Η «κατάρα» της Μιχαήλ Βόδα: Η ιστορία της οδού όπου δολοφονήθηκε με φρικτό τρόπο η 4χρονη Άννυ

Η «κατάρα» της Μιχαήλ Βόδα: Η ιστορία της οδού όπου δολοφονήθηκε με φρικτό τρόπο η 4χρονη Άννυ
|

Είναι η οδός του κέντρου της Αθήνας που οι αστυνομικοί την αποκαλούν «καταραμένη». Εκεί έχουν συμβεί εγκλήματα που δεν τα χωρά ο ανθρώπινος νους, δίπλα από νοικοκυραίους και παιδιά που το πρωί πηγαίνουν στο σχολείο και το απόγευμα παίζουν στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα. Όλα συμβαίνουν πίσω από κλειστές πόρτες και συχνά δεν μαθαίνονται ποτέ.

Η Μιχαήλ Βόδα ήρθε και πάλι στο προσκήνιο από το φρικτό έγκλημα με θύμα έναν «άγγελο». Την 4χρονη Άννυ που δολοφονήθηκε από τον ίδιο της τον πατέρα. Ο 27χρονος Βούλγαρος μέσα σε ένα σκοτεινό υπόγειο στον αριθμό 73 δεν σταμάτησε στο φόνο αλλά έφτασε στο σημείο να εξαφανίσει με κτηνώδη τρόπο το κορμί του παιδιού. Οι σκηνές φρίκης δεν περιγράφονται. Οι περαστικοί που περνούν από το σημείο βλέπουν ακόμα τα μικροσκοπικά παράθυρα που προεξέχουν μερικές δεκάδες εκατοστά από το έδαφος να είναι καλυμμένα με τις πετσέτες που τοποθέτησε ο παιδοκτόνος. Με τον τρόπο αυτό θέλησε να κρύψει την απανθρωπιά του.

Οι κάτοικοι της περιοχής μιλούν αμήχανα για την υπόθεση της Άννυ, όπως και για τα υπόλοιπα εγκλήματα που έχουν συμβεί στην οδό. Δεν είδαν, δεν άκουσαν. Οι αστυνομικοί από τα ευρήματα έχουν εξακριβώσει ότι το παιδί κακοποιούνταν συστηματικά από τον πατέρα του αλλά δυστυχώς η γειτονιά δεν ήξερε τίποτα και δεν κατήγγειλε οτιδήποτε.

Κανείς δεν άκουσε ούτε για τις φυλακισμένες γυναίκες τις οποίες κρατούσαν σε υπόγειο της Μιχαήλ Βόδα μαστροποί βιάζοντας και ξυλοκοπώντας τες με σκοπό την εκπόρνευσή τους, ούτε για τη δολοφονία με θύμα 56χρονο υπάλληλο σούπερ μάρκετ μέσα στο σπίτι του στον αριθμό 26.

Η Σουζάνα Ασένοβα, βουλγαρικής καταγωγής, διατηρεί κατάστημα ψιλικών ακριβώς δίπλα από το διαμέρισμα όπου δολοφονήθηκε η μικρή Άννυ και περιγράφει την κατάσταση στη γειτονιά: «Εδώ πέρα δεν μπορούμε να ξέρουμε τι κάνει ο καθένας στο σπίτι του. Είναι απρόσωπες οι σχέσεις. Την Άννυ την έβλεπα με τον πατέρα της, μου έκαναν κάποια πράγματα εντύπωση αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ τι περνάει αυτό το παιδί πίσω από τις κλειστές πόρτες του σπιτιού. Τη μητέρα της την έβλεπα με γυναικεία ψώνια και μου έκανε εντύπωση ότι παρότι αναζητούσε το κορίτσι είχε διάθεση για κάτι τέτοιο».

Μερικές δεκάδες μέτρα μακριά από το μαγαζί της, στον αριθμό 26, στις 18 Ιανουαρίου 2013 είχε βρεθεί μέρα μεσημέρι νεκρός μέσα στο διαμέρισμά του 56χρονος υπάλληλος σούπερ μάρκετ. Το θύμα εντοπίστηκε δεμένο με σχοινιά και φιμωμένο με μία κάλτσα στο στόμα. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση πέθανε από ασφυξία.

Η πόρτα του σπιτιού ήταν παραβιασμένη και κλειδωμένη από μέσα. Οι αστυνομικοί της Ασφάλειας Αττικής εκτιμούν ότι ο 56χρονος φώναξε και αντιστάθηκε απέναντι στο δολοφόνο του. Οι γείτονες, δυστυχώς, δεν άκουσαν τίποτα. Τον άνδρα βρήκαν οι συνάδελφοί του, οι οποίοι ανησύχησαν επειδή δεν είχε πάει στη δουλειά και δεν σήκωνε το τηλέφωνό του. Η Αστυνομία θεωρεί ως πιθανότερο να πρόκειται είτε για ένα στυγερό έγκλημα πάθους είτε για ληστεία.

«Με τον άνθρωπο είχαμε ένα γεια. Ξέραμε που δουλεύει και που μένει αλλά μέχρι εκεί. Έμαθα για το θάνατό του αρκετές ημέρες αργότερα», λέει ο κ. Κώστας, γείτονας του θύματος.

Φυλακισμένες γυναίκες

Οι φωνές ανθρώπων που πέφτουν θύματα κτηνώδους βίας στην «καταραμένη» οδό χάνονται ως δια μαγείας. Έτσι έγινε και στην περίπτωση της 22χρονης Adisa.

Ο μαστροπός που την έφερε από την πατρίδα της στην Ελλάδα υποσχόμενος μία καλύτερη τύχη την φυλάκισε σε διαμέρισμα-κελί στη Μιχαήλ Βόδα. Το ίδιο έκανε και σε δεκάδες άλλες κοπέλες πριν απ’ αυτήν. Η Adisa πριν έρθει στη χώρα μας ζούσε με τα οχτώ αδέρφια της στην πόλη Kano της Νιγηρίας. Στην κατάθεσή της στην Ασφάλεια μετά τη σύλληψη του μαστροπού αναφέρει:

«Κλείδωνε τις πόρτες και με βίαζε. Για να πειστεί ότι δεν θα μιλήσω σε κανέναν με εξανάγκασε να βάλω το χέρι μου στο αναμμένο μάτι της κουζίνας, ενώ μου έκοψε τρίχες από τα μαλλιά μου και τμήμα των νυχιών μου. Άρχισε να μου δίνει εντολές. Μου είπε ότι η ερωτική επαφή με τους πελάτες εάν πραγματοποιούνταν στο αυτοκίνητο θα κόστιζε περίπου 20 ευρώ, ενώ σε ξενοδοχείο 30 ευρώ, το δωμάτιο του οποίου θα πλήρωναν οι ίδιοι».

Όταν του ζήτησε να φύγει και της το αρνήθηκε πήρε την κατάσταση στα χέρια της: «Την τελευταία φορά που αρνήθηκε πήρα ένα μαχαίρι υπό τεράστια ψυχολογική φόρτιση και απείλησα ότι αν δεν με αφήσει να φύγω θα τον σκοτώσω. Εκείνος φοβήθηκε πιστεύοντας ότι θα τον σκοτώσω και με άφησε να φύγω από τον έλεγχό του».

Το εντυπωσιακό είναι ότι κανείς δεν αντιλήφθηκε ποτέ τις φωνές της που έβγαιναν από το υπόγειο.

Ερωτηθείς ο παλιός κάτοικος της περιοχής κ. Γιώργος Καλογιαννίδης για το πώς γίνεται κανείς να μην ακούει τίποτε απαντά: «Αυτό γίνεται γιατί έχει μαζευτεί στην περιοχή κόσμος από διάφορα σημεία της Αθήνας ανάμεσα στον οποίο βρίσκονται εγκληματικά στοιχεία. Οι παλιοί κάτοικοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι τι γίνεται μέσα στο σπίτι ανθρώπων που είναι εγκληματίες και εμείς δεν γνωρίζουμε το ποιόν τους. Πριν από πολλά χρόνια είχε δολοφονηθεί και ένας δικός μου φίλος. Πριν την υπόθεση της μικρής Άννυ πάντως είχαμε καιρό να ακούσουμε για κάποιο τόσο στυγερό έγκλημα».

Ο «ματωμένος» φούρνος και ο τρομοκράτης

Στη συμβολή των οδών Μιχαήλ Βόδα και Ιουλιανού, σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, άνοιξε το 1999 ο πρώτος φούρνος, του οποίου οι ιδιοκτήτες κατηγορήθηκαν –ο ένας καταδικάστηκε πρόσφατα- για μαστροπεία.

Το κατάστημα αυτό λόγω της μεγάλης πελατείας που είχε έγινε η αφορμή για να επεκταθεί η δραστηριότητα τους σε όλη την Αθήνα φτιάχνοντας μία από τις γνωστότερες αλυσίδες φούρνων.

Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας εκτιμούν ότι ο ένας από τους δύο ιδιοκτήτες απλά ξέπλενε με τον τρόπο αυτό χρήματα από την εκπόρνευση γυναικών. Κατηγορούνται άλλωστε ότι είχαν υπό τον έλεγχό τους πολλά στριπτιτζάδικα στην Αττική, ενώ είχαν διαύλους για να φέρνουν γυναίκες από χώρες των Βαλκανίων και όχι μόνο.

Η… ιστορία του «καταραμένου» δρόμου δεν σταματά εδώ. Και αυτό γιατί από το «κάδρο» δεν λείπει ο κόσμος των λεγόμενων «μεγαλοποινικών» που κινούνται στις παρυφές της νεοτρομοκρατίας. Ένας από τους περιβόητους «ληστές του Διστόμου, ο Σπύρος Χριστοδούλου, είχε βρει κρησφύγετο στη Μιχαήλ Βόδα, όπου είχε κάνει έφοδο τον Αύγουστο του 2014 η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία.

Το διαμέρισμα είχε νοικιάσει ο ίδιος ο Σπύρος Χριστοδούλου προπληρώνοντας έξι νοίκια αλλά το εγκατέλειψε δύο μήνες νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 2013, αφού το έβαψε πρώτα για να μην αφήσει πίσω του ίχνη. Η Αστυνομία εντόπισε στο διαμέρισμα της Μιχαήλ Βόδα παλαμικό του αποτύπωμα πιστοποιώντας την παρουσία του στο χώρο.

Ο Σπύρος Χριστοδούλου τον Οκτώβριο του 2001 συνελήφθη έπειτα από ανταλλαγή πυροβολισμών με αστυνομικούς στα διόδια των Αφιδνών. Επιχείρησε να ρίξει χειροβομβίδα εναντίον των αστυνομικών, όμως τραυματίστηκε από πυροβολισμούς στα πόδια.

Τον Φεβρουάριο του 2002 μαζί με τον ελληνοαμερικανό κακοποιό της «μαφίας της Ηλιούπολης» Πίτερ Σέντομ απέδρασε από τον Κορυδαλλό. Τα τελευταία χρόνια ο Χριστοδούλου είχε ως βάση την περιοχή του Ναυπλίου, όπου διατηρούσε προσωπικές επαφές με άτομα από το περιβάλλον τού πρώην αστυνομικού Νικήτα Μαυρίκη (κατηγορήθηκε για ληστείες, δολοφονήθηκε τον Ιούνιο του 2011 στα Καμίνια).

Τον Μάιο του 2012 η συμμορία του Χριστοδούλου θεωρείται ότι ενεπλάκη στη ληστεία σε τράπεζα της Νεμέας με λεία 280.000 ευρώ, όπου εμφανίστηκαν σαν αμέριμνοι τουρίστες. Μαζί του φέρονται από την ΕΛ.ΑΣ. να ήταν ο Νίκος Μαζιώτης, ο Γιώργος Πετρακάκος και ο Σπύρος Δραβίλας.