Ελληνοτουρκικά και βιωσιμότητα του κράτους

Η αποφασιστικότητα, η μεθοδικότητα και η αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών που κάποιοι λοιδωρούν μπορούν να φέρουν ουσιαστικά αποτελέσματα στα εθνικά θέματα.
|
Open Image Modal
.
Eurokinissi

Η πρόσφατη συνάντηση του πρωθυπουργού Μητσοτάκη με τον πρόεδρο Ερντογάν σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός κύκλου εξελίξεων ο οποίος θα μπορούσε να είναι αγωγός κινδύνων για τη βιωσιμότητα της χώρας. Πολύ συχνά η ταχύτητα των εξελίξεων και οι μεταβολές που επιφέρουν δεν μας επιτρέπουν μία συνολικότερη και ακριβέστερη θέαση της νέας πολιτικής πραγματικότητας. 

Η περίοδος 2009-2022 ήταν πρωτόγνωρα πυκνή σε γεγονότα τα οποία δοκίμασαν τη βιωσιμότητα του κράτους και την ανθεκτικότητα της δημοκρατίας: η απειλή χρεοκοπίας, η δραματική επιδείνωση των βασικών δεικτών ευημερίας, η πρωτοφανής κρίση εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς, η κυβερνητική αστάθεια, η εκλογική επιρροή ακραίων ιδεολογιών, η πανδημία, η νέα ύφεση, η όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η ενεργειακή κρίση αποτέλεσαν τις σημαντικότερες ενδείξεις αυτών των δοκιμασιών. Στις οποίες το πολιτικό σύστημα επέδειξε τελικά αξιοσημείωτη προσαρμογή, και πραγματοποιήθηκε μία ουσιαστική επανευθυγράμμιση ηγεσιών και εκλογέων στις αυτονόητες και θεμελιώδεις επιλογές για το μέλλον της χώρας. 

Το ζήτημα “Τουρκία” θα μπορούσε να είναι η πλέον επώδυνη πρόκληση για τη βιωσιμότητα της χώρας. Γιατί αυτό μαζί με τις πολλές κρίσεις χρεοκοπίας που έχουμε βιώσει, αποτελούν τις δίδυμες απειλές για τη χώρα από την συγκρότηση του νέου κράτους. Στην πραγματικότητα τα δύο συνδέονται μεταξύ τους. Το κόστος του αμυντικού εξοπλισμού και το διπλωματικό κεφάλαιο που αναλώνεται στις διεθνείς επαφές της χώρας μόνο για το ζήτημα αυτό για την αποτροπή μεμονωμένων θερμών επεισοδίων ή μίας σύρραξης είναι εξαιρετικά υψηλό. 

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε, όμως, ότι στα ζητήματα εθνικής ασφάλειας είναι αξιοσημείωτη η συνεννόηση των κύριων κομματικών δυνάμεων, και έχει πλέον εδραιωθεί ένας άξονας σημαντικών διεθνών συμμαχιών. Θα ήταν παράλογο να υποθέσει κάποιος σε περιόδους έντονου αντι-δυτικισμού και της πατριδοκαπηλίας με διάφορες εξάρσεις τη δεκαετία 1980 και μετά το 2010 ότι η Ελλάδα θα έχει μία στιβαρή σχέση με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, ενώ θα αξιοποιεί σταθερά την επιρροή της στις ευρωπαϊκές ηγεσίες μέσω του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ. 

Αποτελεί δείκτη ωριμότητας των κυβερνητικών ηγεσιών προερχόμενες από τρεις διαφορετικές παρατάξεις ότι συναίνεσαν ρητώς, ή σιωπηρώς σε ορισμένες περιπτώσεις, σε μία σταθερή κατεύθυνση για τις εθνικές θέσεις στα ελληνοτουρκικά ζητήματα, τις διεθνείς συμμαχίες και την στήριξη του αμυντικού εξοπλισμού και των επιχειρησιακών σχεδίων για την ασφάλεια της χώρας. 

Αυτή η σταθερή γραμμή για την ικανότητα αποτροπής και την επιδίωξη διεθνούς στήριξης απέδωσε καρπούς απέναντι στο σφοδρότερο μετά το 1974 κύμα αμφισβήτησης  βασικών κυριαρχικών δικαιωμάτων από την αναθεωρητική τακτική της “Γαλάζιας Πατρίδας”. Η ηγεσία Ερντογάν φθάνοντας στα όρια της κλιμάκωσης και της αναζωπύρωσης υποχρεώθηκε σε αναθεώρηση της τακτικής της, και επί μήνες ισχύει η πρωτόγνωρη συνθήκη για το Αιγαίο των μηδενικών παραβιάσεων και η κατάπαυση κάθε ενέργειας ρητορικής ή επιχειρησιακής αμφισβήτησης. 

Αν και αυτό δεν συνεπάγεται την επίλυση του βασικού προβλήματος για τον προσδιορισμό της υφαλοκρηπίδα, της ΑΟΖ, και του εύρος θαλάσσιου και εναέριου χώρου, δημιουργείται ένα ”παράθυρο ευκαιρίας” για έναν εποικοδομητικό διάλογο, και κυρίως για τον περιορισμό ενός δυνητικού κινδύνου για τη βιωσιμότητα της χώρας. 

Ακόμη και αν ευοδωθούν οι στόχοι των συνομιλιών και οδηγηθούμε στο στάδιο λήψης κρίσιμων αποφάσεων για τις ελληνοτουρκικές διαφορές με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο ή μέσω των διμερών επαφών, η Ελλάδα έχει σε εξέλιξη ένα μεγάλο πρόγραμμα αμυντικών εξοπλισμών το οποίο διασφαλίζει την επιχειρησιακή ικανότητα αποτροπής όσο ποτέ στο παρελθόν. 

Σε έναν ιδανικό κόσμο Ελλάδα και Τουρκία θα μπορούσαν να είχαν υπερβεί τις διαιρέσεις του παρελθόντος, και να έχουν αναπτύξει μία εταιρική σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης, όπως συνέβη με τους προαιώνιους εχθρούς στον ευρωπαϊκό χώρο (πχ Γερμανία και Γαλλία). Επειδή, όμως, βρισκόμαστε πολύ μακριά από μία τέτοια εξέλιξη, θεμιτό είναι να στηρίζουμε εμπράκτως την μεταστροφή των ελληνικών ηγεσιών στην οδό της συνεννόησης για το μείζον εθνικό συμφέρον, την αποφυγή της στείρας αντιπαράθεσης και της πολιτικοποίησης των εθνικών ζητημάτων. Ο κίνδυνος θα παραμένει ορατός ακόμη και εάν η ηγεσία Ερντογάν πράγματι εννοεί όσα δηλώνει σήμερα, ή μπορεί να αναζωπυρωθεί εάν η Τουρκία βρεθεί σύντομα σε μία de facto αλλαγή ηγεσίας πριν προλάβει ο σημερινός πρόεδρος να ολοκληρώσει την τρέχουσα φάση διαπραγμάτευσης.

Στον εγχώριο πολιτικό στίβο το μήνυμα είναι ότι η αποφασιστικότητα και η μεθοδικότητα, η αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών που κάποιοι λοιδωρούν μπορούν να φέρουν ουσιαστικά αποτελέσματα στα εθνικά θέματα. Η οδός της δημαγωγίας, της πόλωσης και των ακροτήτων είχε ακριβό τίμημα στο παρελθόν για τη χώρα, και θα πρέπει σοβαρά να εκτιμηθεί από τις νεοφυείς κομματικές δυνάμεις που απέκτησαν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.  

 ***

Μάνος Παπάζογλου, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικών Συστημάτων Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου