Ενας «κόμπος» για τον Κόμπι - Γιατί λυπηθήκαμε όλοι με τον θάνατό του

Ακόμη και αυτοί που δεν έχουν ιδέα από μπάσκετ.
Open Image Modal
ASSOCIATED PRESS

Ξεκινώντας να ξεκαθαρίσω ότι δεν ήμουν ποτέ φαν του Κόμπι Μπράιαντ. Δεν είμαι καν μπασκετόφιλος. Είμαι από εκείνους που παραμένουν πιστοί στο δόγμα πως «το ποδόσφαιρο είναι ο βασιλιάς των σπορ».

Χθες, μάλιστα, την ώρα που γινόταν γνωστή η είδηση του θανάτου ενός εκ των μεγαλύτερων μύθων του παγκόσμιου μπάσκετ, έτυχε να βρίσκομαι στο ΟΑΚΑ και να παρακολουθώ το ποδοσφαιρικό ντέρμπι μεταξύ ΑΕΚ και Ολυμπιακού.

Με την λήξη της αναμέτρησης, τα δυσάρεστα νέα έφτασαν στα δημοσιογραφικά θεωρεία. Και από εκεί στην κερκίδα.

Απαντες πάγωσαν. Κανείς πλέον δεν ασχολείτο με τον ποδοσφαιρικό αγώνα που είχε προηγηθεί. Ολοι αποσβολωμένοι διερωτώνταν: «Μα, καλά, τι έγινε;», «είναι αλήθεια;», «πώς στην ευχή έγινε αυτό;».

Είτε είσαι φίλος του μπάσκετ είτε όχι, είτε τον είχες παρακολουθήσει να αγωνίζεται είτε όχι, είτε τον θαύμαζες είτε όχι, δεν γίνεται να μην λυπάσαι για τον πρόωρο χαμό του.

Ηταν μόλις 42 ετών. Εφυγε την ώρα που είχε ξεκινήσει να ζει τη ζωή του. Δεν πρόλαβε.

Είχε αποσυρθεί από τα παρκέ το 2016, μετά από 20 χρόνια εκπληκτικής καριέρας. Τα απίστευτα κατορθώματά του τον έβαλαν στο πάνθεον του αθλήματος και του αθλητισμού εν γένει. Είχε καταφέρει να συγκαταλέγεται δικαίως στους κορυφαίους καλαθοσφαιριστές όλων των εποχών. Είχε κερδίσει αμέτρητες ατομικές και συλλογικές διακρίσεις, μετάλλια, τρόπαια και είχε βγάλει αμέτρητα χρήματα. Είχε κατακτήσει τα πάντα. 

Και τώρα, που είχε έρθει επιτέλους η ώρα να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του, έφυγε. Δεν πρόλαβε.

Ο θάνατος του σκόρπισε θλίψη σε όλο τον πλανήτη. Δικαιολογημένα.

Ο Κόμπι δεν ήταν ένας ακόμη αθλητής. Δεν ήταν καν απλά «ένας από τους καλύτερους στα χρονικά του μπάσκετ».

Ηταν η ενσάρκωση των ονείρων που κάνουμε εμείς οι «κοινοί θνητοί» από τα παιδικά μας χρόνια και για όσο ζούμε. Ηταν τα ίδια τα όνειρά μας. Ηταν αυτός που ξεκίνησε από το μηδέν και κατάφερε τα πάντα. Κάποιοι είχαν μεγαλώσει με αφίσες του, για άλλους ήταν το είδωλό τους. Για τους περισσότερους ένας σπουδαίος αθλητής - αλλά και άνθρωπος - άξιος θαυμασμού.

Οσοι γνώριζαν την ύπαρξή του, ονειρεύονταν - όχι απαραίτητα να γίνουν σαν κι αυτόν, αλλά - σίγουρα να πετύχουν όπως αυτός.

Είτε λέγεσαι Κόμπι και παίζεις μπάσκετ στο NBA, είτε Κώστας και δουλεύεις σε οικοδομή, τις ίδιες προσδοκίες και τα ίδια όνειρα έχεις σε αυτή τη ζωή: Να δουλέψεις σκληρά και να ανταμειφθείς αναλόγως για την προσπάθειά σου.

Δυστυχώς, δεν συμβαίνει πάντα. Σίγουρα, όχι σε όλους. Η ζωή, κατά πολλούς, είναι άδικη. 

Τα πλούτη, που με τόσο κόπο απέκτησε ο Κόμπι, αποδείχθηκαν παγίδα θανάτου για τον ίδιο. Τα αστρονομικά χρήματα που είχε κερδίσει από το μπάσκετ του εξασφάλισαν μια ονειρεμένη ζωή με απίστευτες ευκολίες. Μια από αυτές ήταν το ελικόπτερο που είχε αγοράσει για τις μετακινήσεις του. Το ελικόπτερο αυτό έμελε να αποδειχθεί ταφόπλακα για τον ίδιο, την κορούλα του, που ήταν μόλις 13 ετών και ονειρευόταν να γίνει σαν τον μπαμπά της, και για άλλους επτά άτυχους συνανθρώπους μας.

Μόλις «έσκασε» η ειδοποίηση από την HuffPost στο κινητό μου τηλέφωνο, το βράδυ της Κυριακής, ότι «ο Κόμπι είναι νεκρός» η πρώτη σκέψη που μου ήρθε αυτόματα στο μυαλό ήταν «Γιατί, θέε μου;».

Αναπόφευκτα όλοι το ίδιο σκεφτήκαμε. «Γιατί να μην προλάβει να χαρεί όλα αυτά που με τόσο κόπο και σκληρή δουλειά είχε αποκτήσει; Γιατί να μην χαρεί την οικογένειά του μετά από 20 χρόνια συνεχόμενων αγώνων, ταξιδιών και απουσίας από το σπίτι του, μακριά από τα αγαπημένα του πρόσωπα;».

Ο θάνατος του Κόμπι Μπράιαντ ήρθε να μας υπενθυμίσει με απότομο και άτσαλο τρόπο ότι δεν υπάρχουν «θεοί» ανάμεσά μας, ότι όλοι μας είμαστε «κοινοί θνητοί» και πως τα όνειρα δεν κρατάνε για πάντα.

Για αυτό λυπόμαστε όλοι με τον θάνατό του, είτε μεγαλώσαμε μαζί του είτε τον είχαμε απλά ακουστά.

Ο Κόμπι ήταν ένας από εμάς. Ο Κόμπι ήταν εμείς. Κι εμείς θα μπορούσαμε να είμαστε στην θέση του Κόμπι.

Για αυτό, λοιπόν, από χθες στο λαιμό μας και στο μυαλό μας νιώθουμε έναν «κόμπο» για τον Κόμπι... (όπως σωστά μου επεσήμανε ο διευθυντής της HuffPost, Αντώνης Φουρλής, πριν ξεκινήσω να γράφω αυτό το κείμενο).