Μια αναφορά στην “Στέλλα Βιολάντη” του Γρηγόριου Ξενόπουλου
Open Image Modal
.
Commons wikimedia

Ανάμεσα στους θάνατους

που ζείς εκ των πραγμάτων

μια ζωή που δεν την ζείς

θάνατος, των θανάτων! 

Νικηφόρος Βυζαντινός 

Είναι στιγμές που νιώθεις τόσο ξένος με την ανθρώπινη κοινωνία. Που η κοινωνία και οι όροι που αυτή θέτει στα μέλη της, συνθλίβουν κάθε αντίληψη που έχεις εσύ περί ανθρωπισμού, περί σεβασμού του διπλανού μας όντος. Νιώθεις πως όλα αυτά δεν μπορεί παρά να είναι ένα κακό όνειρο, πως ποτέ δεν συνέβησαν και πως αποτελούν ευφάνταστες διηγήσεις κάποιου παραγωγικού νού. Κι όμως ώρες ώρες η πραγματικότητα έρχεται να σκηνοθετήσει τα καλύτερα ή τα χειρότερα έργα. Έρχεται να συνθλίψει το ιδεατόν και να επιβάλλει με σιδηρά πυγμή το απολύτως εφικτόν, το πραγματικόν. 

Είναι γεγονός αδιαπραγμάτευτο, πως η κοινωνική θέση της γυναίκας και η χειραφέτιση της, σε κοινωνίες αυστηρά παραδοσιοκρατικές όπως η νεοελληνική κοινωνία, δεν ήταν μια μάχη δίχως απώλειες. Δεν ήταν ένα γεγονός που πρέπει να θεωρούμε δεδομένο. Διακρίσεις επί διακρίσεων, εξευτελισμός, απαξίωση, βία σωματική και το χειρότερο ψυχολογικής φύσεως και πάντα με βάση αυτό το “τι θα πεί ο κόσμος” αυτόν τον εφιαλτικό παρονομαστή που υπογραμμίζει πολλά απο τα εγκλήματα ακόμα και του κοινού ποινικού δικαίου αλλά πιότερο του άγραφου, του πίσω απο τις κλειστές πόρτες εθιμικού δικαίου, καθόρισαν την κοινωνική θέση του θηλυκού μέλους της νεοελληνικής κοινωνίας για αιώνες και συνεχίζουν να το κάνουν με μιάν αδιάσπαστη, αδιόρατη κοινή γραμμή, υπογραμμίζοντας μια νοοτροπία περισσότερο, παρά μια κοινωνική στάση έναντι της γυναίκας. Της οιασδήποτε γυναίκας. 

Στο αμέσως προηγούμενο κείμενο μου, μια αναφορά στην “Φόνισσα” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, την τραγική ιστορία της Φραγκογιαννούς, μίας πτωχής, λαικής, αμόρφωτης γυναίκας η οποία καθίσταται την ίδια στιγμή θύμα και θύτης των αυτοθέλητων ή οχι και τόσο πράξεων της, θέλησα να εκφράσω αυτόν ακριβώς τον προβληματισμό μου περί της κοινωνικής θέσης της γυναίκας στην Ελλάδα, τα τελευταία εκατόν πενήντα ή και περισσότερο χρόνια. 

Με την σημερινή μου αναφορά στο έργο σήμα κατατεθέν του Γρηγόριου Ξενόπουλου, την εξίσου τραγική “Στέλλα Βιολάντη”, έρχομαι να καταδείξω πως αυτή η θέση της γυναίκας, που απο ιερόν πρόσωπο που είναι, μεταβάλλεται σε ένα κοινωνικό ράκος αποδιοπομπαίο απο τους πάντες, δεν έχει να κάνει με την κοινωνική της τάξη, αλλά με την νοοτροπία μιάς κοινωνίας. Είναι δυνατόν θα αναρωτηθεί κάποιος, η γυναικεία κακοποίηση με την οιανδήποτε αφορμή, να αποτελεί δείγμα μιάς πολιτισμένης κοινωνίας; 

Εξαρτάται πραγματικά απο το πως ορίζει κανείς τον πολιτισμό και το πως τον αντιλαμβάνεται. 

Η τιμή που εθίχθει αποτελούσε κάποτε έγκλημα με ποινή θανάτου. Ενός θανάτου όχι πάντοτε με φυσικά μέσα όπου θα ήταν και προτιμότερος, αλλά ενός θανάτου κοινωνικού, ενός εν δυνάμει και δια βίου θανάτου ως τον πραγματικό θάνατο. 

Η Στέλλα Βιολάντη δεν είναι η πτωχή αγράμματη μεσόκοπη γυναίκα. Η εν το σκότος της αμαθείας περιπατούσα γυνή και για αυτό τα βασανιστήρια της ίσως δεν επιδέχονται ελαφρυντικών. Είναι γόνος μιάς μεγαλοαστικής, πλούσιας οικογένειας με έναν πατέρα που πιστεύει πως αυτός οφείλει να ορίζει ως και τις ανάσες των προστατευόμενων απο αυτόν, μελών της οικογένειας. 

Οι μεγαλοαστικοί κοινωνικοί φραγμοί, ενίοτε αποδυκνείονται κατά πολύ τραχύτεροι των απλοϊκών, λαικών, αμόρφωτων εν τέλει και ως ελαφρυντικόν, κοινωνικών στρωμάτων. Οι μεγαλοαστοί πρέπει να είναι ή τουλάχιστον να δείχνουν τέλειοι ως το τελευταίο τους κατά την έξωθεν μαρτυρία κύτταρο. Τα κοινωνικά πρέπει της μεγαλοαστικής κοινωνίας, μιάς κοινωνίας “κράτος εν κράτει” της γενικότερης κοινωνίας, επιβάλλουν εθιμοτυπία που δεν συναντάς στις λαικές μάζες. Εκεί δεν υπάρχει το δικαίωμα της αμφισβήτησης, τουλάχιστον μιλώντας για την εποχή των αρχών του περασμένου αιώνα. Εκεί ένα γράμμα αγάπης, ένα δελτάριο όπου λίγες λέξεις τόλμήθηκαν να γραφούν ως έκφραση συναισθήματος, μπορεί να αποτελέσουν αιτία θανάτου για την γυναίκα που τολμά να εκφύγει των κοινωνικών πρέπει της τάξεως της. 

Η Στέλλα Βιολάντη είναι μια ηθογραφία χαρακτήρων εκ των καλύτερων του είδους της. Είναι ένα σκιαγράφημα προσεκτικό των εσωτερικών εαυτών μα και των σχέσεων που συνδιαμορφώνουν τους τελικούς χαρακτήρες προς τον αναγνώστη - θεατή. Είναι μια αναφορά στον εσωτερικό πόλεμο των ψυχών σε αντίφαση και με φόντο πάνοτε το αυστηρά ελεγκτικό κοινωνικό περιβάλλον, το άμεσο και το γενικότερο. 

Η Στέλλα Βιολάντη είναι ένα φάντασμα. 

Ένα σύμβολο ης γυναίκας που διακδικεί το ελάχιστο για σήμερα, μα τα πάντα για τότε. Διεκδικεί την ευτυχία και πεθαίνει κρατώντας την σφικτά μέσα στην ψυχή της. Μαρτυρά πραγματικά, μα δεν προσκυνά στους άγριους καιρούς της υποταγής που έτυχε να ζήσει. 

Ο πατέρας της,. είναι ο συμβολισμός της κοινωνίας. Είναι ένας υποκριτής εκτός θιάσου. Είναι ένα χωρίς να το γνωρίζει έρμαιο της μοίρας. Είναι ο χαμένος της υπόθεσης διότι είναι αυτός ο οποίος υποτάσσεται στα κοινωνικά πρέπει της τάξης του αλλά και της εποχής του όπως και του κοινωνικού ρόλου που προέρχεται απο το φύλο. Είναι ένα υποκείμενο το οποίο νομίζει οτι έχει δική του θέληση μα στην ουσία δεν είναι παρά ένα αυτόματο, ένα ρομπότ που έχει διδαχθεί συγκεκριμένους κανόνες και οτιδήποτε άλλο τον αποσυντονίζει σφόδρα. 

Είναι τέλος το μέσον για να αναδειχθεί η προσωπικότητα της κόρης του, δίχως να το θέλει. Ένας άνθρωπος πνιγμένος μέσα στον ωκεανό των νοοτροπιών της εποχής του, δίχως δική του βούληση κι ας μοιάζει οτι διοικεί τους πάντες και τα πάντα. 

Η Στέλλα είναι άλλο πράγμα. 

Είναι η νικήτρια της μάχης. Είναι αυτή που θυσιάζεται αυτοθέλητα για το ιδανικό της που εδώ πραγματώνεται μέσα απο έναν έρωτα που κι αυτός μοιάζει να υπήρξε μόνον στο μυαλό της. Είναι το ΟΧΙ που βροντοφωνάζει ο άνθρωπος ενάντια στα κοινωνικά, ηθικά, πολιτισμικά (με την ευρεία έννοια) “πρέπει” και κοινές συμβάσεις. Είναι μια ηρωίδα που κανείς ποτέ δεν θα στήσεί άγαλμα μα θα μείνει για πάντα ως μορφή, ως σύμβολο αντίστασης στο κοινωνικό μας ασυνείδητο. 

Η Στέλλα είναι παντού και πουθενά. 

Το ίδιο και ο υπόλοιπος θίασος που προχωρά την υπόθεση του τραγικού αυτού διηγήματος. Κι αυτός ο θίασος της γυναίκας του Βιολάντη ή της αδελφής του μας δείχνουν πολλά. Μας δείχνουν την ανοχή και την υποταγή όταν έχει πλέον πεισθεί κανείς πως τίποτε δεν αλλάζει, τίποτε δεν μπορεί να γίνει καλύτερο, μας δείχνουν κι αυτές οι γυναίκες το πως απο τα πολλά κτυπήματα τα περασμένα μέσα απο γενιές και γενιές, μαθαίνεις να μην αντιδράς πλέον. Να δέχεσαι απλά την μοίρα που σου επιβάλει το φύλο σου έστω και αν αυτή η μοίρα δεν σε υπολογίζει για άνθρωπο. 

Και δεν είναι διόλου τυχαίο το πως αυτό το κείμενο θεωρήθηκε απο την αρχή του κάτι το αξεπέραστο στα νεοελληνικά μας γράμματα. Ίσως να επέτυχε τόσο πολύ γιατι αυτή η κοινωνία οφείλει κάτι στην γυναίκα και στον ρόλο της μέσα στην κοινωνία. 

Ίσως η ενοχή αυτής της κοινωνίας για την γυναίκεια καταπίεση, όλα τούτα τα φαντάσματα των κακοποιημένων γυναικών ανεξαρτήτως τάξης, μόρφωσης που παρελάυουν δίπλα στην Βιολάντη, αυτά τα σιωπηλά πλάσματα που έζησαν και πέθαναν μέσα στην απαξίωση και στην ερημιά της μοναξιάς τους χαμογελώντας για τους έξω κύκλους μα με κουρελιασμένες τις ψυχές, να παίρνουν μέσα απο αυτήν την Στέλλα Βιολάντη, την θέση που κανείς ποτέ δεν τους έδωσε. 

Κανείς ποτέ δεν έγραψε για αυτές, κανείς ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει την μορφή τους, το πως έδειχναν, κάπου, κάπως, κάποτε. Σε ένα τοπίο άχρονο που μπορεί να ναι απο ένα μεγαλοαστικό παλάτι του 1900 μα και μια απλή κάμαρα σε μια πολύβουη πολυκατοικία της Αθήνας του 2020... 

Σε αυτές που δεν μπορούν να μιλήσουν, αφιερώνεται το παρόν.

Δεν μπορούν να μιλήσουν είτε διότι πλέον δεν υπάρχουν, είτε διότι υπάρχουν αλλά δεν μπορούν να ζήσουν. 

Αφιερώνεται στο ιερόν πρόσωπο της γυναίκας.