Τέσσερις ερωτήσεις για να κατανοήσουμε καλύτερα την ψυχική υγεία του παιδιού μας κατά την πανδημία

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, Σάββατο 10 Οκτωβρίου.

Τα παιδιά έχουν περάσει πολλά από τότε που ξεκίνησε η πανδημία του COVID-19. Κλείσιμο σχολείου, τεράστιες αλλαγές στον τρόπο κοινωνικοποίησης και συνεχής αβεβαιότητα σχετικά με το τι θα ακολουθήσει.

Το θετικό σύμφωνα με τους ειδικούς στον τομέα της ψυχικής υγείας, είναι πως τα παιδιά έχουν μεγάλες αντοχές. Υπάρχουν όμως και εκείνα που δυσκολεύονται. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε, το 60% των εφήβων νιώθουν μοναξιά ενώ ένα 50% νιώθουν άγχος, με το 1/3 των γονιών να δηλώνουν ότι από τον Μάρτιο η ψυχική υγεία των παιδιών τους έχει παρουσιάσει κάποιο θέμα. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό και μας το υπενθυμίζει η σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να αντιμετωπίσουν την πανδημία και όσα τους έχει προκαλέσει. Μία απλή κίνηση είναι ρωτήσουμε πως νιώθουν. Αλλά αυτές οι συζητήσεις δεν είναι πάντα εύκολες, ειδικά αν δεν το συνηθίζουμε ή εάν το παιδί μας δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικό.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, μπορούμε να κάνουμε τέσσερις ερωτήσεις που θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα την ψυχική υγεία του παιδιού μας.

1. Πώς βλέπεις όσα συμβαίνουν αυτή την εποχή;

Η διευθύντρια των κέντρων για την παιδική ψυχική υγεία, Child Mind Institute’s Mood Disorders Center, Τζιλ Εμάνουελ προτείνει η πρώτη επαφή να γίνει με μία «γενικευμένη ερώτηση». Όπως, τι σκέφτεται ή πώς νιώθει με όσα συμβαίνουν αυτό τον καιρό. Μπορούμε μάλιστα να μην αναφέρουμε καθόλου τις λέξεις, κορονοϊός ή πανδημία.

2. Πώς νομίζεις οι φίλοι σου αντιμετωπίζουν τα πράγματα;

Ορισμένα παιδιά μπορούν να απαντήσουν ελεύθερα σε ερωτήσεις γενικού περιεχομένου. Άλλα πάλι να μην έχουν τίποτα να πουν. Σε μία τέτοια περίπτωση θα βοηθούσε αν στην συζήτηση «συνδέαμε» τους φίλους του ή κάποιον αγαπημένο τηλεοπτικό χαρακτήρα, έτσι ώστε να κάνουμε το παιδί μας να νιώσει πιο άνετα για να εκφραστεί, υπογραμμίζει ο ψυχολόγος και διευθύνων σύμβουλος της iOpening Enterprises, Αϊζέα Πίκενς.

Για παράδειγμα θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε «Πώς νιώθουν οι φίλοι σου για τον κορονοϊό;», ή να κάνουμε μία οικογενειακή συζήτηση με θέμα «Πώς νιώθουμε όλοι μας αυτό τον καιρό», αποσυμφορίζοντας έτσι κάπως το παιδί, συμπληρώνει η Τζιλ Εμάνουελ.

Η ουσία είναι ότι ορισμένα παιδιά δεν είναι καλοί ομιλητές. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως σηκώνουμε τα χέρια. Όπως μας λέει η Τζιλ Εμάνουελ, μπορούμε να τους ρωτήσουμε με τρόπο και δεν χρειάζεται να γίνεται σε καθημερινή βάση αλλά ούτε και κάθε εβδομάδα. Αρκεί να το προσπαθήσουμε.

Αν τώρα το παιδί μας ήταν πάντα ανοιχτό σε συζήτηση και σήμερα είναι επιφυλακτικό, αυτό είναι κάτι που πρέπει να μας απασχολήσει.

3. «Εγώ νιώθω...(βάζουμε διάφορα επίθετα). Εσύ πώς είσαι;

Αν και οι γενικόλογες ερωτήσεις είναι πολύτιμες, καλό είναι να αναφερθούμε στο πώς νιώθουμε εμείς. Ετσι δείχνουμε πώς όλοι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν μια σωρεία προβλημάτων.

Προσδιορίζουμε τα συναισθήματα μας με διάφορα επίθετα, ειδικά αν το παιδί μας είναι μικρό σε ηλικία και μαθαίνει τώρα πώς να αναγνωρίζει τα συναισθήματα του και να χρησιμοποιεί λέξεις για να τα εκφράζει, είναι η άποψη του Αϊζέα Πίκενς.

Για παράδειγμα, «Τι σε κάνει να νιώθεις ανήσυχος / νευρικός / ενθουσιασμένος / αμήχανος όταν μιλάς;»

Θέλουμε να δώσουμε χώρο στα παιδιά μας για να μπορέσουν να μοιραστούν μαζί μας εμπειρίες και συναισθήματα, ενώ χρησιμοποιούμε ποικιλία λέξεων, ούτως ώστε να τα βοηθήσουμε να εκφράσουν αυτό που νιώθουν.

4. Τι σε ενθουσιάζει αυτό τον καιρό; Τι αγαπάς πραγματικά;

Ένας άλλος τρόπος για να κατανοήσουμε πόσο το επηρεάζει η κατάσταση της πανδημίας και πόσο καλά το αντιμετωπίζει, είναι να ρωτήσουμε τι του δίνει ευχαρίστηση, μας εξηγεί ο Αϊζέα Πίκενς.

Θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε, «Τι σου δίνει ενέργεια; Τι σε κάνει χαρούμενο;»

Αυτοί οι τύποι ερωτήσεων θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε την ψυχική και συναισθηματική ευεξία του παιδιού μας στην παρούσα φάση και κατά πόσο αντιμετωπίζουν οποιαδήποτε δυσκολία. Οι γονείς πρέπει να δίνουν μεγάλη προσοχή στις συνεχείς αλλαγές στη συμπεριφορά τους, συμπεριλαμβανομένου της απώλειας ενθουσιασμού για δραστηριότητες, εντός και εκτός σχολείου ή σε πράγματα που κάποτε τους ενδιέφεραν και αφιέρωναν τον χρόνο τους.

«Οποιαδήποτε αλλαγή στην συμπεριφορά που δεν είναι στο χαρακτήρα του παιδιού και τείνει να γίνει συνήθεια, αυτομάτως είναι καμπανάκι για άμεση δράση από τους γονείς», λέει η Τζιλ Εμάνουελ.