Υπάρχει εσωτερική δέσμευση για την εφαρμογή του νέου Μνημονίου;

Υπενθυμίζω όμως ότι έχουμε υπογράψει πανηγυρικά ότι:«για την επιτυχία απαιτείται ο ενστερνισμός του προγράμματος μεταρρυθμίσεων από τις Ελληνικές αρχές. Επομένως η κυβέρνηση είναι έτοιμη να λάβει οποιαδήποτε μέτρα ενδέχεται να κριθούν κατάλληλα για τον σκοπό αυτόν, καθώς οι περιστάσεις μεταβάλλονται. Η κυβέρνηση δεσμεύεται να διαβουλεύεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό ταμείο για όλες τις ενέργειες που αφορούν την επίτευξη των στόχων του Μνημονίου Συνεννόησης, πριν από την οριστικοποίηση και τη νομική έγκρισή τους».
|
Open Image Modal
eurokinissi

Στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς αναδείχθηκαν οι δυσκολίες εφαρμογής του Μνημονίου, δηλαδή της τυπικής της δέσμευσης για ένα πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής. Μετά τη συμφωνία με τον ΕΜΣ το Μνημόνιο ψηφίσθηκε από τη Βουλή.

Εγείρονται βέβαια ευαίσθητα ζητήματα. Δεν συζητώ εδώ ποια πλευρά έχει δίκιο. Και βεβαίως υπάρχει θέμα ερμηνείας κάθε παραγράφου. Όμως επισημαίνω ότι το εύρος των διαφωνιών με τους εταίρους καθώς και διάφορες παράλληλες εκτός Μνημονίου αποφάσεις και δηλώσεις δείχνουν ότι το Μνημόνιο γίνεται αντιληπτό από την κυβέρνηση και ίσως από την πλειοψηφία των πολιτών ως ένας ανεπίτρεπτος εξωτερικός «κορσές». Αποστασιοποιούνται από αυτό με διάφορα τεχνάσματα. Με άλλα λόγια, για να χρησιμοποιήσω την αντισηπτική γλώσσα των Βρυξελλών και του ΔΝΤ, δεν το θεωρούν «ιδιοκτησία» μας. Ας προσθέσουμε ειδικότερα πως αν η κοινωνία δεν αισθανθεί ότι η προσαρμογή είναι και δική της υπόθεση, τότε καμιά πίεση από τα έξω δεν θα φέρει τις αναγκαίες αλλαγές.

Υπενθυμίζω όμως ότι έχουμε υπογράψει πανηγυρικά ότι:

«για την επιτυχία απαιτείται ο ενστερνισμός του προγράμματος μεταρρυθμίσεων από τις Ελληνικές αρχές. Επομένως η κυβέρνηση είναι έτοιμη να λάβει οποιαδήποτε μέτρα ενδέχεται να κριθούν κατάλληλα για τον σκοπό αυτόν, καθώς οι περιστάσεις μεταβάλλονται. Η κυβέρνηση δεσμεύεται να διαβουλεύεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό ταμείο για όλες τις ενέργειες που αφορούν την επίτευξη των στόχων του Μνημονίου Συνεννόησης, πριν από την οριστικοποίηση και τη νομική έγκρισή τους» (βλ. Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης μεταξύ του ΕΜΣ και της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΕΤΧΣ στο νόμο 4336/2015 ΦΕΚ 94/14.8.2015, σελ. 1014).

Τα μέτρα και η οικονομική φιλοσοφία από την οποία απορρέουν περιγράφονται αναλυτικά στο Μνημόνιο μαζί με τα επίσης δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα. Αλλά εννοούμε ό,τι υπογράψαμε;

Τα προβλήματα εφαρμογής που καταγράφονται δείχνουν ότι η οικονομική φιλοσοφία του μνημονίου αμφισβητείται στην πράξη, πράγμα που τροφοδοτεί την αβεβαιότητα. Όμως, η ιστορική μας εμπειρία έχει δείξει ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε καλύτερα με λιτότητα μεν αλλά με σαφή δέσμευση των κυβερνήσεων για δημοσιονομική εξυγίανση και τουλάχιστον κάποιες μεταρρυθμίσεις.

Την περίοδο 1993-1999 η χώρα αναπτύχθηκε πράγμα που διέψευσε την υπόθεση ότι η δημοσιονομική προσαρμογή οδηγεί οπωσδήποτε σε ύφεση. Σωρευτικά, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, η ελληνική οικονομία αύξησε κατά 20% (!) περίπου το ΑΕΠ της κατά την περίοδο 1993- 2000, ενώ έγινε μεγάλης έκτασης δημοσιονομική προσαρμογή ακόμα και αν παραβλέψουμε κάποια «τεχνάσματα», π.χ. το δημοσιονομικό έλλειμμα από 13,6% του ΑΕΠ (1993) μειώθηκε στο 3,6% (1999) και επιτεύχθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα.

Η διαφορά από την εμπειρία των μνημονίων είναι ότι τότε η κυβέρνηση είχε πεισθεί και πείσει ότι θα εφαρμόσει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να ικανοποιήσει τα κατά Μάαστριχτ κριτήρια ένταξης στην Ευρωζώνη. Σίγουρα, δεν ήταν ενθουσιασμένη καθώς είχε απέναντί της ένα εν πολλοίς εχθρικό κόμμα, αλλά ως το 2000 δεν άφησε την πυξίδα. Έτσι διαμορφώθηκαν θετικές προσδοκίες γύρω από την πορεία της ελληνικής οικονομίας που ευνόησαν την ανάπτυξη.

Πρακτικά, η μεταγενέστερη εμπειρία της εποχής των Μνημονίων (σε σύγκριση με εκείνη τη θετική εμπειρία 1993-1999) θα πρέπει γίνει ένα καλό μάθημα. Ας το διατυπώσουμε καθαρά: Το μνημόνιο δεν θα εφαρμοσθεί αν η μισή Ελλάδα το αντιστρατεύεται και οι κυβερνήσεις το αμφισβητούν ή, απλούστερα αν δεν εφαρμοσθεί σταθερά και με συνέπεια. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει ευρύτερες συναινέσεις για τις αρχές που θα πρέπει να διέπουν τη λειτουργία του κράτους και της αγοράς και θα ήταν στον πυρήνα μιας «κουλτούρας καλής διακυβέρνησης».

Δεν παραβλέπω πόσο δύσβατος είναι ο δρόμος της προσαρμογής. Πρώτον, το πρόγραμμα είναι πολύπλοκο, εμπροσθοβαρές και φιλόδοξο. Οι στόχοι δεν θα επιτευχθούν αν και η νέα κυβέρνηση το θεωρεί ανεπίτρεπτο «εξωτερικό κορσέ» και αν παίζει με μια κρυφή αντζέντα. Δεύτερον, οι μεταρρυθμίσεις θα εφαρμοστούν σε ένα περιβάλλον ύφεσης καθώς το δεύτερο εξάμηνο του έτους αναμένεται να είναι το χειρότερο σε σχέση με το πρώτο και η ύφεση θα συνεχισθεί το 2016. Η διεθνής εμπειρία μας δείχνει ότι η επιτυχής εφαρμογή μεταρρυθμίσεων είναι πολύ πιο δύσκολη σε περιβάλλον ύφεσης. Τρίτον, η σημερινή κυβέρνηση πρέπει να τα βγάλει πέρα με τις σωρευτικές συνέπειες των προηγούμενων αρνητικών εξελίξεων - των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, της αβεβαιότητας, της επενδυτικής άπνοιας κλπ.

Αλλά, όπως έδειξε η μάταιη αναζήτηση άλλων εξωτερικών (και εξωτικών) πόρων για να μη γίνουν οι αναγκαίες τομές, δεν υπάρχει άλλη λύση από την εφαρμογή του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής (λέγε: δημοσιονομικής εξυγίανσης και μεταρρυθμίσεων). Ας το πάρουμε απόφαση για να μη διολισθήσουμε σε μια βαθύτερη κρίση και μακρά στασιμότητα.