Όχι ρε μάνα, δε φεύγω από την Ελλάδα

Και τι θα πάθαινε κάποιος πηγαίνοντας στο San Fransiscο; Θα έχανε μία παρέα λίγων αλλά εξαιρετικά αγαπητών φίλων με τους οποίους έχει αδερφικές σχέσεις. Ξέρει ότι δεν είναι μόνο για να πιουν μπύρες την Παρασκευή το βράδυ, πως θα είναι πάντα εκεί για εκείνον όπως θα είναι και εκείνος για αυτούς. Θα έχανε επίσης, τη δυνατότητα να απέχει δύο μόλις ώρες από το εξοχικό του σε ένα πανέμορφο ελληνικό νησί, την Άνδρο και να μπορεί να πάει με τους φίλους του την ίδια κιόλας μέρα που τελείωνει η Εξεταστική περίοδος. Θα έχανε τα αυθόρμητα τηλεφωνήματα των ίδιων φίλων του ένα απόγευμα καθημερινής, που έτυχε να είναι όλοι στις σχολές τους στο κέντρο και κανόνισαν να βγούνε βόλτα την ίδια στιγμή.
|
Open Image Modal
siete_vidas via Getty Images

Από όταν ήμουν αρκετά μικρός (από το γυμνάσιο ή ακόμα και στα τελυταία χρόνια του δημοτικού), οι γονείς μου μου έλεγαν ανα τακτά χρονικά διαστήματα : «Άντε παιδί μου, να σπουδάσεις με το καλό να σηκωθείς να φύγεις από την Ελλάδα». Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον πατέρα μου να μου λέει: «Πέτρο, φύγε και πήγαινε όσο πιό μακρυά μπορείς από την Ελλάδα».

Στην αρχή, δε μου έκανε εντύπωση η διατύπωση. Είναι και οι δύο ελεύθεροι επαγγελματίες, μικρομεσσαίοι επιχειρηματίες. Έτσι, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον κόπο τους και τις αντιξοότητες που αντιμετώπιζαν σε σχέση με το ελληνικό κράτος. Δυσκολεύονταν και αρκετές φορές, απογοητεύονταν με αποτέλεσμα, να τους δίνω ένα δίκιο και να τους καταλαβαίνω.

Έτρεχαν όλη την ημέρα σε δουλειές, πελάτες, δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες, λογιστές, δικηγόρους και ένα σωρό άλλες υποχρεώσεις σχετικές με την δουλειά τους χωρίς βέβαιο και σταθερό πολλές φορές αποτέλεσμα. Αυτός ήταν προφανώς, και ο λόγος για τον οποίο είχαν αναπτύξει αυτή την αντιμετώπιση απέναντι στην Ελλάδα.

Με το πέρασμα του χρόνου, την ακόμα μεγαλύτερη τριβή τους με το ελληνικό κράτος και την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος στην Ελλάδα (κάτι που όντως φαίνεται να είναι αρκετά δύσκολο), αυτό το αρνητικό αίσθημα που είχαν μέσα τους για αυτή την χώρα γινόταν όλο και ισχυρότερο. Έτσι, η πίεση προς εμένα, πιθανώς άθελά τους και μάλλον χωρίς να το αντιλαμβάνονται, έγινε ακόμα μεγαλύτερη.

Σήμερα, το ζήτημα έχει φτάσει να συζητείται στο οικογενειακό τραπέζι περισσότερες από 2-3 φορές την εβδομάδα. «Τελείωνε με τις σπουδές σου να πας να βρεις μια καλή δουλειά στο εξωτερικό», «Πρέπει να πας στο εξωτερικό να δεις τι ευκαιρίες δίνονται και ποιοί είναι οι μισθοί εκεί». Προφανώς, έχω ενημερωθεί για τους μισθούς και τις προοπτικές του εξωτερικού, (πάτησα δύο κουμπιά στο κομποιύτερ και μου το έβγαλε, που λέει και η γιαγιά μου) πριν μου το πουν οι γονείς μου. Ύστερα, με την λίγο ρομαντική (και ίσως αφελή;) σκέψη των (σχεδόν) 20 ετών σκέφτεσαι: Γιατί να είναι μόνο οι οικονομικές αποδοχές ικανή συνθήκη για να φύγω από την Ελλάδα;

Προφανώς, γνωρίζω τι είδους και τι ποιότητας τεχνολογία αναπτύσσεται σε εταιρείες και ερευνητικά ιδρύματα της Ευρώπης και της Αμερικής και προφανώς, καταλαβαίνω ότι δεν είναι όλα ρόδινα στην Ελλάδα.

Εγώ όμως, σήμερα δε θέλω να φύγω από την Ελλάδα. Το συγκεκριμένο ενδεχόμενο δεν υπάρχει καν στο μυαλό μου.

Όχι, δεν είναι από κάποιο είδος νενανικής και αυθόρμητης αντίδρασης απέναντι στους γονείς μου, που τόσα χρόνια τώρα μου λένε να φύγω. Είναι γιατί έχω εκτιμήσει όλα τα άλλα που προσφέρει η Ελλάδα, αυτά που πολλές φορές δεν μπορείς να τα κοστολογήσεις αλλά σε γεμίζουν χαρά και σε κάνουν ευτυχισμένο.

Για παράδειγμα, οι αποδοχές στο San Fransisco, στην καρδιά των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας και λογισμικού (ο οποίος είναι και ο κλάδος σπουδών μου) είναι όντως υψηλότερες, ακόμα και για πρακτικές ασκήσεις φοιτητών (τα λεγόμενα internships) και σχετικά άπειρων επαγγελματιών που μόλις έχουν αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο.

Όμως δεν είναι σημαντικά υψηλότερες (δεδομένου του κόστους ζωής στο San Fransisco). Δεν είναι τόσο μεγάλη η διαφορά, ώστε να αφήσεις όλα όσα θα χάσεις από την Ελλάδα πηγαίνοντας στο San Fransisco.

Και τι θα πάθαινε κάποιος πηγαίνοντας στο San Fransiscο;

Θα έχανε μία παρέα λίγων αλλά εξαιρετικά αγαπητών φίλων με τους οποίους έχει αδερφικές σχέσεις. Ξέρει ότι δεν είναι μόνο για να πιουν μπύρες την Παρασκευή το βράδυ, πως θα είναι πάντα εκεί για εκείνον όπως θα είναι και εκείνος για αυτούς.

Θα έχανε επίσης, τη δυνατότητα να απέχει δύο μόλις ώρες από το εξοχικό του σε ένα πανέμορφο ελληνικό νησί, την Άνδρο και να μπορεί να πάει με τους φίλους του την ίδια κιόλας μέρα που τελείωνει η Εξεταστική περίοδος.

Θα έχανε τα αυθόρμητα τηλεφωνήματα των ίδιων φίλων του ένα απόγευμα καθημερινής, που έτυχε να είναι όλοι στις σχολές τους στο κέντρο (μόνο κατα τύχη μπορεί να συμβεί να είμαστε όλοι στις σχολές μας) και κανόνισαν να βγούνε βόλτα την ίδια στιγμή. (Εντάξει αυτό δεν συνέβη μόνο μία καθημερινή, συμβαίνει σχεδόν κάθε μέρα).

Θα έχανε ακόμα τις γλυκές καλοκαιρινές νύχτες στα πανέμορφα σοκάκια της Πλάκας και των Αναφιώτικων που σε κάνουν να ξεχνάς ότι είσαι στην Αθήνα.

Θα έχανε πολλά ακόμα, τα οποία πιστέυω θα εκτιμήσει κανείς μόνο όταν πραγματικά ζήσει για κάποια χρόνια στο εξωτερικό.

Αυτά που εκτιμάς στα 20 και μάλλον δεν εκτιμάς τόσο στα 50, αυτά που μπορεί ακόμα και εγώ ο ίδιος να μην εκτιμώ στα 50, όσο εκτιμώ τώρα.

Α, και θα κέρδιζε λίγα περισσότερα χρήματα και ίσως μία καλύτερη επαγγελματική σταδιοδρομία.

Η αλήθεια έιναι ότι τυχαίνει να σπουδάζω και να ασχολούμαι με ένα κλάδο της οικονομίας (Πληροφορική και Τηλεπικοινωνίες) που αυτή τη στιγμή έχει τεράστια ζήτηση τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Η ανεργία στο συγκεκριμένο τομέα είναι σχεδόν ανύπαρκτη, άρα κάποιος θα μπορούσε να με κατηγορήσει, ότι αυτά τα γράφω εκ του ασφαλούς.

Θέλω να πιστεύω ότι κάποια στιγμή και οι άλλοι τομείς παραγωγής θα γνωρίσουν ανάπτυξη και θα πάψουν να έχουν ανεργία.

Όταν λοιπόν, μου λένε οι γονείς μου ότι, μένοντας στην Ελλάδα «περιορίζεις τους ορίζοντές σου», τους απαντάω, ότι τους ορίζοντές σου τους περιορίζεις αν πιστέψεις ότι δε μπορείς να αναπτυχθείς και να κάνεις δημιουργικά πράγματα στην Ελλάδα.

Παρ' όλα αυτά, όταν το σκέφτομαι λίγο καλύτερα και μιλάω με ανθρώπους σαν τους γονείς μου που συμβουλεύουν τα παιδιά τους να φύγουν, διαπιστώνω ότι μάλλον είναι απογοητευμένοι από τους Έλληνες, και όχι από την ίδια την Ελλάδα. Τους Έλληνες, που φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση και έχουν πολλές φορές απογοητεύσει και εμένα τον ίδιο.

Αυτό όμως, είναι κάτι που μπορεί να αλλάξει...