Οι φράχτες του φόβου

Με την απόφαση της κυβέρνησης να δημιουργήσει το κέντρο μετεγκατάστασης, ήρθαν τα πάνω κάτω. Κάποιοι, με αφορμή τους πρόσφυγες, επιχειρούν εκ νέου να κατασκευάσουν φαντασιωτικούς κινδύνους και απειλές. Υψώνουν φράχτες διαχωρισμού, για να κρατήσουν τους ανεπιθύμητους εκτός των τειχών και να τους κάνουν να ακολουθήσουν τη διαδρομή των βιομηχανικών αποβλήτων. Αν είναι πρόσφυγες ας παραμείνουν και ας πεθάνουν στη χώρα προέλευσής τους, ας βρεθούν στο βυθό της θάλασσας, ας μείνουν μακριά, αλλά όχι να επιβαρύνουν την περιοχή τους. Αν είναι εξαρτημένοι ας πεθάνουν στον δρόμο και την φυλακή.
|
Open Image Modal
KAY NIETFELD via Getty Images

Μια εξαγριωμένη τοπική κοινωνία διαμαρτύρεται για τη δημιουργία κέντρου μετεγκατάστασης προσφύγων στην περιοχή της, καθώς θεωρεί ότι είναι ήδη υπέρμετρα «επιβαρυμένη». Κατά την απαρίθμηση των «αποβλήτων» που την υποβαθμίζουν εξισώνει τους πρόσφυγες, τους Ρομά και εκείνους που συμμετέχουν σε προγράμματα απεξάρτησης, με το εργοστάσιο βιολογικού καθαρισμού και τις ρυπογόνες βιομηχανίες. Θεωρεί ότι έχει το ηθικό πλεονέκτημα να απαιτήσει την απομάκρυνση των νέων εισβολέων. Στον αρνητικό συνασπισμό που διαμορφώνει η αλληλεγγύη του φόβου, της δίωξης και του αποκλεισμού κάποιοι εμπλέκουν ακόμα και τα παιδιά, τα οποία κάνουν κατάληψη στα σχολεία της περιοχής, για να υπερασπιστούν μία συλλογική ταυτότητα που «βρίσκεται σε κίνδυνο».

Η ιστορία επαναλαμβάνεται από καιρό σε καιρό -και χωρίς ίχνος φάρσας. Το 1983, όταν άρχιζε η λειτουργία της πρώτης θεραπευτικής κοινότητας, της ΙΘΑΚΗΣ, η επιχειρηματολογία κάποιων ταγών της τοπικής αυτοδιοίκησης ήταν πανομοιότυπη με τη σημερινή: και τότε τα βιομηχανικά και τα κοινωνικά «απόβλητα» συνδέονταν. Ωστόσο -και ευτυχώς- η θεραπευτική κοινότητα λειτούργησε, βοήθησε εκατοντάδες ανθρώπους και αποτέλεσε ένα μοντέλο για να δημιουργηθούν νέες κοινότητες σε άλλες περιοχές και να σωθούν χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Από τους φόβους που είχαν εκφραστεί τότε, κανένας δεν επιβεβαιώθηκε. Αντίθετα, η θεραπευτική κοινότητα εντάχθηκε στον κοινωνικό ιστό της πόλης και οι τοπικοί παράγοντες έφθασαν να αναφέρονται σε αυτή ως «πλεονέκτημα» της περιοχής.

Με την απόφαση της κυβέρνησης να δημιουργήσει το κέντρο μετεγκατάστασης, ήρθαν τα πάνω κάτω. Κάποιοι, με αφορμή τους πρόσφυγες, επιχειρούν εκ νέου να κατασκευάσουν φαντασιωτικούς κινδύνους και απειλές. Υψώνουν φράχτες διαχωρισμού, για να κρατήσουν τους ανεπιθύμητους εκτός των τειχών και να τους κάνουν να ακολουθήσουν τη διαδρομή των βιομηχανικών αποβλήτων.

Αν είναι πρόσφυγες ας παραμείνουν και ας πεθάνουν στη χώρα προέλευσής τους, ας βρεθούν στο βυθό της θάλασσας, ας μείνουν μακριά, αλλά όχι να επιβαρύνουν την περιοχή τους. Αν είναι εξαρτημένοι ας πεθάνουν στον δρόμο και την φυλακή. Άλλωστε δεν έχουν να προσφέρουν οφέλη, παρά μόνο αρρώστιες, κινδύνους και απειλές.

Φόβοι και ρατσιστικά αντανακλαστικά πυροδοτούνται. Πολίτες συσπειρώνονται για να προασπιστούν την καθαρότητα της περιοχής τους από κάθε λογής «σκουπίδια». Ιστορίες και μύθοι για τους ξένους και τους διαφορετικούς που θα προξενήσουν το κακό, έρχονται στην επιφάνεια.

«Δεν είμαστε ρατσιστές, αλλά αυτός δεν είναι ο κατάλληλος χώρος για πρόσφυγες», ισχυρίζονται. Η επίκληση της ακαταλληλότητας του χώρου και της περιοχής έχει πολλές φορές στο παρελθόν αποτελέσει τη συνήθη αντίδραση, όταν αναζητείται στέγη και φροντίδα για ανθρώπους που θέλουν να απεξαρτηθούν, για τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, για φορείς του HIV. Είναι ένα παιχνίδι, διπλής συνείδησης, διπλής ταυτότητας και τελικά υποκρισίας, αφού ο αποκλεισμός και ο ρατσισμός μεταμφιέζονται σε «έγνοια» για τη σωστή και με «κατάλληλες» προδιαγραφές φροντίδα και κοινωνική μέριμνα των ανθρώπων που έχουν ανάγκη. Η «κατάλληλη» φροντίδα απαιτεί την επιστροφή των προσφύγων στη χώρα τους ή την προώθησή τους στο πουθενά το συντομότερο δυνατόν, κατά το παράδειγμα της «πολιτισμένης Ευρώπης» που μετατρέπεται σιγά σιγά σε φρούριο και σε θερμοκήπιο του εθνικισμού, αυξάνοντας τα μέτρα καταστολής.

Ευτυχώς που η Ελλάδα της κρίσης έχει και άλλο πρόσωπο. Αυτό της ανθρωπιάς και της συμπόνιας που έκαναν τόσους και τόσους συμπολίτες μας να απλώσουν ένα χέρι βοήθειας ή να ανοίξουν τα σπίτια τους στους ανθρώπους που ξεριζώθηκαν, γιατί «κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του, εκτός κι αν η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία... κανένας δεν βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα, εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά».*

*Στίχοι της Κενυάτισσας ποιήτριας Ουαρσάν Σάιρ