιάζει να αυξήσει το ποσοστό της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε ένα επίπεδο μεταξύ του 45% και του 55% μέχρι το 2025.

Συμφωνήθηκε ακόμη να μειωθεί ο φόρος στην κατανάλωση ηλεκτρισμού για να μειωθούν τα κόστη παραγωγής ενέργειας, σύμφωνα με ένα έγγραφο που περιήλθε σε γνώση του Ρόιτερς. Σχεδιάζεται επίσης να προκηρυχθούν διαγωνισμοί για την παραγωγή 4 γιγαβάτ ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά, καθώς και από εγκαταστάσεις αιολικής ενέργειας στο έδαφος και στα ανοικτά των γερμανικών ακτών.

Η συμφωνία αυτή, την οποία κατήρτισαν οι ειδικοί των δύο κομμάτων σε ενεργειακά θέματα, θα πρέπει να εγκριθεί από τους κομματικούς ηγέτες.

Οι δύο πλευρές θέλουν να τηρήσουν την ήδη επιτευχθείσα συμφωνία για την περιβαλλοντική προστασία, η οποία προβλέπει ότι μια επιτροπή θα προτείνει μέτρα για να σταματήσει η παραγωγή ηλεκτρισμού με την καύση άνθρακα ή λιγνίτη μέχρι το τέλος του έτους.

 

Μειώσεις φόρων

Οι συντηρητικοί και το SPD συμφώνησαν εξάλλου να αυξηθεί το όριο για την εφαρμογή του υψηλότερου φορολογικού συντελεστή (42%), στα φορολογητέα εισοδήματα ύψους 60.000 ευρώ τον χρόνο από τα 53.700 ευρώ σήμερα, σύμφωνα με μια άλλη πηγή προσκείμενη στις ομάδες των διαπραγματευτών.

Τόσο οι Χριστιανοδημοκράτες, όσο και οι Χριστιανοκοινωνιστές υπόσχονταν μειώσεις φόρων κατά την προεκλογική εκστρατεία κι η καταρχήν συμφωνία δείχνει ότι οι Σοσιαλδημοκράτες επιδεικνύουν συμβιβαστική διάθεση.

Η επίτευξη συμφωνίας με το SPD για μια νέα κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού, όπως αυτή που κυβερνά τη Γερμανία από το 2013, θεωρείται η καλύτερη πιθανότητα που έχει η Μέρκελ για να εξασφαλίσει νέα θητεία, μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου στις οποίες τα δύο μεγάλα κόμματα του γερμανικού μεταπολεμικού σκηνικού υπέστησαν μεγάλες απώλειες.

Οι συμβιβασμοί που επιτεύχθηκαν τη Δευτέρα είναι ένα βήμα, αλλά μικρό, καθώς οι δυνητικοί εταίροι καλούνται να γεφυρώσουν τα πολύ μεγαλύτερα χάσματα μεταξύ τους σε θέματα όπως η μετανάστευση, το μέλλον της ΕΕ, η οικονομική πολιτική.

 

Δεύτερη και τυχερή;

Η Μέρκελ, η πρώτη απόπειρα της οποίας να σχηματίσει κυβερνητικό συνασπισμό με τους Πράσινους και το νεοφιλελεύθερο κόμμα Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP) απέτυχε τον Νοέμβριο, δήλωσε την Κυριακή, όταν ξεκίνησαν οι διερευνητικές συνομιλίες διάρκειας πέντε ημερών, πεπεισμένη ότι οι διαπραγματεύσεις μπορούν να πετύχουν. Μέλη του κόμματός της εμφανίστηκαν επίσης αισιόδοξα τη Δευτέρα.

«Χθες δουλέψαμε πραγματικά και τα πήγαμε πολύ καλά», διαβεβαίωσε η Γιούλια Κλέκνερ, στέλεχος της CDU. «Γνωρίζουμε τους δημοσιονομικούς περιορισμούς αλλά είμαστε αισιόδοξοι».

Ο ηγέτης του SPD Μάρτιν Σουλτς έχει ξεκαθαρίσει ότι η όποια συμφωνία επιτευχθεί με τους συντηρητικούς υπόκειται σε έγκριση διά ψηφοφορίας από τα μέλη του κόμματος—πολλά εκ των οποίων απεύχονταν τον νέο μεγάλο συνασπισμό.

Το SPD θέλει να αυξηθούν τα δικαιώματα των εργαζομένων, καθώς και να μεταρρυμιστεί το διπλό ασφαλιστικό σύστημα, με την ιδιωτική ασφάλιση να προσφέρει περίθαλψη ανώτερης ποιότητας—να αντικατασταθεί από ένα ενιαίο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Εναντιώνεται επίσης στο σχέδιο των συντηρητικών να παραταθεί η ισχύς ενός νόμου που εκπνέει τον Μάρτιο κι εμποδίζει τις οικογενειακές επανενώσεις αιτούντων άσυλο.