«Φωνή βοώντας εν τη ερήμω»

Σκέψεις για τον τουρισμό και τον πολιτισμό μας με αφορμή το κουφάρι του λαθραίου τσιγαράδικου στη Ζάκυνθο
Open Image Modal
wed1204 via Getty Images

Εν μέσω των εορτασμών για τα 200 χρόνια από την έναρξη του αγώνα της Εθνεγερσίας και χωρίς ακόμη να έχουν ουσιαστικά εκκινήσει οι επετειακές εκδηλώσεις στο νησί μας για τη συμβολή του στις προεπαναστικές οργανωτικές ζυμώσεις και στην επιμελητειακή υποστήριξη με «όπλα & βούτυρο» καθώς και ανθρώπινο δυναμικό στους μαχητές της Μεσημβρινής Ελλάδας και του Μεσολογγίου, μαθαίνουμε ότι το κουφάρι του λαθραίου τσιγαράδικου που αποσαθρώνεται από το πλήρωμα του χρόνου δίπλα στο απέραντο γαλάζιο και απείρου κάλους παρθένο φυσικό τοπίο των ορεινών του νησιού «είναι το κορυφαίο αξιοθέατο», «το σήμα κατατεθέν της Ζακύνθου και της Ελλάδας» και το «δεύτερο πιο πολυφωτογραφημένο ελληνικό αξιοθέατο μετά την Ακρόπολη».

Προσημειώνοντας ότι σκοπός της επιφυλλίδας αυτής δεν είναι να υπεισέλθει σε καμία αντιμαχία ή αντιπαλότητα, αλλά να αποτελέσει το εφαλτήριο της ανάδειξης ενός θεμελιώδους ζητήματος της πολιτικής φιλοσοφίας που εντοπίζεται στην αιτιώδη διασύνδεση του πνεύματος με τα αισθητά, στις γραμμές που ακολουθούν θα καταδείξουμε την έννοια και τη σημασία των συμβολισμών.

Η πολυσημία των δύο εννοιών, πνεύματος & αισθητών, και η αδυναμία του Διαφωτισμού να ερμηνεύσει με ορθολογιστικούς όρους τη διασύνδεσή τους, είναι αυτή που θα τον οδηγήσει στην αντιθεοκρατία, στον σκεπτικισμό και στον αντιαριστοτελισμό με απότοκο τη γέννηση πλήθους θεωριών προς υπεράσπιση του «ορθού» ηθικού ιδεώδους, μεταξύ των οποίων ο μηδενισμός και ο υλισμός.

Και θα διερωτηθεί στο σημείο αυτό ο ανυποψίαστος αναγνώστης προς τι η αναφορά μας στο ετερόκλητο σύνολο πνευματικών κινήσεων του Διαφωτισμού.

Μα για να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε ακόμη και μια άκαιρη-άστοχη σύγκριση υποστασιοποιώντας το μέτρο επισκεψιμότητας της περιοχής του Ναυαγίου με τον Αρχαιολογικό χώρο της Ακροπόλεως, με αμιγώς υλιστικά κριτήρια και μηδενίζοντας το ιστορικό, πολιτικό, πολιτισμικό υπόβαθρο και το πνεύμα του Ελληνικού κόσμου που ανά τους αιώνες αναδείχθηκε σε μία πρόταση πολιτισμού που ενδιέφερε πανανθρώπινα.

Στην προκειμένη περίπτωση ουσιαστικά αγνοούμε το μέγεθος του συμβολισμού-αναγνώρισης και συμπερίληψης ενός αρχαιολογικού μνημείου, (μαζί με άλλα δεκαεπτά ελληνικά μνημεία και τοποθεσίες) στο κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομίας της Ουνέσκο.

«Τα μνημεία που συγκαταλέγονται στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς επιλέγονται και εγκρίνονται βάσει της αξίας τους ως τα καλύτερα παραδείγματα της δημιουργικής ευφυΐας του ανθρώπου.

Αποτελούν τεκμήρια μιας σημαντικής ανταλλαγής ανθρώπινων αξιών και παρέχουν μια μοναδική ή τουλάχιστον εξαιρετική μαρτυρία μιας πολιτισμικής παράδοσης ή ενός πολιτισμού που ζει ακόμα ή έχει εξαφανισθεί.

Είναι άμεσα συνδεδεμένα με σημαντικά στάδια της ανθρώπινης ιστορίας και για το λόγο αυτό έχουν εξέχουσα οικουμενική αξία και αποτελούν τμήμα της κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας».

Η παραγνώριση αυτή επιβεβαιώνει το εύλογο ερώτημα του Χρ. Γιανναρά ότι ο σημερινός Έλληνας δεν μπορεί να εξηγήσει «γιατί ο Παρθενώνας είναι ή όχι σημαντικότερος από τον Πύργο του Αϊφελ και η Αγια-Σοφιά σημαντικότερη από τη γέφυρα του Μπρούκλιν;».

Γιατί άραγε ν’ ανθούν τα μαθήματα της κλασσικής παιδείας-γλώσσας και της Ελληνικής ιστορίας στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου;

Γιατί άραγε ο Ελληνισμός όχι μόνο επιβίωσε στα τετρακόσια χρόνια Οθωμανοκρατίας αλλά κυριαρχούσε σε πολιτισμικό-οικονομικό επίπεδο σε τρεις αυτοκρατορίες, τη Ρωσική, την Αυστροουγρική και την Οθωμανική;

Μα γιατί διατηρούσε αναλλοίωτο το συστατικό του στοιχείο, το θεμέλιο της κοινωνικοπολιτικής του ιδιοσυστασίας, τις πόλεις και τα κοινά σε ανθρωποκεντρικές βάσεις με συστατικές παραμέτρους την καθολική ελευθερία, την εταιρική οικονομία και το πνεύμα του.

«Εις την ιστορίαν εξ όλων των Εθνών το Ελληνικόν έχει ιδιαιτέρον χαρακτηριστικόν ότι αναγεννάται και αναζή.[…].

Όταν πάλιν ο Ελληνισμός εφάνη θνήσκων υπό τη ρωμαϊκήν δεσποτείαν, όταν βάρβαροι επιδρομείς ελυμαίνοντο και τότε τας Ελληνικάς χώρας, το Ελληνικόν Πνεύμα ενεκολπώθη και εχειραγώγησε την θρησκείαν, ήτις θα ελύτρωνε την ανθρωπότητα». (Ίων Δραγούμης)

Αρκεί μόνο να υπομνήσουμε την αέναη δυναμική και μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας σε όλες τις «μετεξελίξεις και μεταλλαγές» της, έχοντας μια «αδιάκοπη ιστορία τριών περίπου χιλιάδων ετών […]. Όμως οι προγενέστερες μορφές της δεν εξανεμίστηκαν, αλλά ζουν ακόμα διαφοροτρόπως μέσα της, ως ιζήματα και στρώματα, που κάνουν τη διαχρονία συγχρονία.

Ο Όμηρος και η κλασσική αττική, η κοινή και η λόγια βυζαντινή, η εκκλησιαστική γλώσσα και η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού και των κρητικών επών, η αρχαΐζουσα και η απλή καθαρεύουσα, η αστική τρέχουσα και τα ιδιωματικά κατάλοιπα -όλα αυτά αποτελούν ακόμα σήμερα πηγές απ’ όπου μπορεί ν’ αντλήσει η γλωσσική καλαισθησία, αλλά και η εκφραστική ανάγκη». (Π. Κονδύλης)

Τουναντίον η αμετροέπεια και η ακόρεστη βουλιμία για ατομικό κέρδος, επιδεικνύοντας εναργώς το μέτρο της ιδιωτείας μας, αργά ή γρήγορα θα μας οδηγήσει σ’ ένα σημείο χωρίς επιστροφή.

Είναι νωπά ακόμη τα αποτελέσματα των τεσσάρων μνημονίων, απόρροια του αχαλίνωτου παρασιτικού καταναλωτισμού μας που εξέθρεψε η νεοελληνική φαυλοκρατία–κομματοκρατία συνωθώντας στην αποβιομηχανοποίηση της χώρας και στη μεταστροφή της οικονομίας από τον πρωτογενή-δευτερογενή τομέα στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών υπό την απουσία ανάλογης παιδείας. 

Κατανοούμε απόλυτα το οξύτατο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το τουριστικό προϊόν γι’ αυτό και οφείλουμε να αναλογισθούμε τάχιστα για την επόμενη μέρα.

Η αβεβαιότητα, ο φόβος, η απληστία, αλλά και ο τρόμος που προκαλεί το σενάριο μια ολοκληρωτικής καταστροφής μας οδηγεί στην αναζήτηση των ικανών-αναγκαίων προϋποθέσεων μιας βιώσιμης οικονομικοκοινωνικής ανάπτυξης.

Γιατί όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Περικλής στον Επιτάφιο :«Τὸν πλοῦτο μας τὸν ἔχομε γιὰ νὰ τὸν χρησιμοποιοῦμε σὲ ἔργα καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν καυχιόμαστε. Δὲν θεωροῦμε ντροπὴ τὴ φτώχεια. Ντροπὴ εἶναι νὰ μὴν τὴν ὰποφεύγη κανεὶς δουλεύοντας».

Ως εκ τούτου θα επικροτήσουμε και θα συνεπικουρήσουμε όλες τις υγιείς επιχειρηματικές πρωτοβουλίες σε οποιαδήποτε κλάδο του τουριστικού προϊόντος που νοηματοδοτούνται από την αρχή της βιώσιμης-αειφόρου ανάπτυξης.

Μιας βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης που θα συμβαδίζει με τις ανάγκες του ανθρωπογενούς-φυσικού περιβάλλοντος, με τα ηθικοκοινωνικά κριτήρια, τις πολιτισμικές παραδόσεις, την αξιοποίηση και ανάπτυξη του φυσικού πλούτου και της πολιτισμικής κληρονομίας, την ενίσχυση της ποιότητας του τουρισμού, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πληθυσμών υποδοχής και την όσο το δυνατών ευρύτερη ικανοποίηση των τουριστικών αναγκών, την ισόρροπη κατανομή του οφέλους-κόστους της τουριστικής δραστηριότητας, την προώθηση εναλλακτικών μορφών τουρισμού και την κινητοποίηση του συνόλου των τουριστικών αρχών-υπηρεσιών για τη συγκρότηση ενός πλαισίου δράσης με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη του τουρισμού.

Με γνώμονα ένα μεθοδικό και διαχειριζόμενο σχεδιασμό για το τουριστικό προϊόν που θα συμβάλλει στην ανάπτυξη των τριών διαστάσεων της αειφόρου ανάπτυξης – περιβάλλον, οικονομία, κοινωνία– διασυνδεόμενο άμεσα με άλλους τομείς της οικονομικής-κοινωνικής-πολιτισμικής δραστηριότητας, δημιουργώντας αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας και εμπορικές ευκαιρίες, θα μπορούσαμε να ατενίζουμε με αισιοδοξία το ιστορικό μας μέλλον κατανοώντας το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής μας και το χρέος μας προς τον τόπο μας, όπως ακριβώς περιγράφεται στην ωδή του Ανδρέα Κάλβου, «Ο Φιλόπατρις»:

«Ω φιλτάτη πατρίς,
Ω Θαυμασία νήσος,
Ζάκυνθε• συ μου έδωκας
Την πνοήν και
Τα του Απόλλωνος χρυσά δώρα!»

 

Πρώτη δημοσίευση στο imerazante.gr