Ο πόλεμος με το Ιράν δεν εξελίσσεται πλέον μόνο σε μια στρατιωτική και γεωπολιτική δοκιμασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετατρέπεται σταδιακά και σε πολιτικό πρόβλημα για τον Ντόναλντ Τραμπ, λίγους μήνες πριν από τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο.
Και ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο για τον Αμερικανό πρόεδρο δεν είναι απλώς η πτώση της δημοτικότητάς του. Είναι ότι οι Ρεπουμπλικανοί αρχίζουν να χάνουν δύο από τα παραδοσιακά ισχυρότερα χαρτιά τους: την οικονομία και την εθνική ασφάλεια.
Το «καμπανάκι» των δημοσκοπήσεων
Η τελευταία μέτρηση Reuters/Ipsos καταγράφει μια σχεδόν ιστορική ανατροπή. Μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, το 37% θεωρεί ότι οι Δημοκρατικοί έχουν καλύτερη προσέγγιση στα ζητήματα πολέμου, διεθνών συγκρούσεων και τρομοκρατίας, έναντι 36% των Ρεπουμπλικανών.
Αριθμητικά πρόκειται ουσιαστικά για ισοπαλία. Πολιτικά, όμως, είναι εξαιρετικά σημαντικό: μετά τις εκλογές του 2024
οι Ρεπουμπλικανοί προηγούνταν στο συγκεκριμένο πεδίο κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες.
Ανάλογη είναι η εικόνα στη δημοσκόπηση της Fox News. Τον Ιανουάριο, πριν αρχίσει ο πόλεμος με το Ιράν, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είχε προβάδισμα 12 μονάδων στην εθνική ασφάλεια. Τον Ιούλιο η διαφορά είχε περιοριστεί μόλις στις δύο μονάδες, με 50% έναντι 48%.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα του Τραμπ. Η εθνική ασφάλεια αποτελούσε επί δεκαετίες προνομιακό πεδίο των Ρεπουμπλικανών. Ακόμη και το 2023 προηγούνταν των Δημοκρατικών κατά 22 μονάδες στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Το Ιράν αλλάζει την πολιτική εικόνα
Ο πόλεμος φαίνεται να αποτελεί βασικό παράγοντα της μεταστροφής.
Πέντε μήνες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, μόλις 35% των Αμερικανών εγκρίνει τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ, ενώ περίπου οι μισοί θεωρούν ότι η Μέση Ανατολή οδηγείται σε ακόμη μεγαλύτερο χάος. Μόνο 17% εκτιμά ότι η περιοχή θα γίνει σταθερότερη.
Σε προηγούμενη έρευνα Reuters/Ipsos, μόλις περίπου ένας στους τρεις Αμερικανούς δήλωνε ότι υποστηρίζει τον πόλεμο, ενώ η πλειονότητα θεωρούσε ότι ο Τραμπ δεν είχε εξηγήσει επαρκώς τους στόχους της αμερικανικής εμπλοκής. (Reuters
Η αντίφαση είναι πολιτικά δύσκολη για τον ίδιο τον πρόεδρο. Ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος ότι δεν θα οδηγήσει τις ΗΠΑ σε νέους «ατελείωτους πολέμους». Τώρα βρίσκεται επικεφαλής μιας πολεμικής εμπλοκής που διαρκεί μήνες, έχει τεράστιο οικονομικό κόστος και δεν διαθέτει ακόμη ευδιάκριτη στρατηγική εξόδου.
Χάνει έδαφος και στην οικονομία
Το δεύτερο ανησυχητικό μέτωπο για τον Λευκό Οίκο είναι η οικονομία.
Σύμφωνα με την τελευταία μέτρηση της Fox News, οι Δημοκρατικοί προηγούνται 54%-45% στο ερώτημα ποιο κόμμα μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα την οικονομία. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη υπεροχή των Δημοκρατικών στη συγκεκριμένη μέτρηση από το 2006. Στον πληθωρισμό το προβάδισμά τους φθάνει τις δέκα μονάδες.
Και η Reuters/Ipsos δείχνει ανάλογη μεταβολή: 37% έναντι 36% θεωρεί ότι οι Δημοκρατικοί διαθέτουν καλύτερο οικονομικό σχέδιο.
Η σύγκρουση με το Ιράν έχει επιβαρύνει το πρόβλημα μέσω των ενεργειακών τιμών, ενώ τον Ιούλιο η αμερικανική οικονομία έχασε 23.000 θέσεις εργασίας. Παράλληλα, τα στοιχεία Μαΐου και Ιουνίου αναθεωρήθηκαν συνολικά προς τα κάτω κατά 103.000 θέσεις. Η ανεργία διαμορφώθηκε στο 4,1%, αλλά την ίδια στιγμή 264.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν το εργατικό δυναμικό.
Την ίδια ώρα η Μέση Ανατολή ξαναφλέγεται
Και ενώ οι πολιτικές πιέσεις αυξάνονται στην Ουάσινγκτον, στο πεδίο η κατάσταση κάθε άλλο παρά αποκλιμακώνεται.
Οι Χούθι της Υεμένης ανακοίνωσαν ότι έπληξαν με drone διυλιστήριο της Saudi Aramco στην Τζαζάν, στη νοτιοδυτική Σαουδική Αραβία. Στην εγκατάσταση εκδηλώθηκε πυρκαγιά, η οποία κατασβέστηκε χωρίς τραυματισμούς. Το διυλιστήριο έχει δυνατότητα επεξεργασίας περίπου 400.000 βαρελιών αργού πετρελαίου ημερησίως. (HuffPost Greece
Ο στρατιωτικός εκπρόσωπος των Χούθι, Γιαχία Σάρι, παρουσίασε την επίθεση ως αντίποινα για τις καταγγελλόμενες παραβιάσεις του εναέριου χώρου της Υεμένης από σαουδαραβικά drones.
Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη επειδή επαναφέρει τη Σαουδική Αραβία στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης που ήδη επηρεάζει τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.
Η Τεχεράνη ανεβάζει την τιμή για το Ορμούζ
Παράλληλα, το Ιράν σκληραίνει τους όρους του για την πλήρη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Οι χωριστές συνομιλίες Ιράν–Ομάν για νέες θαλάσσιες διαδρομές βρίσκονται, σύμφωνα με την Τεχεράνη, στο τελικό στάδιο. Ωστόσο η ιρανική πλευρά ξεκαθαρίζει ότι μια συμφωνία με το Ομάν δεν σημαίνει αυτομάτως πλήρες άνοιγμα των Στενών. (Reuters
Η Τεχεράνη έχει θέσει ένα ιδιαίτερα βαρύ πακέτο απαιτήσεων: τερματισμό του πολέμου και των επιθέσεων εναντίον του Ιράν και των συμμάχων του, άρση του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών, άρση των κυρώσεων, αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, αποχώρηση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από την περιοχή και αποζημιώσεις για τις καταστροφές του πολέμου. (HuffPost Greece
Την ίδια στιγμή, πάντως, ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν εμφανίζεται περισσότερο διαλλακτικός και μιλά για θετική δυναμική προς μια διπλωματική διέξοδο, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά τις διαφορετικές γραμμές που συνυπάρχουν στο εσωτερικό του ιρανικού συστήματος εξουσίας.
Το άλλο τεράστιο πρόβλημα των ΗΠΑ: Αδειάζουν οι Patriot
Πίσω όμως από τη διπλωματική και πολιτική συζήτηση υπάρχει ένα εξαιρετικά σοβαρό στρατιωτικό ζήτημα: η τεράστια κατανάλωση αμερικανικών πυρομαχικών.
Σύμφωνα με εκτίμηση του Center for Strategic and International Studies (CSIS), από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν περίπου το 65% των πυραύλων Patriot που διέθεταν
Πριν από την έναρξη του πολέμου εκτιμάται ότι υπήρχαν περίπου 2.330 αναχαιτιστικά βλήματα. Πλέον έχουν απομείνει λιγότερα από 850. Οι ακριβείς αριθμοί αποτελούν στρατιωτικό απόρρητο και συνεπώς πρόκειται για εκτιμήσεις βασισμένες σε ανοικτές πηγές. (HuffPost Greece
Η κατάσταση είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή στη Σαουδική Αραβία. Το CSIS εκτιμά ότι μέσα στις πρώτες 38 ημέρες της σύγκρουσης το Ριάντ χρησιμοποίησε περίπου το 86% των PAC-3 που διέθετε, με αποτέλεσμα τον Απρίλιο να έχει απομείνει με περίπου 400 πυραύλους.
Κάθε βλήμα PAC-3 κοστίζει περίπου 4 έως 5 εκατομμύρια δολάρια, ενώ μια νέα συστοιχία Patriot μπορεί να ξεπεράσει συνολικά το ένα δισεκατομμύριο δολάρια.
Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους Patriot. Το Reuters αποκάλυψε στις 4 Αυγούστου ότι οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει σχεδόν το σύνολο ορισμένων αποθεμάτων πυραύλων ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς κατά τη διάρκεια του πολέμου, δημιουργώντας ένα πρόβλημα αναπλήρωσης που δεν μπορεί να λυθεί από τη μία ημέρα στην άλλη. (Reuters
Και στο βάθος ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ
Μέσα σε αυτή την εξαιρετικά εύθραυστη συγκυρία, η Τεχεράνη έδωσε στη δημοσιότητα και το πρώτο βίντεο με τον νέο Ανώτατο Ηγέτη του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, μετά την έναρξη του πολέμου.
Το υλικό μεταδόθηκε από το ημιεπίσημο πρακτορείο Mehr. Ο Χαμενεΐ εμφανίζεται να συνομιλεί με ανθρώπους γύρω του και, τουλάχιστον στις εικόνες που δημοσιοποιήθηκαν, δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει εμφανές σοβαρό πρόβλημα υγείας. (HuffPost Greece)
Η χρονική στιγμή της δημοσίευσης δεν ήταν τυχαία. Ισραηλινά μέσα είχαν μεταδώσει πληροφορίες ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν εξαιρετικά κρίσιμη και ότι είχε μεταφερθεί σε νοσοκομείο.
Ωστόσο υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια: δεν ανακοινώθηκε πότε ακριβώς γυρίστηκε το βίντεο, γεγονός που δεν επιτρέπει ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι οι εικόνες είναι πρόσφατες.
Ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ανέλαβε Ανώτατος Ηγέτης μετά τον θάνατο του πατέρα του, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου. Έκτοτε είχε αποφύγει τις δημόσιες εμφανίσεις και επικοινωνούσε κυρίως μέσω γραπτών δηλώσεων.
Ο πόλεμος περνά από το πεδίο στις κάλπες
Έτσι, πέντε μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, τα διαφορετικά κομμάτια της εικόνας αρχίζουν να ενώνονται.
Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες πανάκριβων πυρομαχικών. Η Τεχεράνη δεν έχει υποχωρήσει πολιτικά. Το Ορμούζ παραμένει αντικείμενο σκληρού παζαριού. Οι Χούθι μπορούν ακόμη να πλήττουν κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις. Και στο εσωτερικό των ΗΠΑ οι ψηφοφόροι εμφανίζονται ολοένα πιο δύσπιστοι απέναντι στη στρατηγική του Λευκού Οίκου.
Για τον Ντόναλντ Τραμπ αυτό ίσως αποτελεί τη μεγαλύτερη πολιτική απειλή: ο πόλεμος με το Ιράν αρχίζει να ενώνει σε ένα πρόβλημα την εξωτερική πολιτική, την εθνική ασφάλεια, την ακρίβεια και την οικονομία.
Και όλα αυτά συμβαίνουν μόλις τρεις μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο Τραμπ δεν χρειάζεται απαραίτητα να χάσει τον πόλεμο στο στρατιωτικό πεδίο για να πληρώσει το τίμημά του στις κάλπες. Αρκεί ένα κρίσιμο τμήμα των Αμερικανών ψηφοφόρων να αρχίσει να πιστεύει ότι ο πόλεμος δεν έχει σαφή έξοδο και ότι ο λογαριασμός, στρατιωτικός και οικονομικός, γίνεται ολοένα μεγαλύτερος.