Οδοιπορικό της HuffPost Greece: Μεσάνυχτα εφημερίας. «Το δημόσιο σύστημα υγείας πεθαίνει φίλε»

Οδοιπορικό της HuffPost Greece: Μεσάνυχτα εφημερίας. «Το δημόσιο σύστημα υγείας πεθαίνει φίλε»
|

Αθήνα, 28 Οκτωβρίου 2015. Τα βιβλία της ιστορίας την καταγράφουν ως 75η επέτειο του αντιφασιστικού αγώνα του ελληνικού λαού. Στη σύγχρονη ειδησεογραφία και κοινή συνείδηση είναι ο έκτος χρόνος του ελληνικού κραχ- post modern «οικονομικός πόλεμος» κι αυτός ισχυρίζονται πολλοί. Η ατομική φτώχεια διαχέεται στους οικογενειακούς πυρήνες που άλλοτε στην Ελλάδα αντικαθιστούσαν τη διαχρονική ανυπαρξία αξιόπιστου κοινωνικού κράτους- το κράτος πτωχευμένο και το «οικογενειοποιημένο» μοντέλο κοινωνικής προστασίας ανήμπορο, όλο και πιο συχνά, να στηρίξει τα μέλη του.

Η εφημερία στο Ιπποκράτειο

Στο κέντρο της πόλης το Ιπποκράτειο, το νοσοκομείο με την εντυπωσιακή πρόσοψη του ελληνικού (αρχιτεκτονικού) κλασικισμού εφημερεύει. Η ηλεκτρονική μαρκίζα στην είσοδό του αναβοσβήνει συνεχώς- έντονα κίτρινα γράμματα εναλλάσσονται με ταχύτητα σε μαύρο φόντο. Οι υπάλληλοι της εταιρείας σεκιούριτι στην «πύλη» καπνίζουν ασταμάτητα και γελάνε βροντερά- είναι τα πρώτα και τα τελευταία γέλια που άκουσα εκείνο το βράδυ.

Η μεγάλη σιδερένια «αυλόπορτα» του νοσοκομείου παραμένει κλειστή. Στο απέναντι πεζοδρόμιο το περίπτερο «εφημερεύει» κι αυτό. Μια μεγάλη σειρά ταξί περιμένουν τον επόμενο πελάτη τους- προνομιακή πιάτσα συγκριτικά με αυτές της έρημης πόλης. Όπως προσεγγίζει με τη σειρήνα του αναμμένη ένα ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, από το μικρό του παράθυρο «πιάνω» φευγαλέα το πρόσωπο ενός παππούλη- φορεμένη τραγιάσκα, ευγενικά, ήπια χαρακτηριστικά αλλά ερεθισμένα, φοβισμένα μάτια.

Στην εσωτερική αυλή του νοσοκομείου το κυλικείο δουλεύει στο φουλ- δίπλα μου ένας ασθενής καπνίζει. Η συνοδός του κρατάει ψηλά τον ορό που έχει μπηγμένο στην κλείδωση του μπράτσου του- πηγαινοέρχεται μαζί του, με αργά βήματα ημικυκλίων που οι τροχιές τους τέμνονται σε επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Πιάνουμε μια μικρή κουβέντα- μου δείχνει τα κτίρια του νοσοκομείου.

«Αυτά τα ντουβάρια γέρνουνε πάνω μας, θα μας πλακώσουν καμιά μέρα», μου λέει. Δεν τον ρωτάω, μόνο συμπληρώνω τις φράσεις του. «Το δημόσιο σύστημα υγείας πεθαίνει φίλε», λέει και σβήνει το τσιγάρο του. «Κρυώνω, τα λέμε».

Μέσα στο κτίριο ο πρώτος ήχος που ακούω, δυνατά αισθητός μέσα στη γύρω οχλοβοή, είναι ο ρόγχος του θανάτου. Μαυρίλα. Έτσι ήταν όμως. Ένας παππούς, υπερήλικας με αποστεωμένο πρόσωπο και ελάχιστο κορμί, βγάζει από το στήθος του απόκοσμους ήχους- τα μάτια του διάπλατα ανοιχτά και καρφωμένα στο ταβάνι.

Πως μπορεί ένας τόσο αδύναμος άνθρωπος να βγάζει τέτοια ένταση στη φωνή του; Πόσο πονάει; Σκεπασμένος με μια κουβέρτα, τρέμει σύγκορμος- τον έχουν τοποθετήσει σ’ ένα ράτζο λίγα μέτρα από την εξωτερική πόρτα που ο «τρελαμένος» αισθητήρας της και οι άνθρωποι που μπαινοβγαίνουν φέρνουνε συνεχώς ρεύματα αέρα .

Προσπαθώ να μην τον λυπάμαι. Δίπλα έχει όλη του την οικογένεια- τρεις γενιές ανθρώπων που του μιλάνε, τον χαϊδεύουν, μέχρι και αστειεύονται με δακρυσμένα μάτια. Κάποια στιγμή μια νοσοκόμα κάνει την καλοσύνη να του βάλει παυσίπονο ορό. Οι γιατροί είναι λίγοι και το νοσηλευτικό προσωπικό ελάχιστο, άνθρωποι που συνέχεια τρέχουν, δακτυλοδεικτούμενοι. «Αχ παναγία μου» και «ένας γιατρός ρε παιδιά..» είναι φράσεις που πανταχόθεν ακούγονται, συνεχώς.

Σε ένα γυάλινο κουβούκλιο γίνεται η διαλογή των περιστατικών. «Για εξέταση από τους γιατρούς της διαλογής και εν συνεχεία από τις ειδικότητες είναι απαραίτητος ο αριθμός μητρώου από απέναντι», επαναλαμβάνεται μονότονα. Αυτή είναι η διαδικασία- 4 γκισέ με φωτοτυπίες αλά ελληνικά κολλημένες στα τζάμια τους (ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΘΥΡΩΡΕΙΟ! ΟΧΙ ΕΔΩ!) και πίσω από το τζάμι σφραγίδες να πέφτουν ασταμάτητα. «Εγώ είμαι του δημοσίου αλλά η κόρη μου είναι άνεργη και η κάρτα της έχει λήξει- δεν έχει βιβλιάριο», εξηγεί μια κυρία στην υπάλληλο, κρατώντας μια καταβεβλημένη κοπέλα 20- 25 χρονών από το χέρι.

Οι άνθρωποι κρατούν χαρτιά εξετάσεων και λευκούς φακέλους με ακτίνες, ταξιδιωτικούς σάκους και τηλέφωνα- μιλάνε σε συγγενείς, ενημερώνουν ή ζητάνε βοήθεια. Ανά αραιά διαστήματα οι security φωνάζουν ονόματα, ασθενών για να εξεταστούν και συνοδών τους για να τους παραλάβουν. Οι χρόνοι αναμονής είναι μεγάλοι, μετριούνται σε ώρες υπομονής- και όλοι τους είναι αφάνταστα μες στην ταλαιπωρία τους πράοι. Δεν εμπιστεύονται, εχθρεύονται ακόμα το ελληνικό κράτος, το υπουργείο και το σύστημα, αλλά κατανούν, θαυμάζουν κιόλας τους γιατρούς για την προσπάθειά τους. Και περιμένουν. Μια μάνα ήταν ώρες εκεί, με τα δυο παιδιά της να έχουνε γύρει επάνω της και να κοιμούνται. Για ώρες- σε ένα «στασίδι» την πρωτοείδα και στο ίδιο σημείο την άφησα.

Σε μια οθόνη προβάλλονται ειδυλλιακές εικόνες της Αθήνας και της Ελλάδας- και σε μια στήλη δεξιά της αναγράφονται οι κλινικές και τα νούμερα των ασθενών που έχουν σειρά. Στο γκισέ ένας κύριος ζητά παραπεμπτικό- «είναι επείγουσα ανάγκη να φύγει αμέσως για αξονικό...». «Κι εγώ τι να κάνω;», απαντά η υπάλληλος. Ίσως δε φταίει κι αυτή- το τέρας της ελληνικής γραφειοκρατίας δένει τα χέρια όλων μας ανά περίσταση. Σκόρπιες λέξεις- ΑΜΚΑ, ταμείο, βιβλιάριο, εισαγωγή. Ένας κύριος με άσπρα μαλλιά και σκυμμένο κεφάλι συνδιαλέγεται με την υπάλληλο πίσω από το τζάμι.

Τι ταμείο έχετε;

Κάρτα ανεργίας.

Η κάρτα ανεργίας ισχύει μόνο για προγραμματισμένα ραντεβού. Τώρα πρέπει να πληρώσετε.

Μάλιστα. Πόσα είναι;

Τέσσερα ευρώ και πέντε λεπτά.

(Ψάχνει την τσέπη του) Έχω ψιλά, εντάξει.

Αν έχετε... (ελαφρώς κοκκινισμένη).

Ο επόμενος κάνει αίτηση για να καταχωρηθεί ως άπορος, ο επόμενος προτείνει να μην επαναλάβει τις εξετάσεις του- «δεν έχω να πληρώσω, θα δείξω πρόσφατες στο γιατρό». Δεν είναι μόνο αυτοί- στην εφημερία του ελληνικού δημόσιου νοσοκομείου συγχνωτίζεται μια πανσπερμία ανθρώπων, «λαός και Κολωνάκι». Είναι προφανές ότι πέρα από αυτούς που είδαν τις ζωές του να ανατρέπονται συθέμελα, υπάρχουν οι εκταοντάδες χιλιάδες των πιο «ήπιων» μεταβολών. Η ιδιωτική ασφάλεια υγείας είχε ήδη κοπεί. Ακολουθεί το σχολείο. Αλλαγές που δε θα είχαν κανένα δραματικό τόνο- τουναντίον, χρώμα κοινωνικής ισότητας και αναδιανομής- αν υπήρχαν αξιοπρεπή δημόσια συστήματα.

Τους ακούω από το βάθος του διαδρόμου- ένας μεσήλικας κύριος στηρίζει μια ηλικιωμένη κυρία, αγκαλιά σχεδόν. Η γυναίκα βογγά και διαμαρτύρεται. Κι αυτός γκρινιάζει.

«Είμαστε πέντε ώρες εδώ- και δε συνεργάζεσαι. Αν θες να πεθάνεις θα πω στον γιατρό να σου φέρει ένα χάπι, υπάρχει». Κάθονται απέναντι μου. Η γυναίκα συνεχίζει να πονά. Και ζητά επίμονα να φύγει, να πάει έστω σπίτι της. Ο κύριος τη βλέπει, συγκινείται, «μαλακώνει»- «έλα μάνα... άκου τον γιατρό, θα έρθει τώρα». Αυτός, όταν τελικά έρχεται, αμέσως ζητά συγνώμη- «έχουμε εφημερία, καταλαβαίνετε...». «Καταλαβαίνω απόλυτα», η απάντηση του πολίτη. Είναι μια φορτισμένη νύχτα αλλά οι ευερέθιστοι, ανυπόμονοι Έλληνες με εκπλήσσουν. «Ελάτε κυρία, τώρα που έχουμε φορείο να σας μετακινήσουμε».

Η εφημερία στο Λαϊκό

Το επόμενο βράδυ, αργά, πηγαίνω στο Λαϊκό, απόψε αυτό θα περιθάλψει την πόλη. Όταν εφημερεύει η κίνηση μεταφέρεται από την πλατεία του Γουδή, στον περίγυρο και εντός του νοσοκομείου. Απέναντι του μια σειρά από καταστήματα γρήγορου φαγητού, ιατρικών ειδών και φαρμακείο. Τα ασθενοφόρα παρκάρουν στο αίθριο της κεντρικής εισόδου- ο ασθενής μεταφέρεται μέσα. Όταν οι διασώστες επιστρέφουν, ένα γρήγορο τσιγάρο με εσπρέσο στα όρθια, ματιές στο χάρτη για την επόμενη διακομιδή και όπισθεν, φεύγουν.

Η ατμόσφαιρα είναι ίδια. Και η διαδικασία επίσης, «στανταρισμένη» (όπως και πρέπει) βάση, όμως, ενός πρωτοκόλου που το ελλιπές ανθρώπινο δυναμικό δεν μπορεί να φέρει σε πέρας σε λογικούς, ιατρικά δεοντολογικούς χρόνους.

Στην πόρτα του καρδιολογικού μια ανακοίνωση προειδοποιεί ότι ο μέσος χρόνος αναμονής κυμαίνεται στις δύο ώρες- από τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα που έβλεπα να «καιροφυλακτούν» όρθια στην πόρτα του, ή στο ασφυκτικό «σαλονάκι», μου φάνηκε μάλλον αισιόδοξη πρόβλεψη. Θα θυμάμαι έναν ηλικιωμένο, μικροκαμωμένο ανθρωπάκο που «έφερνε βόλτες» περί τον άξονά του, σαν ακινητοποιημένος στο ίδιο σημείο, επαναλαμβάνοντας μηχανικά την ίδια βρισιά μέσα από τα δόντια του. Πάντως χωρίς να κάνει σαματά...

Μεταξύ των γηγενών, πολλοί αλλοδαποί, πρόσφυγες, μετανάστες- ποιος ξέρει πως νομικά ορίζεται η ύπαρξή του καθενός στον αδύναμο κρίκο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτοί είναι ακόμα πιο υπομονετικοί- στο βλέμμα πολλών διακρίνεις μια σιωπηλή ευγνωμοσύνη που ακόμα γίνονται δεκτοί... ή έναν φόβο μην τους αγνοήσουν, μην τους «ξεπετάξουν», μην τους αποβάλλει- στο κοντινό μέλλον- από την παροχή περίθαλψης ο ίδιος ο μηχανισμός της δημόσιας υγείας. Ο Αλί είναι από το Μπαγκλαντές- τώρα εργάζεται σε βενζινάδικο, είναι «ασφαλισμένος από το αφεντικό, κανονικά».

«Μεχρι πριν λίγους μήνες, για μεγάλη περίοδο, ήμουν άνεργος. Με το τρίκυκλο ενός φίλου μαζεύαμε ανακυκλώσιμα υλικά για τις μάντρες. Ευτυχώς δεν αρρώστησα τότε. Είμαι φτωχός- αλλά το συνδυασμό αρρώστειας και ανεργίας τον τρέμω», μου λέει.

Μια παρέα δυτικοευρωπαίων, με μάσκες φορεμένες στα πρόσωπά τους, φαίνεται να το διασκεδάζει περισσότερο- και δεν μπορώ να καταλάβω αν μειδιούν χαμογελώντας ειρωνευόμενοι την ελληνική πραγματικότητα, ή απλώς λένε τα δικά τους. Τους πλησιάζω- είναι Γερμανοί. Δεν έχουν έρθει για κάτι σοβαρό, η μια κοπέλα ανέβασε πυρετό. «Απλό κρύωμα μάλλον αλλά δεν έχουμε δικό μας γιατρό και ήρθαμε στο νοσοκομείο», μου λένε. Τους ρωτάω πως «φιλτράρουν» την περιρέουσα ατμόσφαιρα. «Τα αρνητικά στερεότυπα για την κατάσταση στην Ελλάδα είναι τόσο έντονα στη Γερμανία που μάλλον αιφνιδιαστήκαμε ευχάριστα- το περιμέναμε πιο splatter…

Δεν είδαμε αίματα στους τοίχους, ποντίκια και ακαθαρσίες. Και νομίζω ότι οι γιατροί σας είναι καλοί επιστήμονες, φίλοι μας στο Αμβούργο έχουν εξεταστεί από Έλληνες γιατρούς και το συζητούσαμε. Αλλά χρειάζεται πολύ υπομονή, περισσότερη από ότι στη Γερμανία, αν και «παράδεισος» δεν υπάρχει σε κανένα νοσοκομείο, πουθενά», συμπληρώνει ο ένας τους. Τους αφήνω να παρακολουθούν το κινηματογραφικό φιλμ που παίζει στην οθόνη.

Στην έξοδο ένας γιατρός κάνει το πιο γρήγορο τσιγάρο που μπορείς να φανταστείς- τέσσερις τζούρες μέχρι τη γόπα και τρεχιό για μέσα. Αν η εφημερία του δημόσιου νοσοκομείου ήτανε «σινεμά» δε θα ήταν τρόμου αλλά δραματική ταινία decadence: με καλώδια από βγαλμένες πρίζες στους τοίχους, λερωμένες τουαλέτες, ράτζα με ηλικιωμένους παρατημένα καταμεσής των διαδρόμων, βογγητά πόνου και επικλήσεις στο Χριστό. Θα μπορούσες να φύγεις από την «αίθουσα» έως και συγκινημένος από την ανθρώπινη υπερπροσπάθεια. Στην πραγματικότητα, ο αγώνας που καταβάλλεται δε φτάνει- η αγωνία είναι αληθινή.

Γαστρεντερολόγος, 35 ετών, πανεπιστημιακό νοσοκομείο της επαρχίας.

Η κίνηση στα επείγοντα έχει αυξηθεί σημαντικά. Όπως υπολογίζουμε με τους συναδέλφους μου πρέπει να έχει αυξηθεί κατά 30% συγκριτικά με το 2012 που ξεκίνησα. Κατά μέσο όρο το τμήμα επειγόντων (ΤΕΠ) και τα επί μέρους τμήματά του περισσότερα από 300 άτομα σε μια εφημερία.

Σε εμάς- ακόμα και σήμερα- το ΤΕΠ λειτουργεί σχετικά ομαλά χωρίς την ανάγκη υπέρβασης του αριθμού εφημεριών στα περισσότερα τμήματα, εκτός από εξαιρέσεις (όπως το ΤΕΠ ογκολογικού). Ο μισθός είναι 1040 ευρώ, συν τις εφημερίες (άλλα 550 ευρώ) που όμως καθυστερούν μήνες. Ακούγονται και περιπτώσεις νοσοκομείων που αυθαίρετα κατακρατούν τις αποδοχές των εφημεριών.

Οι νύχτες είναι πολύ δύσκολες- στις νυχτερινές βάρδιες το προσωπικό είναι μειωμένο. Ακόμα και κίνδυνοι υπάρχουν- τη νύχτα έρχονται μεθυσμένοι, εξαρτημένοι και οι διενέξεις είναι συνηθισμένες. Έχει τύχει να μας κολλήσει στη γωνία, εμένα και την ψυχίατρο, τοξικοεξαρτημένος με καταδίκη για ανθρωποκτονία, απειλώντας να μας σκοτώσει αν δεν του δίναμε ένα χάπι που τα νοσοκομεία δεν έχουνε… Οι σεκιουριτάδες δε μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο από το να καλέσουν την αστυνομία αν τα πράγματα ξεφύγουν.

Αρκετές φορές μας λείπουν απλά αναλώσιμα, ακόμα και βαμβάκι- αντικαθιστούνται με «πατέντες», ενώ υπάρχουν και υλικά ελαττωματικά η φτηνιάρικα. Και ο παράγοντας "νύστα" που ελαττώνει τις αντοχές αλλά και την ψυχραιμία, γιατρών και ασθενών.Κλασική εικόνα στην εφημερία μου είναι το «φουλ» από ασθενείς και συνοδούς σαλονάκι- όπου περιμένουν ακόμα και όρθιοι- και τα 2-3 φορεία που «περιμένουν» μέσα στο ΤΕΠ του Παθολογικού.

Τα νεύρα συχνά, οι διαπληκτισμοί καθημερινοί- " περιμένω 4 ώρες και ακόμα να με φωνάξετε γαμώ το μπουρδελο σας", "δηλαδή πρέπει να πάρω τηλέφωνο τον διοικητή για να με εξυπηρετήσετε;", "θα φωνάξω τα κανάλια" κλπ. Καμιά φορά ασθενείς αποχωρούν όταν εξαντλείται η υπομονή τους- μερικοί μας τα «χώνουν» πρώτα. Τηλεφωνάκια απο καθηγητάδες, πολλές φορές και από τη διοίκηση (!) για να εξυπηρετηθούν δικά της άτομα γρηγορότερα (και η ασθένεια έχει τους vip της).

Στο νοσοκομείο μου δεν υπάρχει πια κονδύλιο για διαλογή ασθενών το απόγευμα, πόσο μάλλον το βράδυ. Η διαλογή γίνεται από νοσηλευτές και με βάση το αναφερόμενο ιστορικό. Βέβαια πουθενά στον πλανήτη δεν εξυπηρετείσαι κατευθείαν- στη Σουηδία αν δεν κάνω λάθος το όριο αναμονής για τον ασθενή είναι 8 ώρες). Όμως, εκεί υπάρχει διαλογή και πρώτη γραμμή εξέτασης (π.χ. genaral practicioners στην Αγγλία ) και αυτοί διερευνούν αν ένα περιστατικό χρειάζεται εξέταση σε νοσοκομείο.

Βλέπεις διάφορους χαρακτήρες ανθρώπων- δε θα ξεχάσω έναν τύπο που έκανε φασαρία γιατί δεν τον εξετάζαμε, ενώ όλοι οι γιατροί ήμασταν στην αίθουσα ανάνηψης πάνω από έναν 65χρονο με ανακοπή. Με ρώτησε αγριεμένος «τι γίνεται» και όταν του απάντησα ότι αντιμετωπίζουμε ανακοπή, πέταξε την ατάκα του παλιανθρώπου- "και τι θέλετε δηλαδή, να πεθάνουμε και εμείς περιμένοντας;"

Τα μηχανήματα πλέον παρουσιάζουν συνεχείς βλάβες. Ενδοσκόπια, απεικονιστικά μηχανήματα κλπ βγαίνουνε off, στέλνονται ανά διαστήματα για επισκευή, ίσα για να βγαίνει η δουλειά. Σε κάποια τμήματα οι ειδικευόμενοι είναι εξαιρετικά λίγοι- τρέχουν και δε φτάνουν… Αρκετοί συνάδελφοί μου έχουν παραιτηθεί- άλλαξαν ειδικότητα η αναζήτησαν ένα καλύτερο μέλλον στο εξωτερικό. Κάποιοι δεν ασχολήθηκαν καν με το ελληνικό σύστημα υγείας- έφυγαν έξω κατευθείαν. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει burn out. Δε γνωρίζω κανέναν Έλληνα ειδικευόμενο που να πήρε άδεια λόγω burn out- κάτι που θεωρείται φυσιολογικό στην Ελβετία η στο Βέλγιο. Εδώ, ή αντέχεις και συνεχίζεις, ή παραιτείσαι. Έχω μπει σπίτι μου 3 το απόγευμα μετά από ολονυκτία σερί, χωρίς να ‘χω κλείσει τα μάτια μου στιγμή.

Πάντως οι περισσότεροι ασθενείς καταλαβαίνουν την υπερπροσπάθεια μας και έχουν την ευγένεια να πούνε ένα ευχαριστώ- μου αρκεί. Η ανεργία- άρα ανασφάλιστοι- και η δομή του ΕΟΠΠΥ στρέψανε τον κόσμο, αναγκαστικά, στο δημόσιο σύστημα υγείας. Και πραγματικά νομίζω ότι οι περισσότεροι συνάδελφοι που συνεργάζομαι κινούνται στα πλαίσια της δεοντολογίας, ακόμα και σε νοσοκομεία που κανονικά «είναι» για κλείσιμο…

Προσωπικά οργανώνω τη συνέχιση της εργασίας μου, μετά την ειδικότητα, στο εξωτερικό, αφενός για να αποκτήσω γνώσεις και παραστάσεις αλλά και γιατί πιστεύω ότι στην Ελλάδα ο τομέας της υγείας πέθανε…- τα κόμματα κατάφεραν να εξοντώσουν τόσο τη δημόσια, όσο και την ιδιωτική υγεία. Σοβαρές προσλήψεις δε γίνονται- μόνο επικουρικά- και από την άλλη, ο κόσμος αδυνατεί να πληρώσει τον ιδιώτη, ώστε να συντηρήσει τον εαυτό του και να ξεχρεώσει το ιατρείο του.

Παθολόγος, 39 ετών, σε νοσοκομείο του κέντρου της Αθήνας.

Την τελευταία 4 ετία με την εφαρμογή των προγραμμάτων στήριξης παρατηρείται στην Υγεία μια σαφής επιδείνωση της παρεχόμενης ποιότητας υπηρεσιών η οποία είναι πολυπαραγοντική. Οι συνεχείς μειώσεις στις αποδοχές των εργαζομένων έχουν δημιουργήσει πρόβλημα. Σοβαρό είναι επίσης το πρόβλημα της έλλειψης υλικού λόγω περικοπών καθώς και η αργοπορία στην επισκευή εργαστηριακών δομών, λόγω ενός δαιδαλώδους και απαρχαιωμένου συστήματος. Το κομμάτι των υπηρεσιών που επηρεάζεται περισσότερο είναι η εφημερία, που σε ένα νοσοκομείο του ΕΣΥ διαρκεί τις καθημερινές 17 ώρες και τα σαββατοκύριακα–αργίες 24 ώρες.

Το νοσοκομείο που εργάζομαι είναι ένα από τα νοσοκομεία που εντάχθηκαν στο σχέδιο διαθεσιμότητας-μετακίνησης προσωπικού με ταυτόχρονη μείωση κλινών και συγχώνευση διοικητικών/εργαστηριακών δομών. Η διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα την σοβαρή υποστελέχωση του ιατρικού προσωπικού και τη διαφυγή ιατρικών ειδικοτήτων απαραίτητων στις εφημερίες. Η εφημερία διεξάγεται με προσωπικό ασφαλείας που στην πλειονότητα αποτελείται από γενικούς παθολόγους και χειρουργούς, αφού οι υποειδικότητες έχουν σχεδόν εξαλειφθεί. Η εφημερία έρχεται εις πέρας με τη συνδρομή διευθυντών (δεν υπάρχουν πια Επιμελητές), ο νεότερος από τους οποίους είναι τουλάχιστον 55 ετών και ειδικευόμενους που δουλεύουν αδιαλείπτως, χωρίς να τηρείται ο νόμος περί ιατρικού ωραρίου, οδηγώντας τους συναδέλφους στο φαινόμενο του burn out. Και όλα αυτά για 4.8 ευρώ/ώρα αμοιβή για τον επιμελητή και 2.9 για τον ειδικευόμενο...

Γίνεται κυριολεκτικά υπερπροσπάθεια για να «βγει» η εφημερία λαμβάνοντας υπόψη και την αυξημένη προσέλευση ασθενών ως απόρροια της κρίσης. Οι ασθενείς λόγω του συναισθηματικού φόρτου που δημιουργεί η όλη κατάσταση είναι πιο ευερέθιστοι με αποτέλεσμα, όχι λίγες φορές, να δημιουργούνται παρεξηγήσεις και ένταση. Εκτός όμως από την έλλειψη ιατρικού προσωπικού υπάρχει τεράστια έλλειψη και σε νοσηλευτικό προσωπικό. Στο νοσοκομείο υπάρχουν στην εφημερία 2-3 νοσηλευτές για 4 διαφορετικά εξωτερικά ιατρεία, αριθμός σαφώς μικρότερος από αυτόν που απαιτείται για τη διεξαγωγή της με ασφάλεια. Και όλα αυτά σε συνεχείς βάρδιες για τους νοσηλευτές οι οποίοι δεν θυμούνται από πότε έχουν να πάρουν ρεπό...

Το κακό όμως δεν σταματάει εδώ... Συνεχίζεται με ελλείψεις και προβλήματα του εργαστηριακού τομέα. Λόγω της παλαιότητας πολλών μηχανημάτων, της ευρείας χρήσης και της μειωμένης συντήρησης λόγω περικοπών, είναι συχνές οι βλάβες. Πόσες φορές δεν έχει «μείνει» το νοσοκομείο χωρίς αξονικό τομογράφο, αναλυτή αερίων αίματος και άλλων εργαστηριακών εξετάσεων απαραίτητων για την εύρυθμη λειτουργία της εφημερίας. Υπάρχουν περιπτώσεις ασθενών που περιμένουν επί ώρες για τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας και εργαστηριακών εξετάσεων από το όμορο νοσοκομείο, με ότι αποτέλεσμα έχει αυτό στην ήδη εύθραυστη ψυχοσύνθεσή τους.

Μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί γιατί παραμένουν οι ιατροί στο νοσοκομείο και δεν αναζητούν αλλού εργασία. Οι προοπτικές είναι οι εξής δύο: εργασία στον ιδιωτικό τομέα ή το εξωτερικό. Ο ιδιωτικός τομέας στη χώρα μας έχει κυριολεκτικά στραγγαλιστεί και η όποια προσπάθεια για έναρξη επαγγέλματος μοιάζει με ρώσικη ρουλέτα... Όσο για την εργασία στο εξωτερικό… τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα όσο παρουσιάζονται. Και αποτελεί απόφαση ζωής να φύγεις- πολλοί συνάδελφοι δεν επιστρέφουν ποτέ. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που θέλουν να μείνουν στη χώρα τους και να παλέψουν. Αυτό σκοπεύω κι εγώ.

Ψυχίατρος, 37 ετών, σε μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο της Αθήνας.

Η Επείγουσα Ιατρική είναι ένα ξεχωριστό πεδίο στην άσκηση της Ιατρικής- και αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση τόσο για τον κλινικό, όσο και για το σύστημα υγείας γενικότερα. Από τον γιατρό απαιτούνται ευρύτερες ιατρικές γνώσεις ώστε να αναγνωρίσει γρήγορα προβλήματα υγείας που αφορούν σε άλλες ειδικότητες και να παραπέμψει αναλόγως τον ασθενή. Η διαρκής ενημέρωση και η συνεχής εκπαίδευση των γιατρών, η γνώση και η εφαρμογή τεκμηριωμένων (evidence based) διαγνωστικών αλγορίθμων και θεραπευτικών πρωτοκόλλων είναι απαραίτητα για τη βέλτιστη διαχείριση των επειγόντων περιστατικών- ανεξαρτήτως ειδικότητας. Δυστυχώς στην ελληνική πραγματικότητα η ιατρική εκπαίδευση συχνά θυσιάζεται στην κάλυψη των καθημερινών αναγκών των δημόσιων νοσοκομείων αλλά και σε επιστημονικές αντιλήψεις «παλαιού τύπου» που αποθεώνουν την εμπειρία εις βάρος της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

Ο κλινικός γιατρός στα επείγοντα πρέπει να έχει την ικανότητα ταχείας εκτίμησης μιας κατάστασης και της ιεράρχησης των περιστατικών ως προς το επείγον. Εδώ ο κάθε γιατρός θα πρέπει να κάνει συμβιβασμούς, αναγκαίους αλλά επώδυνους τόσο σε ηθικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο. Ακούει τα παράπονα των ασθενών και των συνοδών τους, ενώ οι διενέξεις είναι συχνές και με συναδέλφους , ακόμα και με το νοσηλευτικό προσωπικό.

Και υπάρχουν οι γραφειοκρατικές διαδικασίες- που εκτός από πηγή εκνευρισμού για τους ασθενείς και το περιβάλλον τους- καθυστερούν και αποπροσανατολίζουν τον κλινικό γιατρό, σε βαθμό που μπορεί να αποβούν τελικά επικίνδυνες για τον ασθενή. Η απλούστευση της γραφειοκρατίας, η απαλλαγή του γιατρού από το φόρτο της, η επαρκής επάνδρωση των νοσοκομείων με το αναγκαίο προσωπικό, όλα αυτά είναι κρίσιμα ζητήματα. Στα Επείγοντα συχνά καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε περιστατικά που δεν είναι επείγοντα…- ακόμη και απλές συνταγογραφήσεις. Εξηγείται βέβαια- ολοένα αυξάνονται οι άνθρωποι που για οικονομικούς λόγους δεν προσφεύγουν σε ιδιώτες γιατρούς, ενώ και οι δημόσιες Πρωτοβάθμιες Υπηρεσίες Υγείας πάσχουν από υποστελέχωση και μοιραία καθυστερούν.

Η υπομονή, η ικανότητα διατήρησης της ψυχραιμίας και της λογικής στις πιο ακραίες συνθήκες έντασης, φόβου, πόνου (σωματικού ή ψυχικού), η εχεμύθεια και ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αποτελούν τη βάση της λειτουργίας του γιατρού στα Επείγοντα. Ειδικά στην Ψυχιατρική, η ικανότητα της αντίληψης του προβλήματος από τη θέση του ασθενούς (ενσυναίσθηση), η εγκατάσταση ασφαλούς περιβάλλοντος-βάσης στήριξης για τον ασθενή, η ικανότητα λεπτών χειρισμών, αλλά και η ζεστασιά και η αυθεντικότητα, είναι «προαπαιτούμενα» για τον ψυχίατρο των Επειγόντων.

Στα επείγοντα ψυχιατρικά οι άνθρωποι φθάνουν σε ακραίες καταστάσεις, με αιτήματα των ίδιων των ασθενών ή των συγγενών τους, ακόμα και των Αρχών. Οι αιτίες προσέλευσης ποικίλουν: κατάθλιψη σημαντικού βαθμού, άγχος, αυτοκτονικότητα, παραληρητικές ιδέες, βίαιη-επιθετική συμπεριφορά, διαταραχές συμπεριφοράς, διαταραχές σχετιζόμενες με τη χρήση ουσιών. Κοινός παρονομαστής είναι πάντοτε η ανάγκη των ασθενών και των συγγενών να ακουστούν, να «ακουμπήσουν» κάπου -έστω για λίγο- το πρόβλημά τους και τα προσωπικά τους αδιέξοδα, να γίνουν σεβαστοί και «να τους καταλάβουν».

H οικονομική κρίση, τα ρεαλιστικά οικονομικά αδιέξοδα των ασθενών και των οικογενειών τους, διαποτίζουν την καθημερινή κλινική εμπειρία των Ψυχιάτρων στις εφημερίες. Ειδικά στην Ψυχιατρική, οι ανθρώπινη διάσταση προβάλλει ως η σημαντικότερη πλευρά της αντιμετώπισης μιας κατάστασης. Υποβαθμίζεται, όμως, από εξαντλητικά ωράρια, κακές συνθήκες εργασίας, στιγματιστικές αντιλήψεις και προκατάληψη- ακόμα και από γιατρούς- για ορισμένες ομάδες ασθενών. Συχνά υπάρχει ανάγκη ιατρικών παρεμβάσεων, απαραίτητων για τη διαφύλαξη της ασφάλειας του ίδιου του ασθενή ή τρίτων προσώπων- παρεμβάσεις που μπορεί να είναι αντίθετες στη θέληση του ασθενή. Μπορεί να χρειαστεί ακούσια νοσηλεία και φαρμακευτική αγωγή καθήλωσης. Ο ψυχίατρος πρέπει να εξηγήσει όσο καλύτερα την αναγκαιότητα αυτών και να διασφαλίσει ταυτόχρονα τη σωματική ακεραιότητα αλλά και την αξιοπρέπεια των ασθενών.

Το σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης (burn out syndrome) των γιατρών στα Επείγοντα έχει μελετηθεί αρκετά τις τελευταίες δεκαετίες. Πηγάζει από διάφορα προβλήματα στη διάρθρωση των Υπηρεσιών Υγείας- κυρίως από τον εξαντλητικό φόρτο εργασίας που επιβαρύνει σημαντικά την ποιότητα ζωής. Κύρια στοιχεία του συνδρόμου είναι η συναισθηματική εξάντληση, η δυσαρέσκεια από την εργασία του και η αποπροσωποποίηση- με αρνητικά, ενίοτε κυνικά συναισθήματα του επαγγελματία γιατρού έναντι των ασθενών του.

Τελικά- και πέρα από τις μεγάλες αδυναμίες του συστήματος- στα Επείγοντα απεικονίζεται μια βαθιά ανθρώπινη πτυχή των ζωών μας. Η εμπειρία τους μοιάζει με πίνακα που χρωματίζεται από τα συναισθήματα όλων όσων συμμετέχουν σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές. Σαν εμπειρία είναι αξέχαστη- ένα μακρύ ταξίδι και δύσκολο στοίχημα για τους γιατρούς που καλούνται σε στιγμές έντασης να αντιληφθούν και να απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο. Και την αγωνία όλων.