Ηλέκτρα του Σοφοκλή... κατά Μπινιάρη

Μια πολύ δυνατή εμπειρία στο Θέατρο Τέχνης
Open Image Modal
.
Photo Credit:Κωστής Σωχωρίτης

«Όλα αυτά…

Που σαν απέραντες πληγές μάς κατοικούνε

Να τα απλώσουμε στο φως

Κι ίσως νικήσουμε τη θλίψη πολεμώντας την

Ίσως νικήσουμε των ενοχών μας τις κατάρες

Των ενοχών τις πολυκέφαλες κατάρες

Και ίσως τότε επιστρέψουμε ζωντανοί

Από τον ίδιο δρόμο που κάποτε φύγαμε πεθαμένοι…». 

Η Ηλέκτρα είναι το κεντρικό πρόσωπο του έργου, κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, η οποία δολοφόνησε τον άνδρα της και παντρεύτηκε τον εξάδελφο του νεκρού, Αίγισθο. Η Ηλέκτρα ζει στο Αργος, στο πατρικό σπίτι, θρηνώντας και κατηγορώντας ανοιχτά τη μητέρα της και τον Αίγισθο, ενώ η αδελφή της, Χρυσόθεμις, συμμερίζεται το πένθος της Ηλέκτρας, εύχεται κι αυτή να επιστρέψει ο Ορέστης για να εκδικηθεί τον πατέρα τους, αλλά με πιο συμβατικό τρόπο, αποδεχόμενη την κατάσταση, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς.

Ο Ορέστης επιστρέφει από τη Φωκίδα για να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του μαζί με τον παιδαγωγό και φίλο του, Πυλάδη, ο οποίος τον μεγάλωσε εκεί, αφού τον έσωσε, με τη συνδρομή της Ηλέκτρας από τους δολοφόνους τού πατέρα του. Ο παιδαγωγός ανακοινώνει ψευδώς στην Κλυταιμνήστρα ότι ο γιος της σκοτώθηκε σε ατύχημα, σε ιππικούς αγώνες, και μεταφέρει τεφροδόχο με τις υποτιθέμενες στάχτες από την καύση του Ορέστη. Η Ηλέκτρα, όμως, συνειδητοποιεί ότι ο Ορέστης ζει κι έχει επιστρέψει, από τον κομμένο βόστρυχό του, αφημένο πάνω στον τάφο.

Η παράσταση είναι μια διασκευή από τον Άρη Μπινιάρη πάνω στη μετάφραση του Χειμωνά. Ο Μπινιάρης στήνει παραστάσεις στις οποίες νοιώθεις ότι όλα γίνονται με μια ανάσα, με μια αναπνοή, όχι βέβαια από θέμα προχειρότητας – μάλλον το αντίθετο – έχεις την αίσθηση ότι είναι ένα «μονοπλάνο» (όρος που χρησιμοποιείται στον κινηματογράφο για να ορίσει ένα ενιαίο πλάνο χωρίς μοντάζ). Έτσι, στην αφήγησή του, ο σκηνοθέτης σε βάζει σε μια διαρκή ενέργεια, σε μιαν ενότητα χώρου, χρόνου και δράσης, σε μια αίσθηση ταύτισης με τον ήρωα (-ες), ώσπου να επιλέξεις εσύ τελικά τη δική σου εσωτερική αφήγηση (αυτό ακριβώς καυχιέται πως κάνει και το μονοπλάνο). Στο Μπινιάρη, ακόμα κι όταν η ένταση της δράσης μειώνεται, ακόμα κι όταν η παράσταση κατεβάζει ρυθμούς, εσύ σα θεατής δε νοιώθεις ανάπαυλα. Η προηγούμενη εξέλιξη σε κρατά ακόμα σε εγρήγορση, σε έχει καθορίσει με τη διαδραστικότητά της, ζεις και επεξεργάζεσαι ότι προϋπήρξε, όχι γιατί δεν το κατανόησες, αλλά γιατί έδρασε ουσιαστικά πάνω σου.

Open Image Modal
.
Photo Credit:Κωστής Σωχωρίτης

 

Η τραγωδία σε κλειστό χώρο θεάτρου είναι μια άλλη εμπειρία. Ζεις τις εκφράσεις των ηρώων από κοντά. Κι εδώ, με τα μικρόφωνα-«ψείρες» που φορούν οι ηθοποιοί, ακούς και τους ψιθύρους τους, ακούς τις αναπνοές της Ηλέκτρας, καταλαβαίνεις την οργή της ή την απελπισία της που καταφθάνει πάραυτα… Κι έτσι, έχεις μιαν Ηλέκτρα της Ελένης Μπούκλη, καταπληκτική, που δείχνει την οδύνη της και πείθει γι’ αυτήν (η Ελένη Μπούκλη εκτός από ηθοποιός είναι και μουσικός με σπουδές στη φωνητική).

Ο τρόπος που οι ηθοποιοί θρηνούν, η όλη ένταση της παράστασης και τα απλά μαύρα κοστούμια αναδύουν ένα «αρχαΐκό» άρωμα – ένα θρήνο βγαλμένο από τα παλιά, αιώνες πριν. Η επανάληψη των λόγων του κειμένου – ίδιον του Μπινιάρη, όπως και στο Ύψωμα 731 ή στο Χορό της Φωτιάς – είναι ένα πολύ δυνατό εύρημα. Όχι πάντα, βέβαια (γιατί ίσως εν μέρει κουράζει), αλλά κατά κύριο λόγο, σε ιντριγκάρει, δραματοποιεί πολλαπλά τη δράση – εγώ θα επιμείνω, βέβαια, πως έρχεται σαν επιρροή από το ύφος και την ερμηνεία του Γιάννη Αγγελάκα από το συγκρότημα Τρύπες. Ένα εύρημα που, αν αποφευχθεί να γίνει μανιέρα στις μελλοντικές δημιουργίες του σκηνοθέτη, θα προσφέρει στη δραματικότητα της όποιας παράστασης. Όλο αυτό, σε οδηγεί κατευθείαν στην αρχαία τραγωδία, σε κατακτά, η οδύνη τονίζεται, τα αισθήματα αποκτούν βάθος και «προλαβαίνεις», με την επανάληψη, να δεις τα σώματα των ηθοποιών να ντύνουν αυτά τα συναισθήματα κινησιολογικά. Ο Μπινιάρης καταφέρνει να αναδείξει όλα αυτά, πολύ καλά, έχοντας όλα τα εργαλεία στα χέρια του: 

Open Image Modal
.
Photo Credit:Κωστής Σωχωρίτης

Χρησιμοποιεί απλά κοστούμια, που με μικρά, λιτά πρόσθετα για κάθε κύριο ρόλο (μια μάσκα, ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα παπούτσια, μια ράβδο) τον αναδεικνύουν. Ίσως όχι πάντα εμπνευσμένα – όπως στην περίπτωση της μάσκας της Κλυταιμνήστρας, η οποία δε χρειαζόταν, μια και κρύβει την εκφραστικότητα της ερμηνείας από μια υπέροχη Εβελίνα Παπούλια· όταν την απομακρύνει από το πρόσωπό της, διαπιστώνουμε μια ερμηνεία αποκαλυπτική, είτε όταν απευθύνεται στην κόρη της Ηλέκτρα, είτε όταν ακούει με ανακούφιση, σχεδόν με χαρά, από τον παιδαγωγό για το θάνατο του γιου της, Ορέστη! Παρεπιπτόντως, τα κρόσσια σε κάποια συγκεκριμένα κοστούμια, στα παπούτσια της Κλυταιμνήστρας και στη ράβδο του παιδαγωγού, δεν ήταν ό,τι πιο εμπνευσμένο.

Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια που φορούν η Κλυταιμνήστρα και η Χρυσόθεμις, ως πολύ μοντέρνα, ενόχλησαν αισθητικά, αλλά ήταν πολύ λειτουργικά στο να δείξουν την αβεβαιότητα και τη συγκατάβαση της Χρυσοθέμιδος ως προς τα τεκταινόμενα, έτσι όπως έχανε συνεχώς την ισορροπία της και με τον ασταθή βηματισμό της πάνω τους. Πάρα πολύ καλή η Λένα Μποζάκη σ’ αυτόν το ρόλο. Ανάλογη η διφορούμενη κίνηση της Κλυταιμνήστρας: από τη μια έδειχνε τη βασίλισσα που εξουσιάζει, κρατώντας ένα ψηλό σκήπτρο και έχοντας στιβαρό βάδισμα· από την άλλη, την επόμενη στιγμή, έχανε το βηματισμό της, δείχνοντας έτσι την επερχόμενη αποκαθήλωσή της και την απώλεια της ηγεμονίας της. Η μάσκα αρχικά, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έκανε έκδηλη την έπαρση τής εξουσίας της πάνω στο πρόσωπό της, είχαμε μόνο τη φωνή της κι έτσι χάσαμε σα θεατές την πλήρη ερμηνεία της Παπούλια!

Τέλειος ο Νίκος Τσολερίδης στο ρόλο του Αιγίσθου. Με μόλις δέκα λεπτά ερμηνείας κι ένα κατάλληλο κοστούμι έδειξε ακριβώς την παρακμή, την ανηθικότητα, το έκφυλο του ανδρός, που υπέκλεψε την εξουσία φονεύοντας το βασιλιά. Μια ερμηνεία για διδασκαλία!

Ο ίδιος ο Mπινιάρης, κινησιολογικά και ερμηνευτικά, κυριαρχούσε στο ρόλο του. Δεν τον ευνοούσε το κοστούμι του, όμως. Το κρύψιμο του προσώπου του από την κουκούλα του θα ταίριαζε σε ένα ρόλο αργό, μυστηριακό. Ήθελε, πιθανά, μιαν άλλη λύση. Η κουκούλα και ο μανδύας στο δικό του σωματότυπο δεν αναδείκνυαν την ερμηνεία του, κάτι που κατάφερνε η υπερκινητικότητά του.

Open Image Modal
.
Photo Credit:Κωστής Σωχωρίτης

Ο Ορέστης του Δημήτρη Μανδρινού έπασχε, κάτι που γινόταν πιο έκδηλο δίπλα στις άλλες καταπληκτικές ερμηνείες, τη σφιχτή σκηνοθεσία, τα εντυπωσιακά χορικά και τη δύναμη όλης της παράστασης. Ξεχωρίζει, όμως, σε μια σκηνή, ίσως από τις πιο δυνατές και του κειμένου και της παράστασης, όπου ο Ορέστης παρουσιάζεται μπροστά στην αδελφή του. Εκείνη τον αναγνωρίζει, οι φωνές τους ξεκινούν με ψιθύρους ως ότου να γίνουν κραυγές χαράς, αγγίγματα που τείνουν να συμβούν, αλλά δεν ολοκληρώνονται ποτέ, αγκαλιές, αγάπη, προσμονή, ένας λανθάνων ερωτισμός. Όλα αυτά για δυο-τρία λεπτά απίστευτης έντασης-ερμηνείας και από τους δυο, με εκπληκτικό όμως εδώ τον Μανδρινό.

Ένα κυρίαρχο, απόλυτα μαύρο χρώμα σε όλα έδινε μια αισθητική γκόθικ, κάτι που δεν ήταν παράταιρο, αφού ταιριάζει στη συγκεκριμένη τραγωδία, αλλά ήταν πιθανόν κάπως υπερβολικό.

Υπέροχο το ότι κάποια χορικά ήταν σε αρχαία γλώσσα. Οι ηθοποιοί του χορού πολύ καλοί και, με τη συμμετοχή των ηρώων του έργου (που ξεπηδούν από το χορό για να ερμηνεύσουν), έφτιαχναν ένα εντυπωσιακό σύνολο.

Η μουσική (πάντα κυρίαρχο στοιχείο στις παραστάσεις του σκηνοθέτη) σε ζωντανή εκτέλεση από ένα μουσικό με ηλεκτρική κιθάρα και ένα τύμπανο στο κέντρο της σκηνής που χρησιμοποιούν μέλη του χορού, εδώ ντύνει και αναδεικνύει τη δράση, χωρίς να επιβάλλεται.

Τα σκηνικά λιτά και λειτουργικά. Άλλωστε, δε χρειάζεται τίποτα άλλο, αφού ένα «μονοπλάνο» είναι έτσι κι αλλιώς! Η σκηνοθεσία αναδεικνύει με όλους τους τρόπους πως εδώ θα τα γευτείς όλα, εδώ μπροστά σου – έτσι κάνει ο Mπινιάρης – θα γευτείς την προετοιμασία, το παρελθόν, το τώρα, την εξέλιξη της δράσης, τα πρόσωπα, θα τα γευτείς κι εσύ, σα θεατής, με μιαν ανάσα και, στο τέλος του έργου, θα σηκωθείς αργά από το κάθισμα γιατί έχεις στην αγκαλιά σου όλο το βάρος των συναισθημάτων και των γεγονότων που έζησες, αναρωτώμενος μήπως κάτι πρέπει να κάνεις με όλα αυτά: η παράσταση του Mπινιάρη δεν τελειώνει επειδή έσβησαν τα φώτα και υποκλίθηκαν οι ηθοποιοί!

Υ.Γ.: Και βέβαια με το φόνο της μητέρας του και του Αίγισθου, έρχεται η Ύβρις, ο Ορέστης τρελαίνεται (τον κυνηγούν οι Ερινύες)… αλλά η συνέχεια στις Χοηφόρες του Αισχύλου…