Ανωριμότητα ετών είκοσι-επτά

Ποιοι είναι αυτοί που διεκδικούν σήμερα τις τέσσερις (πέντε;, έξι;) άδειες; Στην πλειονότητά τους είναι αυτοί που λειτουργούσαν παράνομους τηλεοπτικούς σταθμούς μέχρι σήμερα, είναι αυτοί που θεσμοποίησαν παράνομα την ιδιωτική τηλεόραση στην Ελλάδα. Μάλιστα θα λάβουν άδεια χωρίς να διευκρινιστεί η νομιμότητα του προηγούμενου καθεστώτος (π.χ. από πού αντλούσαν χρήματα όλη την προηγούμενη περίοδο). Συνεπώς ότι και να γίνει αυτοί (δηλαδή κάποιοι εξ αυτών) είναι που θα λάβουν άδεια. Κάτι ανάλογο έγινε με την παράνομη δόμηση ή την καταπάτηση δημόσιων χώρων. Ό,τι έγινε έγινε. Πλήρωσαν (αν πλήρωσαν) κάποια πρόστιμα και διατηρούν αυτό που κάποτε ήταν παράνομο και έχει μια υλική και συμβολική αξία πολύ μεγαλύτερη από αυτή που πλήρωσαν. Κάτι ανάλογο συμβαίνει λοιπόν και με το επικοινωνιακό σύστημα: τακτοποίηση.
|
Open Image Modal

Η ιδιωτική τηλεόραση έκανε την εμφάνισή της πριν από 27 περίπου χρόνια, τότε που ο ελληνικός «σοσιαλισμός» έφτανε στο τέλος του και ερχόταν η ώρα του ελληνικού σοσιαλφιλελευθερισμού (ήτοι της κρατικοδίαιτης life style επιχειρηματικότητας). Η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση ήταν κάτι καινούργιο για την Ελλάδα, αν εξαιρέσει κανείς το μη κρατικό ραδιόφωνο (το παλιό ερασιτεχνικό και το δημοτικό των τελών του '80), αλλά όχι για την υπόλοιπη Ευρώπη και πολύ περισσότερο για τις ΗΠΑ- όπου η ραδιοτηλεόραση εμφανίστηκε, αναπτύχθηκε και πορεύτηκε κυρίως ως ιδιωτική. Η ανάπτυξη της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης στην Ελλάδα επέφερε σημαντικά αποτελέσματα τόσο στο πεδίο του ραδιοτηλεοπτικού προϊόντος, όσο και εκτός αυτού, στη σφαίρα της ιδεολογίας και του πολιτισμού, της πολιτικής, της κοινωνίας, αλλά και της οικονομίας.

Σε ό,τι αφορά το ίδιο το ραδιοτηλεοπτικό προϊόν, με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης άρχισε να το διαπερνά η «καθημερινότητα», όπως είχε ήδη «φιλοτεχνηθεί» από τη λαϊκότροπη κουλτούρα του '80, αλλά και αντίστροφα, η επιτηδευμένη λαϊκότροπη κουλτούρα των τηλεοπτικών σταθμών άρχισε να διαπερνά την καθημερινότητα των ανθρώπων, όπως και όσο ποτέ στο παρελθόν. Στο ψυχαγωγικό πρόγραμμα εγκαταλείφτηκαν τα «κουλτουριάρικα» πολιτιστικά προϊόντα της κρατικής τηλεόρασης και παρατηρήθηκε σαφής μετατόπιση σε λαϊκότροπα είδη της εποχής, μερικές φορές από τις παρυφές ή τα έγκατα της λαϊκότροπης κουλτούρας στην παραλιακή ή στις εθνικές οδούς. Στην πραγματικότητα, αυτό ήταν ο κινητήριος μοχλός της ιδιωτικοποίησης των ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ. Στην ενημέρωση επήλθε μια πολυπολικότητα. Όμως προς διάψευση των αφελών, σταδιακά, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια της κρίσης, επικράτησε μια πολυπολική μονοφωνία, η οποία απηχούσε το «γκουβέρνο» ίσως πιο καλά και από ότι το ίδιο μπορούσε να αντιληφθεί τον εαυτό του και το ρόλο του. Με την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης, αν και η διαφήμιση γνώρισε πρωτοφανείς διαστάσεις σε έκταση και πότισε με την αισθητική της το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος, αλλά και του δημόσιου λόγου, ποτέ δεν κατάφερε να αποτελέσει επαρκή μηχανισμό χρηματοδότησης των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών.

Αν οι εφημερίδες αλώθηκαν σταδιακά, ιδιαίτερα προς τα τέλη του '80, από επιχειρηματίες που δεν είχαν σχέση με το αντικείμενο, οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί δημιουργήθηκαν εξ αρχής από τέτοιους επιχειρηματίες. Η γρήγορη διάψευση της μεταπρατικής επιχειρηματικότητάς τους (η differentia specifica του ελληνικού καπιταλισμού) στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο, που άνθισε γρήγορα σε μια εποχή οικουμενικής παλινόρθωσης της αγοράς, οδήγησε πολλούς από αυτούς να συνειδητοποιήσουν ότι κρατούσαν στα χέρια τους ένα όπλο, που μπορεί το ίδιο να μην είναι κερδοφόρο όμως είχε τη δύναμη να ενισχύει το μεταπρατικό χαρακτήρα των άλλων επιχειρήσεών τους, αρκεί να πάνε «με το γκουβέρνο», τον μεγαλύτερο καπιταλιστή της χώρας. Κάπου εκεί εμφανίστηκε η περίφημη «διαπλοκή». Οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί έγιναν για τους ιδιοκτήτες τους σημαντικοί προκειμένου να αποσπούν κυρίως την (οικονομική και διοικητική) εύνοια και τη στήριξη της εξουσίας και λιγότερο της κοινωνίας. Η ουσία της «διαπλοκής» δεν είναι τόσο η κρατικοδίαιτη συντήρηση των ίδιων των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών όπως εξυπηρετεί κάποιους να διακηρύσσουν, όσο των μητρικών τους ομίλων, κάτι για το οποίο χρησιμοποιούνται ως μέσο οι εν λόγω σταθμοί .

Τα όποια δομικά ή συγκυριακά προβλήματα του ραδιοτηλεοπτικού πεδίου, όπως δείχνει και η πρώιμη πολιτική επινόηση του όρου «διαπλοκή», αν και φάνηκαν γρήγορα, κρύβονταν εύκολα κάτω από το χαλί της κρατικοδίαιτης αγοράς του life style, και η λύση τους μετατίθετο για το μέλλον, όπως κάνει κάθε καλός ανατολίτης. Έτσι, το ραδιοτηλεοπτικό πεδίο θεσμοποιήθηκε ανορθολογικά και χωρίς νομιμοποίηση. Η αντίθεση ανάμεσα στη νομιμότητα και τη θεσμοποίηση βρήκε εδώ τη σύγχρονη έκφρασή της, όπως παλιότερα την είχε βρει στην οικιστική ανάπτυξη της πρωτεύουσας και άλλων πόλεων ή κάποιων οικονομικών δραστηριοτήτων. Και όπως και στους άλλους αυτούς τομείς έτσι και στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο, αυτό που γίνεται είναι, μέσες άκρες, να νομιμοποιείται αυτό που ήδη έχει θεσμοποιηθεί παράνομα. Σε αυτό έπαιξε καταλυτικό παράγοντα η κρίση.

Με το ξέσπασμα της κρίσης τα δημόσια οικονομικά, από όπου έρχονταν η κύρια χρηματοδότηση των επιχειρηματικών ομίλων που κατείχαν και ΜΜΕ, από όπου έπαιρναν και το δικό τους μερίδιο οι ίδιες επιχειρήσεις ΜΜΕ, στέρεψαν. Το δημόσιο χρήμα ήταν πια στις ιδιωτικές τράπεζες, προς τις οποίες στράφηκαν και από τις οποίες οι επιχειρήσεις ΜΜΕ (αλλά όχι τόσο οι όμιλοι) το έπαιρναν με τη μορφή (θαλασσο)δανείων ή (θαλασσο)διαφημίσεων, φυσικά με την εγγύηση των εκπροσώπων του κράτους. Αν και οι τράπεζες ήταν το νέο καταφύγιο της «διαπλοκής», με την προσθήκη τους στο τρίγωνο επιχειρηματικοί όμιλοι - ΜΜΕ - πολιτική εξουσία, που πλέον έγινε τετράγωνο, τα πράγματα άλλαξαν. Το πλαίσιο της κρίσης και η κοινωνική δυσαρέσκεια που διευρυνόταν, καθώς και η στάση των ΜΜΕ απέναντι στις ερμηνείες και τις στρατηγικές επίλυσης της κρίσης που πολλαπλασίασαν την δυσαρέσκεια για την κρίση και για τα ίδια τα ΜΜΕ, η δυσχερής θέση των μητρικών ομίλων που απεγνωσμένα ήθελαν τα ΜΜΕ για τη δική τους βιωσιμότητα κ.ά. παράγοντες απονομιμοποίησαν στα μάτια της κοινής γνώμης το παράνομο αλλά θεσμοποιημένο καθεστώς των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών.

Ωστόσο παρά το γεγονός ότι η αλλαγή στο επικοινωνιακό σύστημα (συντελεσθείσα και επιχειρούμενη) εμφανίζεται διογκωμένη, εντούτοις δε διαφεύγει της «γενικής γραμμής» που ακολουθείται στο πεδίο της οικονομίας ή τη πολιτικής, και που με μια λέξη αυτή η «γενική γραμμή» μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «τακτοποίηση».

Έτσι, αν δεν υπολογίσουμε την έλευση του διαδικτύου, που αφαίρεσε κοινό από τα παραδοσιακά μέσα, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το ελληνικό επικοινωνιακό τοπίο δέχθηκε ισχυρά πλήγματα, μεταξύ των οποίων τέσσερα στάθηκαν ιδιαίτερα σημαντικά.

  • Πρώτον μειώθηκε σημαντικά η κατανάλωση, άρα και τα έσοδα των τηλεοπτικών σταθμών, η οποία αποτελεί το υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η βιομηχανία των μέσων, είτε με την διαμεσολάβηση του κράτους είτε χωρίς.
  • Δεύτερον, επειδή, όπως προείπαμε, μεγάλος αριθμός μέσων ακόμα και στην προ κρίσης περίοδο δεν ήσαν υγιείς επιχειρήσεις, αλλά επιβίωναν με το άμεσο ή έμμεσο άρμεγμα των δημόσιων οικονομικών, κάτι που δε μπορούσε να συνεχιστεί περαιτέρω με τις μνημονιακές πολιτικές. Με την έννοια αυτή, ο τομέας των ΜΜΕ υπήρξε από τους πιο παρασιτικούς τομείς στην ελληνική οικονομία και πολιτισμό.
  • Τρίτον, το κλείσιμο της ΕΡΤ συνετέλεσε ώστε να μειωθεί ο αριθμός των τηλεθεατών, άρα και των ιδιωτικών σταθμών.
  • Τέταρτον, τα ιδιωτικά τηλεοπτικά ΜΜΕ, έγιναν το κύριο μέσο επιβολής της μνημονιακής πολιτικής στην κοινή γνώμη και έτσι ταυτίστηκαν με αυτή και τις συνέπειές της. Οι δημοσιογράφοι των κυρίαρχων ΜΜΕ αποτέλεσαν τα βασικά πρόσωπα της καθημερινής άσκησης πειθούς για την επιβολή των μνημονιακών πολιτικών.

Έτσι τόσο οι ίδιοι όσο και τα ΜΜΕ στα οποία εργάζονταν έγιναν τα αντικείμενα τα οποία πολιτικά και συμβολικά επιφορτίσθηκαν τη μεγάλη ευθύνη γι' αυτές τις πολιτικές και τις κοινωνικές τους συνέπειες. Με άλλα λόγια, τα κυρίαρχα ΜΜΕ έγιναν ίσως ο πιο αδύναμος κρίκος του πολιτικο-οικονομικού-επικοινωνιακού κατεστημένου που κυριάρχησε κατά τη μεταπολίτευση. Την υποχρέωση διευθέτησης αυτού του αδύναμου κρίκου ανέλαβε υποσχετικά πριν τις εκλογές η σημερινή κυβέρνηση, όπως ανέλαβε ανάλογες υποχρεώσεις σε άλλους τομείς, λ.χ. στη μισθολογική πολιτική και τις εργασιακές σχέσεις, στο πολιτικό σύστημα, στην υγεία κ.ά., οι οποίοι επίσης επλήγησαν σφοδρά κατά την προηγούμενη περίοδο της κρίσης.

Όμως σε μια περίοδο κρίσης, οι κατευθύνσεις της αλλαγής είναι σχετικά άγνωστες (αν και όχι οποιεσδήποτε) και το εύρος τους μεγαλύτερο από τις «κανονικές» περιόδους (επίσης αν και όχι οποιοδήποτε). Στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης, για λόγους τόσο εσωτερικούς όσο και/όχι μόνο εξωτερικούς, που δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε, η πορεία που επικράτησε ήταν αυτή της ελάχιστης μεταβολής στην περιοχή της οικονομίας και της πολιτικής. Ως εκ τούτου ήταν αναμενόμενη η σχετικώς διογκωμένη αλλαγή στο πεδίο του συμβολικού, κατά προέκταση στα ΜΜΕ, τόσο τα παλιά όσο και τα νέα. Πολύ περισσότερο επειδή τα ΜΜΕ είναι σήμερα το βασικό πεδίο και το κύριο μέσο άσκησης πολιτικής, αλλά και εξασφάλισης της ηγεμονίας.

Το προηγούμενο εξηγείται σε μεγάλο βαθμό και από το γεγονός ότι, στην περιοχή του επικοινωνιακού συστήματος επιχειρούνται ορισμένες πιο ορατές μεταβολές ενώ: α) στην περιοχή της οικονομίας συνεχίστηκε η ίδια μνημονιακή πολιτική, μάλιστα με την ψήφιση και εφαρμογή από τη νέα κυβέρνηση νέων, βαριών, μνημονιακών συμβάσεων, β) στην περιοχή του πολιτικού συστήματος δεν είχαμε ως τώρα καμία σημαντική μεταβολή από αυτές που ευαγγελίστηκε η νέα κυβέρνηση, πλην του νόμου για την απλή αναλογική, γ) καταγράφεται μια εντονότερη συντηρητική στροφή του κυβερνώντος κόμματος (που κατ' ευφημισμόν αποκαλείται «κεντροαριστερή», δηλαδή φιλελεύθερη). Στοιχεία αυτή της εντονότερης, συγκριτικά, αλλαγής στο συμβολικό και επικοινωνιακό πεδίο ήταν α) η επαναφορά της ΕΡΤ (Ν. 4324/2015), η β) η ψήφιση του νόμου για τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια (Ν. 4339/2015) και γ) η δημιουργία (ορθώς) μητρώου δημοσιογραφικών sites προκειμένου να λαμβάνουν κρατική διαφήμιση.

Ωστόσο παρά το γεγονός ότι η αλλαγή στο επικοινωνιακό σύστημα (συντελεσθείσα και επιχειρούμενη) εμφανίζεται διογκωμένη, εντούτοις δε διαφεύγει της «γενικής γραμμής» που ακολουθείται στο πεδίο της οικονομίας ή τη πολιτικής, και που με μια λέξη αυτή η «γενική γραμμή» μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «τακτοποίηση». Με άλλα λόγια, η αντίθεση ανάμεσα στην (αστική) νομιμότητα και την (πρακτική) θεσμοποίηση, επιλύεται με τη νομιμοποίηση της πρακτικής θεσμοποίησης. Σε ό,τι αφορά λ.χ. την ΕΡΤ, αυτό, σύμφωνα και με ορισμένους άλλους αναλυτές, πήρε τη μορφή της ΝΕΡΙΤοποίησης της ΕΡΤ ή, που είναι το ίδιο, της ΕΡΤοποίησης της ΝΕΡΙΤ. Γεγονός που διαφαίνεται και στα νομοθετικά κείμενα που συνοδεύουν τη δημιουργία των δυο οργανισμών, ή στο μοντέλο οργάνωσης και διοίκησης (σύμφωνα με το οποίο προϊστάμενος της κρατικής τηλεόρασης είναι υπουργός της κυβέρνησης), ενώ το περιεχόμενο δεν ξεφεύγει από την πολιτική λογική «κορυφής» (δηλαδή την ενασχόληση με την πολιτική, ειδικά με τα κοινοβουλευτικά κυρίως κόμματα, ακόμα πιο ειδικά με τα δυο μεγαλύτερα, και ακόμα ακόμα πιο ειδικά με τις ηγεσίες τους, τόσο για ό,τι κάνουν όσο και για ό,τι γενικώς γίνεται στην πολιτική εντός και εκτός της χώρας).

Ας έρθουμε όμως στην ιδιωτική τηλεόραση και ας σκεφτούμε. Ποιοι είναι αυτοί που διεκδικούν σήμερα τις τέσσερις (πέντε;, έξι;) άδειες; Στην πλειονότητά τους είναι αυτοί που λειτουργούσαν παράνομους τηλεοπτικούς σταθμούς μέχρι σήμερα, είναι αυτοί που θεσμοποίησαν παράνομα την ιδιωτική τηλεόραση στην Ελλάδα. Μάλιστα θα λάβουν άδεια χωρίς να διευκρινιστεί η νομιμότητα του προηγούμενου καθεστώτος (π.χ. από πού αντλούσαν χρήματα όλη την προηγούμενη περίοδο). Συνεπώς ότι και να γίνει αυτοί (δηλαδή κάποιοι εξ αυτών) είναι που θα λάβουν άδεια. Κάτι ανάλογο έγινε με την παράνομη δόμηση ή την καταπάτηση δημόσιων χώρων. Ό,τι έγινε έγινε. Πλήρωσαν (αν πλήρωσαν) κάποια πρόστιμα και διατηρούν αυτό που κάποτε ήταν παράνομο και έχει μια υλική και συμβολική αξία πολύ μεγαλύτερη από αυτή που πλήρωσαν. Κάτι ανάλογο συμβαίνει λοιπόν και με το επικοινωνιακό σύστημα: τακτοποίηση (κι αν ο νους σας πάει στην τακτοποίηση των αυθαιρέτων δεν πέφτετε και πολύ έξω). Έτσι όμως η ιστορία επαναλαμβάνεται, και το χειρότερο, μένει ανοιχτό το ενδεχόμενο να επαναληφθεί.

Συνεπώς, μπορεί το επικοινωνιακό σύστημα και ιδιαίτερα η ιδιωτική τηλεόραση (και όχι μόνο) να μεγάλωσε ηλικιακά, αλλά δεν ωρίμασε. Όμως ο ανώριμος ετών είκοσι επτά δεν είναι απλώς ανώριμος. Και κυρίως, ο ανώριμος ενήλικας όσο μεγαλώνει γίνεται άπληστος και εκδικητικός.

Διαβάστε ακόμα:

Ο Πόλεμος για την Τηλεόραση σε 10 & 1 σταθμούς, του Παύλου Τσίμα

Much Ado About Nothing..., του Θόδωρου Ρουσούπουλου

Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης: Η μεθόδευση, η παύση, η λύση, της Λίνας Αλεξίου

Απόπειρες «ευταξίας», του Στέλιου Παπαθανασόπουλου