Χρήση Βίας και Αυτοάμυνα Κρατών: Το Παράλληλο Σύμπαν του Διεθνούς Δικαίου

Το 2004, στην Γνωμάτευση του επί της κατασκευής τείχους από το Ισραήλ στις κατεχόμενες Παλαιστινιακές Περιοχές, το ΔΔ επιβεβαίωσε οτι ένοπλη επίθεση πηγάζει από κράτη. Όπως και στην περίπτωση της Al-Qaeda, έτσι και το «Ισλαμικό Κράτος» δεν υπέχουν νομικής προσωπικότητας υπό το Διεθνές Δίκαιο, ανάμεσα σε άλλα στοιχεία που δεν τους επιτρέπουν να αναχθούν σε Υποκείμενά του. Εντούτοις, η προϋπόθεση για απόδοση ένοπλης επίθεσης σε κράτος ίσως να έχει μεταβληθεί τα τελευταία 15 έτη, ιδίως μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
|
Open Image Modal
Anadolu Agency via Getty Images

Ο Νοέμβριος του 2015 ήταν η απαρχή, κατά την άποψή μου, μιας νέας περιόδου σε ό,τι αφορά το διεθνές νομικό πλαίσιο που αφορά τη χρήση βίας. Αυτό καταδεικνύεται τόσο από την κλιμάκωση της αντίδρασης της Διεθνούς Κοινότητας προς την ασυλλήπτου βιαιότητας δράση της αιμοσταγούς τρομοκρατικής οργάνωσης «Ισλαμικό Κράτος», όσο και από τη κλιμάκωση στις σχέσεις Τουρκίας και Ρωσίας με την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού από την πρώτη.

Το ζήτημα της χρήσης βίας όμως είναι από τα πιο ευαίσθητα στη σφαίρα του Δικαίου. Εξέχουσα θέση στο ζήτημα αυτό αναπόδραστα κατέχει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ. Ο ίδιος ο Χάρτης αποτελεί ακόμη αντικείμενο νομικής τριβής ως προς το κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί εν είδει «σύνταγμα» της Διεθνούς Κοινότητας, ενώ η έκταση των συγκρουόμενων νομικών ερμηνειών επι επίμαχων διατάξεων του Χάρτη, ενίοτε προκαλούν αδιέξοδα ή διεξόδους επίλυσης διεθνών κρίσεων με βαρύ κόστος σε ανθρώπινες ζωές.

Η γενική απαγόρευση του Άρθρου 2(4) του Χάρτη έναντι της απειλής ή χρήσης βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους υπαναχωρεί υπό την ενεργοποίηση μιας αιτιολογημένης επίκλησης του Άρθρου 51 του Χάρτη ή υπό απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας υπό το Άρθρο 39 (που δεν θα μας απασχολήσει στο παρόν). Το Άρθρο 51 αναγνωρίζει το «φυσικόν δικαίωμα ατομικής νομίμου αμύνης» σε περίπτωση όπου Κράτος Μέλος υποστεί ένοπλη επίθεση. Το τι συνιστά «ένοπλη επίθεση», κατά πόσο τέτοια επίθεση δύναται να αφορά μη κρατικές οντότητες και ποια η φύση της αυτοάμυνας που επιτρέπει το Άρθρο 51 υπό προϋποθέσεις, είναι όλα ζητήματα που απαιτούν εκτενή επιστημονική ανάλυση, η οποία ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει σε αυτό το άρθρο.

Στην απόφαση Νικαράγουα v. ΗΠΑ (1986), το Διεθνές Δικαστήριο ουσιαστικά θεώρησε πως το Άρθρο 51 κωδικοποιούσε προϋπάρχοντα κανόνα εθιμικού διεθνούς δικαίου, χωρίς μάλιστα να υπάρχει πλήρης αλληλοεπικάλυψη ανάμεσα στις δύο πηγές δικαίου. Το Δικαστήριο προσδιόρισε τότε την ένοπλη επίθεση ως να αποδίδεται απαραίτητα σε κράτος, νοουμένου οτι αυτό ασκούσε αποτελεσματικό έλεγχο επί αυτής. Το Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία αποφάνθηκε στην απόφαση Tadić oτι γενικός έλεγχος επαρκούσε για να αποδοθεί σε κράτος η ένοπλη επίθεση, για να επανέλθει το 2007 το Διεθνές Δικαστήριο στην αρχική του θέση στην απόφαση του Βοσνία και Ερζεγοβίνη v. Σερβίας και Μαυροβουνίου.

Το 2004, στην Γνωμάτευση του επί της κατασκευής τείχους από το Ισραήλ στις κατεχόμενες Παλαιστινιακές Περιοχές, το ΔΔ επιβεβαίωσε οτι ένοπλη επίθεση πηγάζει από κράτη. Όπως και στην περίπτωση της Al-Qaeda, έτσι και το «Ισλαμικό Κράτος» δεν υπέχουν νομικής προσωπικότητας υπό το Διεθνές Δίκαιο, ανάμεσα σε άλλα στοιχεία που δεν τους επιτρέπουν να αναχθούν σε Υποκείμενά του. Εντούτοις, η προϋπόθεση για απόδοση ένοπλης επίθεσης σε κράτος ίσως να έχει μεταβληθεί τα τελευταία 15 έτη, ιδίως μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Δεν είναι βέβαιο πως αυτό ισχύει επί του παρόντος, τουλάχιστον όχι μέχρι να αποφανθεί το Διεθνές Δικαστήριο, όμως τα στοιχεία βρίσκονται ενώπιόν μας.

Οι αντιδράσεις της Διεθνούς Κοινότητας σε ένοπλες επιθέσεις τουλάχιστον από το 2006 και εντεύθεν, δεικνύουν οτι σε επίπεδο opinion juris, δηλαδή σε ότι αφορά πρακτική των κρατών βάσει πεποίθησής τους πως ενεργούν από νομική υποχρέωση, οι ένοπλες επιθέσεις αποδίδονται και σε μη κρατικές οντότητες. Το εθιμικό διεθνές δίκαιο, στο οποίο το Διεθνές Δικαστήριο αναγνώρισε άλλωστε πως ενυπάρχει το δικαίωμα της νομίμου αμύνης εις παραλληλία προς το Άρθρο 51, διαμορφώνεται από δύο στοιχεία τα οποία πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Το πρώτο είναι η ίδια η πρακτική των κρατών, που είναι το αντικειμενικό στοιχείο. Το άλλο στοιχείο είναι το opinio juris sive necessitatis, που είναι υποκειμενικό στη φύση του.

Βάσει λοιπόν των γεγονότων και του opinio juris, όπως αυτό μπορεί να εξαχθεί από την πρακτική των τελευταίων 15 ετών, συμπεριλαμβανομένων, ανάμεσα σε άλλα, της επέμβασης της αμερικανόπνευστης συμμαχίας στο Ιράκ εις αντίδραση στο χτύπημα του 9/11, τα χτυπήματα του Ισραήλ στον Λίβανο το 2006 αλλά και την τρέχουσα στρατιωτική δράση εναντίον του «Ισλαμικού Κράτους», ενδέχεται να έχει μεταβληθεί ο ορισμός της «ένοπλης επίθεσης», σε βαθμό που να μπορεί να αποδοθεί σε μορφώματα που δεν συνιστούν κρατικές οντότητες. Οπωσδήποτε όμως δεν πρόκεται για lex lata.

Ξεπερνώντας όμως τον σκόπελο της απόδοσης της ένοπλης επίθεσης σε κράτη, παραμένουν οι άλλες απαιτήσεις που αναγνώρισε το ίδιο το Διεθνές Δικαστήριο για άσκηση του δικαιώματος αυτοάμυνας κατ' επίκληση του Άρθρου 51. Είναι πολύ θολό για παράδειγμα το ζήτημα του εύρους της ένοπλης επίθεσης και η Νομολογία δεν το έχει ακόμη αποσαφηνίσει, είναι όμως προϋπόθεση να υπάρχει κάποια έκταση στην ένοπλη επίθεση για να δικαιολογείται χρήση βίας εις άμυνα από το κράτος θύμα. Ταυτόχρονα, τέτοια χρήση βίας πρέπει να είναι αναλογική και απαραίτητη.

Αν στραφούμε στα συμβάντα που πραγματοποιούνται στον κόσμο σήμερα, αναμφίβολα μπορούν να θεωρηθούν επαρκούς έντασης και έκτασης οι επιθέσεις του «Ισλαμικού Κράτους» για να δικαιολογούν την αντίδραση με χρήση βίας, στο έδαφος των άλλων κρατών στα οποία δραστηριοποιείται η εν λόγω οργάνωση.

Είναι αναντίλεκτο γεγονός πως η διεθνής έννομη τάξη ανέκαθεν παρουσίαζε χαρακτηριστικά παράλληλου σύμπαντος προς την πραγματικότητα. Αυτό είναι εμφανές από διάφορες περιστάσεις στις οποίες παρόμοια ή πανομοιότυπα συμβάντα στις σχέσεις ανάμεσα σε κράτη δεν τυγχάνουν της ίδιας αντιμετώπισης στο Διεθνές Δίκαιο. Είναι δε ενδεικτικό πως, βάσει των όσων αναφέρω στο παρόν, το Δίκαιο σε ό,τι αφορά την ένοπλη επίθεση που δικαιολογεί τη χρήση βίας εις άμυνα, έχει εξελιχθεί, χωρίς όμως να υπάρχει νομολογιακή επικύρωση αυτής της εξέλιξης. Συνεπώς, σε ό,τι αφορά την εκκολαπτόμενη κρίση ανάμεσα στην Τουρκία και τη Ρωσία, η κατάσταση δεν είναι καθόλου απλή. Οι δηλώσεις των πρωταγωνιστών από την πρώτη ημέρα βρίθουν αντιστοίχων προσπαθειών για υπαγωγή των γεγονότων σε συγκρουόμενα νομικά πλαίσια.