Ένα από τα θέματα που απασχόλησε μόλις χθες την επικαιρότητα ήταν η καταγγελία για περιστατικό ρατσιστικής και λεκτικής επίθεσης σε βάρος 13χρονης μαθήτριας με καταγωγή από την Κένυα, σε γυμνάσιο της Αττικής.
Η παρουσία παιδιών μεταναστευτικής καταγωγής στις σχολικές τάξεις αποτελεί εδώ και χρόνια μέρος της εκπαιδευτικής πραγματικότητας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο ουσιαστική την ανάγκη καλλιέργειας του σεβασμού στη διαφορετικότητα.
Η έρευνα άλλωστε, δείχνει πόσο σημαντική μπορεί να είναι η ίδια η συνύπαρξη. Όταν παιδιά διαφορετικής καταγωγής βρίσκονται στην ίδια τάξη, μεγαλώνουν μαζί, συνεργάζονται, παίζουν και δημιουργούν φιλίες, η διαφορετικότητα παύει να είναι κάτι άγνωστο και γίνεται μέρος της καθημερινότητάς τους. Η επαφή με ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής από μικρή ηλικία μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να γνωρίσουν καλύτερα το ένα το άλλο, να μειώνουν τις αποστάσεις και να βλέπουν τη διαφορετικότητα με μεγαλύτερη οικειότητα.
Επιστημονική ανάλυση του 2024, η οποία εξέτασε 79 μελέτες και συνολικά 56.552 μαθητές, βρήκε ότι οι συνθήκες που ευνοούν την ουσιαστική επαφή μεταξύ διαφορετικών ομάδων συνδέονται με θετικότερες διαομαδικές σχέσεις, περισσότερες φιλίες μεταξύ παιδιών διαφορετικής καταγωγής, αλλά και με το αίσθημα του ανήκειν και την ευημερία των μαθητών.
Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό: η διαφορετικότητα δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται στα παιδιά ως κάτι που πρέπει να «διαχειριστούμε» απομακρύνοντας τον έναν από τον άλλον.
Η πρώτη μας σκέψη μπορεί να είναι: Καταλαβαίνουν τα παιδιά τι ακριβώς είναι η έννοια της διαφορετικότητας ή της μειονότητας; Ή απλώς βλέπουν τα άλλα παιδιά σαν τους συμμαθητές και τους φίλους τους;
Εκείνα, μέσα στην αθωότητά τους, δεν θα σχοληθούν απαραίτητα με το αν ένα παιδάκι είναι «ξένο» ή από πού κατάγεται, με το αν υπάρχουν 3, 5 ή 10 παιδάκια από άλλες χώρες στην τάξη τους. Για ένα παιδί, μπορεί απλώς να είναι ο συμμαθητής του με τον οποίο θα παίξει στο διάλειμμα, θα καθίσει στο ίδιο θρανίο ή θα μοιραστεί το κολατσιό του.
Ορθώς έπειτα μπορεί να ξεπηδήσει μια δεύτερη σκέψη: Ότι ο τρόπος με τον οποίο εκλαμβάνουν τα παιδιά κάποια πράγματα έρχεται και από το σπίτι.
Το πώς και τι αξίες μεταφέρουν οι γονείς είναι αυτό που μετράει. Οι γονείς άλλωστε «πλάθουν» μικρούς ανθρώπους οι οποίοι αργότερα θα μεγαλώσουν και θα τοποθετούνται στην κοινωνία με τις πεποιθήσεις και τη στάση τους.
Τα πάντα ξεκινούν από το σπίτι, για αυτό και η κυριότερη ερώτηση που μπορεί να αναδυθεί απ’ όλο αυτό είναι, το πώς τα μικρά παιδιά μπορεί να αντιλαμβάνονται τον ρατσισμό. Και πώς οι γονείς μπορούν να μιλήσουν για τις διακρίσεις σε αυτά.
Τα παιδιά αντιλαμβάνονται περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε
Τα παιδιά μπορεί να είναι αθώα, δεν σημαίνει όμως ότι δεν αντιλαμβάνονται έννοιες όπως ο ρατσισμός.
Έρευνες έχουν δείξει ότι η αντίληψη των παιδιών για τις εθνοτικές διαφορές αρχίζει να διαμορφώνεται πολύ νωρίς. Σε χαρακτηριστική μελέτη, οι ερευνητές εξέτασαν νεογέννητα και βρέφη τριών μηνών και διαπίστωσαν ότι, ενώ τα νεογέννητα δεν εμφάνιζαν αυθόρμητη προτίμηση μεταξύ προσώπων διαφορετικής εθνοτικής ομάδας, τα βρέφη τριών μηνών έδειχναν μεγαλύτερη οπτική προτίμηση σε πρόσωπα της ίδιας εθνοτικής ομάδας.
Οι ερευνητές συνέδεσαν το εύρημα με την πρώιμη εμπειρία και την έκθεση του βρέφους στο κοινωνικό του περιβάλλον. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένα βρέφος τριών μηνών «έχει ρατσιστικές αντιλήψεις», αλλά ότι η αντίληψη και η επεξεργασία των κοινωνικών διαφορών αρχίζουν να διαμορφώνονται πολύ νωρίς.
Και την ίδια στιγμή, οι γονείς συχνά δυσκολεύονται να ανοίξουν τέτοιες συζητήσεις με τα παιδιά τους. Μια μελέτη σε λευκούς γονείς στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι αρκετοί αποφεύγουν τις συζητήσεις για τη φυλή και τον ρατσισμό επειδή πιστεύουν ότι τα παιδιά είναι πολύ μικρά, ότι η αναφορά στη φυλή μπορεί να τα κάνει να αποκτήσουν προκαταλήψεις ή ότι η φυλή δεν αφορά τη δική τους καθημερινότητα.
Η ίδια ανασκόπηση επισημαίνει, ωστόσο, ότι η αποφυγή τέτοιων συζητήσεων δεν σημαίνει ότι τα παιδιά δεν παρατηρούν τις διαφορές γύρω τους.
Όταν βλέπουν στο σχολείο παιδάκια από άλλες χώρες που μπορεί να μην μοιάζουν με αυτά και να έχουν άλλα χαρακτηριστικά, είναι και η πρώτη συνάντηση με το διαφορετικό.
Είναι αυτονόητο ότι θα προσπαθήσουμε να διδάξουμε στα παιδιά μας τις βασικές έννοιες όπως ο σεβασμός και η αποδοχή. Μπορούμε όμως, και είναι σημαντικό, να μπορέσουμε πρώτα να τα ακούσουμε, να δούμε τι γνώμη έχουν εκείνα για τον κόσμο τον οποίο ζουν και ίσως μας βοηθήσουν περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε για το πώς θα τα προσεγγίσουμε και θα τους δημιουργήσουμε ένα αντιρατσιστικό πλαίσιο.
Ο ρατσισμός και οι διακρίσεις δυστυχώς έχουν πολλές μορφές. Ωστόσο, όσον αφορά τα σχολικά πλαίσια, οι έρευνες για το bullying που συνδέεται με τον ρατσισμό στα δημοτικά σχολεία δείχνουν ότι οι λεκτικές επιθέσεις και οι προσβολές λόγω καταγωγής αποτελούν από τις συχνότερες μορφές στοχοποίησης, ενώ ακολουθούν μορφές κοινωνικού αποκλεισμού.
Χαρακτηριστική είναι μια μεγάλη έρευνα στην Ολλανδία, στην οποία συμμετείχαν 2.851 μαθητές ηλικίας 10 έως 13 ετών. Μεταξύ των μαθητών τουρκικής, μαροκινής και σουριναμέζικης καταγωγής, το 33%-42% ανέφερε ότι είχε βιώσει σχόλια με ρατσιστικά παρατσούκλια, ενώ το 26%-30% ανέφερε εθνοτικό κοινωνικό αποκλεισμό. Τα ποσοστά αυτά ήταν υψηλότερα από εκείνα που καταγράφηκαν στους Ολλανδούς μαθητές, μεταξύ των οποίων 21% ανέφερε ρατσιστικά παρατσούκλια και 19% κοινωνικό αποκλεισμό.
Και επειδή κανένας γονιός δεν γνωρίζει εκ προοιμίου πως να χειρίζεται όλα τα θέματα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, απευθυνθήκαμε σε έναν ειδικό, συστημικό ψυχολόγο-ψυχοθεραπευτή ο οποιος ασχολείται με παιδιά και εφήβους για να μπορέσει να μας κατατοπίσει στο πώς μιλάμε στα παιδιά μας για τον ρατσισμό και πώς εντάσσουμε με φυσικό τρόπο στην καθημερινότητα τέτοιες συζητήσεις.
Πώς μιλάμε στα παιδιά για τον ρατσισμό και την διαφορετικότητα: Ειδικός απαντάει στην HuffPost
Ο Ορέστης Κασιμιώτης, συστημικός ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής που ασχολείται με παιδιά και εφήβους, μας αναφέρει, πώς σύμφωνα με τη συστημική οικογενειακή ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, κανένας άνθρωπος, και ειδικά ένα παιδί, δεν λειτουργεί στο «κενό». Αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου, ζωντανού «συστήματος», με σημαντικότερο και ισχυρότερο αυτό της οικογένειας.
Σημειώνει πώς οι γονείς είναι αυτοί που «πλάθουν» τις πεποιθήσεις των παιδιών τους, και τα παιδιά λειτουργούν συχνά ως «καθρέφτες» των άρρητων κανόνων, των συναισθημάτων και των στάσεων που επικρατούν μέσα στο σπίτι. Το παιδί δεν ακούει μόνο όσα του λέμε, διαβάζει και όσα συμβαίνουν ανάμεσά μας: ένα σχόλιο στο τραπέζι, ένα γέλιο μετά από ένα ανέκδοτο, μια σιωπή όταν ειπωθεί κάτι άσχημο, ένα βλέμμα καχυποψίας στον δρόμο.
Συνεπώς, δεν αρκεί μόνο το τι λέμε στα παιδιά για τη διαφορετικότητα, αλλά κυρίως το πώς αντιδρούμε εμείς οι ίδιοι στο «διαφορετικό».
Όταν το οικογενειακό σύστημα εκπέμπει αποδοχή και σεβασμό, το παιδί απορροφά αυτή τη στάση οργανικά. Αν όμως υπάρχει συγκαλυμμένος φόβος ή καχυποψία, το παιδί θα τη διαισθανθεί, ανεξάρτητα από τα «σωστά» λόγια που μπορεί να ακούει.
Επομένως, ο τρόπος για να θωρακίσουμε τα παιδιά μας δεν είναι τα αυστηρά κηρύγματα, αλλά η ανοιχτή και ειλικρινής επικοινωνία.
Ο κ. Κασιμιώτης μας επιβεβαιώνει ότι άρκετοί γονείς αποφεύγουν τέτοιες συζητήσεις θεωρώντας πως τα παιδιά είναι πολύ μικρά, όμως τα παιδιά παρατηρούν τις διαφορές γύρω τους πολύ νωρίτερα απ’ όσο νομίζουμε.
Επιπλέον επισημαίνει ότι η συστημική οπτική μάς προτρέπει να πλησιάσουμε το παιδί με γνήσια περιέργεια. Δεν χρειάζεται να οργανώσουμε ένα «μάθημα για τον ρατσισμό».
Οι πιο ουσιαστικές κουβέντες γεννιούνται μέσα στην καθημερινότητα, από μια απορία για έναν συμμαθητή ή μια φράση που ξεφεύγει στο διάλειμμα.
Αντί να του επιβάλλουμε έτοιμες απόψεις, μπορούμε να ρωτήσουμε πώς βιώνει το ίδιο τις διαφορές που παρατηρεί και πώς νιώθει γι’ αυτές: «Εσύ τι σκέφτηκες όταν το άκουσες;», «Πώς νομίζεις ότι ένιωσε εκείνο το παιδί;», «Τι θα έκανες στη θέση του;». Με τέτοιες ερωτήσεις το παιδί μαθαίνει να μπαίνει στη θέση του άλλου και να σκέφτεται μόνο του, αντί να επαναλαμβάνει ό,τι άκουσε.
Αν ένα παιδί πει ή κάνει κάτι προσβλητικό, δεν χρειάζεται να στιγματίσουμε την συμπεριφορά του ως «ρατσιστική». Μπορούμε να αποδοκιμάσουμε την εν λόγω συμπεριφορά και ταυτόχρονα να ρωτήσουμε από πού το άκουσε και τι νόμιζε ότι σημαίνει.
Μέσα από αυτόν τον ισότιμο διάλογο, η οικογένεια μετατρέπεται σε ένα ασφαλές «φίλτρο» προστασίας. Το παιδί νιώθει ελεύθερο να εκφράσει τις απορίες του χωρίς να κριθεί, και οι γονείς έχουν την ευκαιρία να νοηματοδοτήσουν μαζί του τον κόσμο, χτίζοντας ένα αντιρατσιστικό πλαίσιο με υλικά την ενσυναίσθηση και την κατανόηση.
Ας θυμόμαστε ότι πίσω από την προκατάληψη κρύβεται συχνά ο φόβος και η ανάγκη του ανήκειν.
Ένα παιδί που νιώθει ασφαλές και αποδεκτό μέσα στην οικογένειά του δεν χρειάζεται έναν «εχθρό» για να νιώσει ότι ανήκει κάπου. Και οι γονείς δεν χρειάζεται να είναι τέλειοι: ένα «δεν ξέρω, ας το σκεφτούμε μαζί» διδάσκει στο παιδί ότι μπορούμε να μαθαίνουμε και να διορθωνόμαστε χωρίς να χάνουμε τη σχέση μας.
Τέλος, μας αναφέρει πώς είναι καθοριστικό να θυμόμαστε πως τα διάφορα συστήματα της ζωής μας (οικογένεια, σχολείο, κοινωνία) αλληλεπιδρούν συνεχώς.
Όταν τα παιδιά έρχονται σε επαφή με τη διαφορετικότητα στο σχολικό περιβάλλον, οι γονείς μπορούν να ενισχύσουν αυτή την ομαλή συνύπαρξη χτίζοντας γέφυρες.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι διευρύνουμε με ευελιξία τα «όρια» της δικής μας οικογένειας: ενθαρρύνουμε το παιδί να καλέσει στο σπίτι συμμαθητές του ανεξαρτήτως καταγωγής, επιδιώκουμε τη συνεργασία με τους άλλους γονείς και δείχνουμε έμπρακτο σεβασμό στις καθημερινές μας συναναστροφές. Κατά αυτόν τον τρόπο, το παιδί μαθαίνει βιωματικά ότι η διαφορετικότητα δεν αποτελεί απειλή για την ασφάλεια και την ισορροπία του δικού του μικρόκοσμου, αλλά μια φυσική προέκταση της ζωής του που την εμπλουτίζει.
Έτσι, ο «ξένος» παύει να είναι ξένος: γίνεται ο Γιάννης, ο Σαμίρ, η Σάρα και η Μαρία, οι φίλοι με τους οποίους μοιράζεται το θρανίο, το κολατσιό του και ένα χαμόγελο στο διάλειμμα.