IN MEMORIAM
|
Open Image Modal
www.orinst.ox.ac.uk

[Sir Fergus Graham Burtholme MILLARFBAFSA (5 Ιουλίου 1935 – 15 Ιουλίου 2019). Βρετανός ιστορικός Αρχαίας Ιστορίας και πανεπιστημιακός (Camden Professor Αρχαίας Ιστορίας Πανεπιστημίου Οξφόρδης 1984-2002). Επιμελητής του Journal of Roman Studies (1975-1979). Βασικά του έργα : Study of Cassius DioOxford University Press 1964, The Roman Empire and its neighbours, Λονδίνο Weidenfeld & Nicolson 1967, 1993.] 

Πρόσφατα απεβίωσε ο επόπτης της διδακτορικής μου διατριβής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Professor Sir Fergus Millar. Καθηγητής αρχαίας και ειδικά ρωμαϊκής ιστορίας, με ρηξικέλευθη συμβολή στη σπουδή της αυτοκρατορικής αλλά και ρεπουμπλικανικής Ρώμης, με το ύστερο έργο του να αναλύει εις βάθος την πολυπλοκότητα της πρωτοβυζαντινής εποχής. Μέσα από εξονυχιστική, δεινή ανάλυση των πηγών, ο Fergus Millar σημάδεψε ολόκληρες γενιές μελετητών, με κάποιους εξ αυτών να είναι ήδη διάδοχοί του. 

Υπό την καθοδήγησή του κατόρθωσα να φέρω εις πέρας ένα πολυσύνθετο και πολλαπλά ευαίσθητο (για τα δεδομένα μεταπτυχιακού φοιτητή) έργο, συγκεκριμένα τη σύγκριση της λατρευτικής πρακτικής της ζωοθυσίας, κατά την εποχή ανάδυσης του χριστιανισμού, σε τρεις διαφορετικές θρησκείες: στην ελληνική θρησκεία, στον ιουδαϊσμό, και στον χριστιανισμό [1.] Η οδυνηρή για μένα είδηση του θανάτου του αγαπημένου μου καθηγητή ήταν η αφορμή για να καταθέσω τις ακόλουθες σκέψεις, που έχω από καιρό σχηματίσει, όμως δεν έχω διατυπώσει δημόσια. Οι σκέψεις μου αφορούν τη σπουδή της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας σήμερα και κάποιες αλήθειες γι’ αυτήν. Πρόκειται για αλήθειες που όλοι ξέρουμε, αλλά που δεν θέλουμε να πούμε, γιατί ίσως δεν ξέρουμε πώς να τις χειριστούμε. 

Επιτρέψτε μου, αρχικά, να αυστοσυστηθώ αναλύοντας τις ιδιότητές μου. Ανήκω στην κατηγορία των Ελλήνων classicists, δηλ. σε μια κατηγορία που ελληνιστί αποδίδεται ως «φιλόλογοι». Θα πρότεινα την ακριβέστερη απόδοση αρχαιογνώστες, με το πρώτο συνθετικό να δηλώνει την αρχαιότητα στην ευρύτερη έννοιά της: την αρχαία ελληνική γλώσσα, τη λατινική γλώσσα, την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία, την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή θρησκεία και ... ναι, θα συνέχιζα μέχρι την αρχαιότητα που περιλαμβάνει τον μεσοποταμιακό και αιγυπτιακό πολιτισμό, αλλά και τη μεσανατολική και απω-ανατολική ιστορία που διαμορφώθηκε διαδραστικά με τους Έλληνες και τους Ρωμαίους από την ελληνιστική εποχή και μετά. Ο όρος αρχαιογνώστες, με άλλα λόγια, θα παρέπεμπε στην ακαδημαϊκή σπουδή της μεσογειακής πολιτισμικής χοάνης, στη διαχρονία (από την Εποχή του Χαλκού μέχρι τη ρωμαιοκρατία) και συγχρονία της (από την Ισπανία μέχρι την Ινδία). Φυσικά, το δεύτερο συνθετικό της λέξης αρχαιογνώστες δεν θα πρέπει να συγχέεται με κάποιον παντο-γνώστη όλων των παραπάνω, αλλά με τον σπουδαστή επιστήμονα που έχει υπόψη του ότι, όσα ο ίδιος γνωρίζει από εξειδίκευση, δεν μπορούν να ιδωθούν ανεξάρτητα από το μεσογειακό πλαίσιο που μόλις περιέγραψα. 

Εδώ και δεκαέξι χρόνια είμαι καθηγήτρια Λογοτεχνίας στο Διεθνές Απολυτήριο του Κολλεγίου Ψυχικού. Ουσιαστικά πρόκειται για ακαδημαϊκού επιπέδου (όπως συμβαίνει σε όλο το Διεθνές Απολυτήριο) μάθημα Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Ναι, δεν έχω πανεπιστημιακή διδακτική θέση. Διδάσκω και δρω σε ένα περιβάλλον εφήβων που αγωνιούν να κατακτήσουν μια θέση σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Κανένας από αυτούς δεν θέλει να γίνει classicist. 

Το Διεθνές Απολυτήριο επιλέγεται επί το πλείστον από όσους μαθητές δεν θέλουν να έχουν σχέση με Classics. Για αυτό και στα προσφερόμενα μαθήματα του Διεθνούς Απολυτηρίου, οι σπουδές ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας δεν υπάρχουν εξ ορισμού, παρά μόνο από όσα σχολεία επιλεκτικά συστήσουν δικό τους μάθημα. Πάρα πολύ συχνά οι μαθητές μου με ρωτούν αν επέλεξα να διδάσκω σε αυτό το περιβάλλον, ενώ «θα μπορούσατε να είστε κάπου καλύτερα, πιο κοντά στα ακαδημαϊκά σας ενδιαφέροντα κτλ.» Η απάντηση που έδινα σε μια τόσο ευθεία ερώτηση —όπως είναι πάντα οι ερωτήσεις των εφήβων— δεν ήταν πάντα η ίδια, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν θυμάμαι τι έχω κατά καιρούς απαντήσει. Γιατί; Διότι η «σωστή» απάντηση... ήταν πολυπαραγοντική. Οι παράγοντες που θα την καθόριζαν: (α) ήμουν νεοδιόριστη και «θα έπρεπε να δείξω» ότι ΜΟΝΟ αυτή τη δουλειά ήθελα ανέκαθεν και ΑΥΤΗ ήταν το όνειρό μου, αλλιώς θα νόμιζαν ότι δεν είμαι καλή καθηγήτρια, (β) δεν ήθελα να πω ψέματα και να «προδώσω» αυτό που πραγματικά αγαπώ και το οποίο σπούδασα με τόσο πάθος δίπλα στον καλύτερο οξφορδιανό καθηγητή ρωμαϊκής ιστορίας, (γ) (αργότερα) ήμουν πλέον αρκετά μεγάλη και «θα ήταν ντροπή» να πω ότι «δεν κατάφερα» να βρω θέση σε πανεπιστήμιο της Ελλάδας ή του εξωτερικού, (δ) δεν ήθελα να πω ψέματα στα παιδιά, τη στιγμή που πάντα τους συμβουλεύω να λένε την αλήθεια, (ε) ήξερα αρκετά πρόσωπα από τον ελληνικό πανεπιστημιακό χώρο και «θα ήταν άηθες» να πω ότι οι θέσεις είναι φωτογραφικές και δίνονται σε πολύ «κοντινούς» φοιτητές από τον ίδιο τον καθηγητή τους, (στ) έπρεπε επιτέλους να βρω μια απάντηση που θα ικανοποιεί όλους τους εμπλεκόμενους, με εμένα πρώτη. Όμως, η αλήθεια είναι ότι ούτε κι εγώ ήξερα την απάντηση, εδώ και αρκετά χρόνια. Την βρήκα πολύ πρόσφατα, μετά από πολλές ώρες θαρρετού «ψυχοψαξίματος», που έγινε χωρίς φόβο, πάθος, φόβητρα, ενοχές, τύψεις. Δεν κρύβω, βέβαια, ότι επρόκειτο για ένα «ψυχοψάξιμο» που έφερε πίκρα. Όπως θα έλεγαν και οι μαθητές μου «ΠΟΛΛΗ πίκρα, δικέ μου!» Ήταν όμως το αναπόφευκτο τίμημα. 

Η απάντηση, λοιπόν, που δίνω εδώ και λίγα χρόνια και θα δίνω από εδώ και στο εξής, είναι η ακόλουθη: το επάγγελμά μου ήταν η καλύτερη δυνατή επιλογή σε μια Ελλάδα και μια Ευρώπη που έχει υποβαθμίσει τα Classics / την αρχαιογνωσία στον χώρο των «μη παραγωγικών» επαγγελμάτων, σε μια ρεαλιστική καθημερινότητα που σε καλεί να εργαστείς (και όχι απλώς να εισπράττεις από κάπου) για να ζήσεις, μια επιλογή που έγινε από μια άριστη σπουδάστρια, που δεν ήταν genius, αλλά εργάστηκε και εργάζεται με όρεξη, αφοσίωση και τιμιότητα. Νομίζω ότι αυτή την απάντηση θα έδιναν πολλοί συνομήλικοί μου classicists που δεν υπηρετούν σε πανεπιστημιακό ίδρυμα. Από πού όμως απορρέει η «πίκρα» της με κόπο αντλημένης απάντησης, εφόσον όλα τα παραπάνω είναι αληθή; Η «πίκρα» είναι το αποτέλεσμα του «γιατί» που δεν πρέπει, λέει, να ρωτάμε: μπορείς να ρωτήσεις «γιατί η Ευρώπη θεωρεί τα Classics μη παραγωγικά»; Το πιθανότερο είναι να σου πουν «γιατί έτσι». Ή, αν ρωτήσεις, «γιατί άραγε δεν δίνεται η δυνατότητα σε όσους θέλουν ακαδημαϊκή καριέρα να δοκιμαστούν εργασιακά και αξιολογήσιμα στον πανεπιστημιακό χώρο»; η απάντηση θα είναι αυτό το ακαταλαβίστικο «δεν υπάρχουν/ανοίγουν θέσεις». Ομολογώ ότι ποτέ μου δεν κατάλαβα, ούτε καν τώρα, την αργκό πίσω από τη φράση «δεν ανοίγουν θέσεις». Υπάρχει ΚΑΠΟΙΟΣ που «ανοίγει» ή «κλείνει» τις θέσεις στα πανεπιστήμια χρησιμοποιώντας ΔΗΜΟΣΙΩΣ ΓΝΩΣΤΑ κριτήρια; Και γιατί, ενώ από τη δεκαετία του 1990 «δεν ανοίγουν θέσεις», πάντα υπάρχουν κάποιοι που διδάσκουν; δεν θα έπρεπε οι θέσεις να είναι κενές; μήπως το σωστό θα ήταν να λέγεται «δεν ανοίγουν πολλές θέσεις;» ή «δεν ανοίγουν όλες οι θέσεις;» Ιδιαίτερα όταν διάβασα γραμμένη αυτή την εξήγηση από γνωστό ακαδημαϊκό δάσκαλο, που μάλιστα θήτευσε ως Υπουργός Παιδείας, οπότε, λογικά, θα μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό το περιβόητο «άνοιγμα» θέσεων, σήκωσα τα χέρια ψηλά: συνειδητοποίησα ότι δεν θα καταλάβω ποτέ πώς λειτουργεί το σύστημα, αλλά, το κυριότερο, συνειδητοποίησα ότι δεν θέλω να ανήκω σε ένα τέτοιο ακαδημαϊκό σύστημα. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι στην ιστορία μου υπάρχει happy ending: «άρα η επιλογή μου ήταν σοφή και είμαι πανευτυχής που υπηρετώ την επιστήμη μου από αυτή τη θέση του καθηγητή σε Διεθνές Απολυτήριο». Ψέματα δεν λέω και δεν χρειάζεται να πω. Η (πικρή) αλήθεια είναι ότι προσπαθώ να υπηρετήσω την επιστήμη μου στα κενά που μου αφήνει η άκρως απαιτητική δουλειά μου, με τα δικά μου μέσα, με τη δική μου προθυμία να συνεργαστώ και να συνδεθώ με ανθρώπους, κυρίως στον αγγλόφωνο χώρο και, φυσικά, χωρίς αμοιβή. Διότι η αλήθεια είναι ότι οι θέσεις για classicists «δεν ανοίγουν» ούτε και στα ξένα πανεπιστήμια. 

Κι εδώ έρχομαι στα λόγια του αποθανόντος Βρετανού καθηγητή μου: στο παρόν σύστημα, έγραφε στους Times, δεν πασχίζουμε να βρούμε πόρους για να δημιουργηθούν πανεπιστημιακές θέσεις, αλλά πασχίζουμε να «στραμπουλήξουμε» τα ακαδημαϊκά μας ενδιαφέροντα για να βρούμε θέση ή για να μην απολυθούμε.

Ναι, η κατάσταση ήταν και είναι έτσι, ακόμα και στο εξωτερικό. Γερμανός classicist, όντας ο ίδιος ακαδημαϊκός, συνομιλώντας με εμένα ως μεταπτυχιακή ακόμα σπουδάστρια στη διάρκεια ενός σεμιναρίου, μακάρισε τον εαυτό του «που πρόλαβε να διοριστεί και δεν είναι στη δική μου θέση, γιατί πλέον η εύρεση εργασίας είναι εφιάλτης!» Τα πράγματα ήταν και είναι χειρότερα για όσους κάνουν διαθεματική έρευνα: ήδη από τα μεταπτυχιακά φοιτητικά μου χρόνια στην Οξφόρδη, θυμάμαι πόσο δύσκολο ήταν να συνδυάσω μαθήματα, συναντήσεις και επιστημονική ενημέρωση από τρία διαφορετικά τμήματα: Classics (για το κομμάτι που αφορούσε την ελληνική θρησκεία), Oriental studies (για το κομμάτι που αφορούσε τον ιουδαϊσμό), Theology (για το κομμάτι που αφορούσε τον χριστιανισμό). Ήμουν όμως ευτυχής και, θα έλεγα, ευλογημένη, που, κατά τη διάρκεια αυτής της αναζήτησης, γνώρισα και συνομίλησα σαν ίσος προς ίσο με τους ευάριθμους κορυφαίους καθηγητές από τους παραπάνω χώρους. Φυσικά και δεν κρύβω ότι, όπως προανέφερα, δεν είχε προβλεφθεί το πρακτικό κομμάτι του πώς ο σπουδαστής θα συνδυάσει πρακτικώς τον συντονισμό από διαφορετικούς χώρους. Από την άλλη, όμως, ίσως αυτό ακριβώς το τρέξιμο από τμήμα σε τμήμα να αποτέλεσε και κομμάτι της δοκιμασίας μου προς την επιτυχία: το να αναπτύξω, δηλαδή, την αυτοβουλία μου προς τον συνδυασμό διαφορετικών κόσμων, κάτι που εξάλλου ήταν και το θέμα της διατριβής μου. 

Επαγγελματικά, δυστυχώς, το πρακτικό πρόβλημα συνδυασμού διαφορετικών κλάδων παρέμεινε και μεγεθύνθηκε. Και μεταφέρω περαιτέρω «πικρά» στιγμιότυπα. Το ένα, όταν ήδη τελείωνα τη διατριβή μου: γνωστός Έλληνας καθηγητής αρχαίας ιστορίας, που είχε προσκληθεί να κάνει ανακοίνωση σε οξφορδιανό σεμινάριο, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου: «προσέξτε, γιατί με το θέμα που έχετε διαλέξει, αύριο δεν θα ανήκετε ούτε στους ιστορικούς ούτε στους θεολόγους και θα δυσκολευτείτε στην εύρεση εργασίας. Το έπαθε και ένας φοιτητής μου!» Ακόμα αναρωτιέμαι τι θα μπορούσα να είχα πει/κάνει όταν άκουσα αυτό το «καλό μαντάτο», αλλά και πώς θα μπορούσε ένας Έλληνας ακαδημαϊκός να υποστηρίξει μια Ελληνίδα σπουδάστρια συναφών ενδιαφερόντων, άπαξ και ο τελευταίος «διέγνωσε το πρόβλημα» και, κυρίως, όταν εκείνη αργότερα υπέβαλε επιτυχώς τη διατριβή της και προσφέρθηκε να τον συνδράμει σε ερευνητικό πρόγραμμά του. Το άλλο περιστατικό έγινε λίγο προτού «επιλέξω» τον δρόμο της Μέσης Εκπαίδευσης. Σε μια από τις αμέτρητες συναντήσεις που είχα ψάχνοντας συμβουλές για το πώς να βρω επάγγελμα αντίστοιχο των μεταπτυχιακών ενδιαφερόντων μου, Αγγλόφωνος ερευνητής στο ΕΙΕ, ανέφερε: «Τα πράγματα με τις προκηρύξεις θέσεων όντως είναι δύσκολα. Εγώ ευτυχώς έχω τη θέση μου και δεν ξέρω τι γίνεται εκεί έξω.» (!...) 

H είδηση του θανάτου του Fergus Millar με έκανε νοσταλγικά να πάω πιο πίσω, στα χρόνια που προηγούνταν της «αρένας», του «επαγγελματικού στίβου». Παρά το καθ’ ομολογίαν ζοφερό μέλλον που (πώς να ήξερα τότε ότι) ανοιγόταν μπροστά μου, πρέπει να αναγνωρίσω ότι, ακαδημαϊκά, όλοι οι καθηγητές που με καθοδήγησαν στη διατριβή μου, με κύριο επόπτη τον Fergus Millar, ήταν πάντα εκεί: μετά από συνεννόηση, φυσικά, μπορούσα να τους βρω στο γραφείο τους, ανάμεσα στα βιβλία τους και τα γραπτά τους, τα οποία πάντα ήταν πρόθυμοι να διακόψουν προκειμένου να συνομιλήσουν με έναν φοιτητή... από την Ελλάδα (στην αρχαιογνωστική συνείδησή τους κάτι αποπνέει ακόμα αυτό το εθνικό προσδιοριστικό). Με χαμόγελο, ευγένεια, χιούμορ, συχνά σερβίροντας τσάι ή καφέ στη διάρκεια της συζήτησης, ο πανεπιστημιακός καθηγητής ήταν δίπλα σου, για σένα, μετριόφρων και δεκτικός σε αντιρρήσεις και ενστάσεις, χωρίς ανάγκη για κολακείες και χωρίς υποσχέσεις για μελλοντικά επαγγελματικά οφέλη. Εναπέκειτο σε σένα, τον σπουδαστή, να αξιοποιήσεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σπάνιο (εξ Ελλάδος, βέβαια, πληρωνόμενο) δώρο που σου δινόταν, να αντλήσεις γνώση από την πηγή. Το πόσο κοντινές ή μακρινές είναι τέτοιες σκηνές από τα δικά μας Πανεπιστήμια, για τον Έλληνα φοιτητή, αφήνω να το κρίνει εκείνος. 

Ο «πρωταθλητής» στην παραπάνω εικόνα μετριοφροσύνης, γενναιόδωρης προσφοράς γνώσης, ευγένειας και ασυμβίβαστης ειλικρίνειας, ήταν ο επόπτης μου Fergus Millar: όπως και για πολλούς Άγγλους συνομηλίκους μου (που τώρα διδάσκουν σε πανεπιστήμια, βλ. το «παράδοξο» που ανέφερα πιο πάνω), ο Fergus Millar ήταν ένας «πατέρας», ο ακαδημαϊκός μας «μπαμπάς», ο γλυκός μας δάσκαλος, που μας δίδαξε να αγαπάμε τον αρχαίο και τον νεότερο κόσμο όπως όντως ήταν και είναι: συνολικά, ως κόσμους, στην ολότητά τους, την Ανατολή και τη Δύση, τον Χριστιανό της Ελλάδας, της Συρίας, της Αιγύπτου, τον Εβραίο, τον Μουσουλμάνο, τον έμπορο που έγραψε ένα συμβόλαιο πώλησης σε πάπυρο και τον αυτοκράτορα που πρόσθεσε την απάντησή του στο γράμμα του επαρχιακού διοικητή, τον Άγγλο φοιτητή, που διδάσκεται λεπτομερώς ρωμαϊκή ιστορία από τα μαθητικά του χρόνια, και τον Έλληνα σπουδαστή, που ως μαθητής δεν είχε την τύχη να αφομοιώσει τι θα πει ελληνιστική περίοδος (όπως συνειδητοποιώ και από τους δικούς μου μαθητές τώρα, ακόμη κι όταν λ.χ. τους διδάσκω Καβάφη). Πόσο «αντιπαραγωγικό», αλήθεια, αυτό το δίδαγμα σε προωθημένες εποχές σαν τη δική μας... 

O Fergus Millar αγαπούσε τους φοιτητές του, γιατί αγαπούσε τους ανθρώπους. Ήθελε όλους να τους γνωρίσει σε βάθος, όπως σε βάθος μελετούσε τους «αρχαίους» ανθρώπους. Καθέναν στο τμήμα του τον ήξερε και ως ακαδημαϊκή παρουσία / φοιτητή, αλλά και ως πρόσωπο, όπως ήξερε και χαιρόταν να γνωρίζει τις οικογένειές τους: ακόμα θυμάμαι τη χαρά μου, όταν οι φιλόλογοι γονείς μου, ως επισκέπτες στο γραφείο του Fergus Millar, μιλούσαν μαζί με τον καθηγητή μου, κάνοντας ιστορικά αστεία. Και την περηφάνια μου όταν του σύστησα τον αδερφό μου, που επίσης είχε κάνει στην Οξφόρδη το διδακτορικό του ως φιλόλογος. Ευτυχώς τα εκατοντάδες γράμματα και e-mails του αγαπημένου μου Fergus (για όλους μας ήταν, απλώς, ο Fergus), αλλά και οι αφιερώσεις του σε άρθρα και βιβλία του (“for Mariza and the Petropoulou family”), μου θυμίζει ότι η γνωριμία μαζί του δεν ήταν όνειρο ... ευτυχώς ! 

Αναπαύσου εν ειρήνη, καλέ μου Δάσκαλε! Rest in peace.

 

[1.]  Maria-Zoe Petropoulou, Animal Sacrifice in Ancient Greek Religion, Judaism, and Christianity, 100 BC to AD 200, σελ. xxii+336, Oxford University Press 2008.