Αυτό το θαλάσσιο μαλάκιο έχει δόντια κυριολεκτικά τόσο σκληρά όσο το ατσάλι

Η άκρη των δοντιών του Χιτώνα είναι επιστρωμένη με μαγνητίτη.
Open Image Modal
.
Professor Douglas Eernisse/Wikimedia Commons

Ο χιτώνας είναι ένα θαλάσσιο αμφίνευρο μαλάκιο, με λεμβοειδές όστρακο. Είναι γνωστό και ως Wondering Meatloaf, έχει δόντια κατασκευασμένα από το πιο σκληρό βιολογικό υλικό που είναι γνωστό στον άνθρωπο.

Ο μαγνητίτης είναι ένα γεωλογικό ορυκτό που απαντάται συνήθως στον φλοιό της γης, αλλά παράγεται επίσης με κάποιο τρόπο από τον χιτώνα και συντίθεται σε σειρές μικρών δοντιών αρκετά σκληρά για να ξύσει τα φύκια από τα πετρώματα.

Η άκρη αυτών των δοντιών είναι επιστρωμένη με μαγνητίτη, που τα κάνει κυριολεκτικά τόσο δυνατά όσο το ατσάλι, αλλά η ρίζα είναι επίσης απίστευτα σκληρή, χάρη σε ένα άλλο υλικό που μοιάζει με σίδηρο που δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ σε ζωντανά πλάσματα στο παρελθόν - τον σανταβαρμπαραΐτης. Αυτός ο μοναδικός συνδυασμός κάνει τα δόντια του χιτώνα το σκληρότερο βιολογικό υλικό στον κόσμο.

«Ο σανταβαρμπαραΐτης έχει υψηλή περιεκτικότητα σε νερό, γεγονός που τον καθιστά ισχυρό με χαμηλή πυκνότητα. Πιστεύουμε ότι αυτό μπορεί να σκληρύνει τα δόντια χωρίς να προσθέτει πολύ βάρος», δήλωσε ο Ντερκ Τζοστερ, αναπληρωτής καθηγητής επιστήμης και μηχανικής υλικών στο Northwestern University στο Ιλινόις, για τα μοναδικά δόντια του χιτώνα.

Αν και η διαδικασία μέσω της οποίας συντίθεται βιολογικά ο μαγνητίτης και ο σανταβαρμπαραΐτης δεν έχει ακόμη γίνει πλήρως κατανοητή, η έρευνα δείχνει ότι τα απίστευτα δυνατά δόντια σχηματίζονται σε τρία στάδια. Πρώτον, κρύσταλλοι ενυδατωμένου οξειδίου του σιδήρου (φερριϋδρίτης) σχηματίζουν πυρήνα σε ένα υπόστρωμα που μοιάζει με ίνα πλούσιο σε χιτίνη, μετά  αυτά τα νανοκρυσταλλικά σωματίδια μετατρέπονται σε μαγνητίτη.

Στη συνέχεια, τα σωματίδια μαγνητίτη αρχίζουν να αναπτύσσονται κατά μήκος αυτών των οργανικών ινών, δημιουργώντας ράβδους παράλληλες με τα ώριμα δόντια.

Είναι ενδιαφέρον ότι όλη αυτή η βιολογική διαδικασία συμβαίνει σε θερμοκρασία δωματίου και οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η σωστή κατανόηση της θα μπορούσε να τους βοηθήσει να βρουν νέα εξαιρετικά ανθεκτικά νανοϋλικά.