Οι αιματηρές συμπλοκές της ΕΛΑΣ με άτομα του κινούνται στο χώρο της τρομοκρατίας. Από τον Τουτσουβή στον Σπύρο Δραβίλα

Οι αιματηρές συμπλοκές της ΕΛΑΣ με άτομα που κινούνται στο χώρο της τρομοκρατίας. Από τον Τουτσουβή στο ληστή του Διστόμου, Δραβίλα
Open Image Modal
eurokinissi

Οι επιχειρήσεις της ΕΛ.ΑΣ. για τη σύλληψη ατόμων που συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με την τρομοκρατία ήταν ανέκαθεν αιματηρές.

Η ιστορία επιβεβαιώθηκε την περασμένη Παρασκευή όταν κατά την αστυνομική επιχείρηση στο κρησφύγετο των «ληστών του Διστόμου» στον Αγχίαλο Βόλου, ο Σπύρος Δραβίλας –παλιός συνεργός του Βασίλη Παλαιοκώστα- έβαλε τέλος στη ζωή του με καλάσνικοφ.

Το περιστατικό θύμισε στους παλιότερους αξιωματικούς της Ασφάλειας και της Αντιτρομοκρατικής περιστατικά του παρελθόντος στα οποία υπήρχαν θύματα που είτε έμμεσα είτε άμεσα σχετίζονταν με το αντάρτικο πόλης.

«Αν όπως όλα δείχνουν ο Σπύρος Δραβίλας αυτοκτόνησε και ο θάνατός του δεν προήλθε από ανταλλαγή πυροβολισμών με αστυνομικούς, η απόφασή του έχει χαρακτηριστικά μη παράδοσής στους διώκτες του. Κάτι ανάλογο είχε κάνει και ο Χριστόφορος Μαρίνος στις 23 Ιουλίου 1996, όταν αυτοκτόνησε κατά τη διάρκεια επιχείρησης της ΕΚΑΜ, στην καμπίνα του πλοίου ‘Πήγασος’. Παρόμοια απόφαση, σε επίπεδο όμως σκληρής αντίδρασης και ένοπλης συμπλοκής που κατέληξε στο θάνατό τους, είχαν πάρει ο Χρήστος Τσουτσουβής στις 15 Μαίου 1985, ο Μιχάλης Πρέκας στη περιβόητη ‘μάχη’ της Καλογρέζας την 1η Οκτωβρίου 1987 και ο Λάμπρος Φούντας στις 10 Μαρτίου 2010», σημειώνουν πηγές του αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ., συμπληρώνοντας πως αυτά τα πρόσωπα αποτέλεσαν «ινδάλματα» του εγχώριου αντάρτικου πόλης.

Υπόθεση Χριστόφορου Μαρίνου

Ο Χριστόφορος Μαρίνος ήταν Έλληνας αναρχικός και απεργός πείνας, γνωστός για την πολύχρονη εμπλοκή του τόσο με την αστυνομία, όσο και με τη Δικαιοσύνη, λόγω της αμφιλεγόμενης δράσης του. Για το κράτος θεωρούνταν εγκληματικό στοιχείο, ενώ επιπλέον κατηγορήθηκε για διάφορες τρομοκρατικές πράξεις. Η αμφισβητούμενη προσωπικότητά του ακόμη και από ομοϊδεάτες του, ήρθε να την επισφραγίσει ο θάνατός του, στις 23 Ιουλίου του 1996, στο πλοίο Πήγασος, που από τις αρχές αποδόθηκε σε αυτοκτονία με πυροβόλο όπλο, κατά τη διάρκεια επιχείρησης της ΕΚΑΜ, στην καμπίνα του.

Ήταν υπόδικος, αφού κατηγορούνταν ως εμπλεκόμενος στην υπόθεση δολοφονίας του ταμία του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας Δημ. Μαντούβαλου και επισήμως βρίσκονταν σε κατ’ οίκον περιορισμό, ύστερα από δικαστική απόφαση. Προηγουμένως, είχε προβεί σε πολυήμερη απεργία πείνας, διαμαρτυρόμενος για τις άδικες όπως υποστήριζε κατηγορίες σε βάρος του. Στις 23 Ιουλίου επέστρεφε από την Σέριφο έχοντας παραβιάσει τον κατ’ οίκον περιορισμό του. Για τις ακριβείς συνθήκες θανάτου του, που δεν διαλευκάνθηκαν ποτέ, διενεργήθηκε προανάκριση από το Λιμεναρχείο Πειραιά.

Είχε συμμετοχή και στη «μάχη» της Καλογρέζας μαζί με τον νεκρό Μιχάλη Πρέκα, για την οποία αργότερα αθωώθηκε.

Σε τηλεοπτική του εμφάνιση και σε ερώτηση που του απεύθυνε η δημοσιογράφος Έλλη Στάη γιατί συνεχίζει ενώ άλλα μέλη του ίδιου ιδεολογικού χώρου έχουν αποσυρθεί, απάντησε ότι δεν αντέχουν όλοι να σηκώσουν το βάρος της κρατικής καταδίωξης. Τους τελευταίους μήνες πριν το θάνατό του υπέφερε από κάποια ψυχολογικά προβλήματα που είχαν προκληθεί λόγω των πολύχρονων περιπέτειών του και μια απογοήτευση που φαίνονταν ότι τον διακατείχε από τη συμπεριφορά μερικών παλαιών συναγωνιστών του. Ήταν φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Υπόθεση Μιχάλη Πρέκα

Ο Μιχάλης Πρέκας ήταν ένας 32χρονος από τη Σαντορίνη, ο οποίος είχε απασχολήσει τις Αρχές από νεαρή ηλικία για μικροαδικήματα.

Σε κάποιες από τις συλλήψεις του φέρεται –σύμφωνα με τα όσα έγραφαν τότε οι αναρχικοί- να έπεσε θύμα ξυλοδαρμού από αστυνομικούς για τους οποίους ανέπτυξε αισθήματα μίσους. Ο Πρέκας δεν άργησε να αποκτήσει σχέσεις με αντιεξουσιαστικούς κύκλους, ενώ σύμφωνα με την Αστυνομία από ένα σημείο και μετά πέρασε στην τρομοκρατία. Το αποκορύφωμα της δράσης του, όπως διέρρεε τότε η Αντιτρομοκρατική, ήταν η ίδρυση της τρομοκρατικής οργάνωσης «Αντικρατική Πάλη», της οποίας φέρονταν ως αρχηγός.

Το 1987 στην Καλογρέζα μαζί με αλλα δύο άτομα, τους Μαρίνο και Σμυρναίο, προσπάθησαν να κλέψουν από περιπολικό έναν ασύρματο με τον οποίο θα μπορούσε ο Πρέκας να γνωρίζει τις κινήσεις της Αστυνομίας. Ο 32χρονος αφού καταδιώχτηκε από τους αστυνομικούς εγκλωβίστηκε στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας και μετά από πολύωρη μάχη με τους αστυνομικούς πυροβολήθηκε με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα.

Σύμφωνα με την Αστυνομία, τα όπλα που κρατούσε στα χέρια του κατά τη διάρκεια της συμπλοκής ήταν από εκείνα που είχαν κλαπεί από το λιμεναρχείο της Ραφήνας τον Αύγουστο του 1987. Στην Καλογρέζα μαζί με τον Πρέκα εντοπίστηκαν οι Χριστ. Μαρίνος και Κλέαρχος Σμυρναίος που παραδόθηκαν.

Από τη δική τους πλευρά οι αντιεξουσιαστές έγραφαν σε κείμενά τους ότι ο Πρέκας δολοφονήθηκε από τους αστυνομικούς.

«Ενώ ήταν ανεβασμένος στην ταράτσα της πολυκατοικίας χτυπήθηκε από τα πυρά της αστυνομίας αλλά δεν πέθανε. Αιμόφυρτος μεταφέρεται στο περιπολικό. Η θανατηφόρα βολή είχε όμως φορά από πάνω προς τα κάτω κάτι που δεν μπορούσε να συμβεί ενώ ήταν ανεβασμένος στην ταράτσα. Ο Μιχάλης Πρέκας πυροβολήθηκε κατά τη μεταφορά του στο Νοσοκομείο», έγραφαν μέλη του αντιεξουσιαστικού χώρου.

Η Βαγγελιώ Βογιατζή, σύντροφος του Μιχάλη Πρέκα, ζήτησε από το δικαστήριο που έγινε στη συνέχεια να αναιρεθεί το βούλευμα του συμβουλίου εφετών με το οποίο απαλλάχτηκε ο αστυνομικός Νίκος Κονταξής, ο οποίος φέρεται να πυροβόλησε το Μιχάλη Πρέκα. Ουσιασικό επιχείρημα της ήταν ότι ο αστυνομικός ανταπέδωσε τους πυροβολισμούς του Μιχάλη Πρέκα και τον σκότωσε από μεγάλη απόσταση και ενώ η κάλυψή του ήταν πλήρης με αποτέλεσμα να μην αιτιολογείται η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ότι ο αστυνομικός βρισκόταν σε κατάσταση νόμιμης άμυνας. Μετά από χρόνια, αναβολές το δικαστήριό έβγαλε το πόρισμα ότι ο Πρέκας δεν δολοφονήθηκε και απήλλαξε τον αστυνομικό.

Η συμπλοκή του Γκύζη

Ο Χρήστος Τσουτσουβής γεννήθηκε το 1953. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Γκρατς της Αυστρίας έγινε μέλος του ΠΑΚ και εκπαιδεύθηκε στην χρήση όπλων. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ήταν εκλογικός αντιπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ στις πρώτες μεταδικτατορικές εκλογές τον Νοέμβριο του 1974.

Το εγκατέλειψε όμως και εντάχθηκε στον Επαναστατικό Λαϊκό Αγώνα (ΕΛΑ). Φέρεται να συμμετείχε στην ένοπλη συμπλοκή με αστυνομικούς έξω από την AEG στην οποία σκοτώθηκε ο Χρήστος Κασσίμης το 1977, και στη δολοφονία του βασανιστή της χούντας, απότακτου αξιωματικού της Ασφάλειας Πέτρου Μπάμπαλη το 1979. Την ευθύνη για την δολοφονία Μπάμπαλη αρχικά ανέλαβε η «Ομάδα Ιούνης '78», όμως αργότερα αποδείχτηκε ότι πίσω της κρυβόταν ο ΕΛΑ, κάτι που τελικά και ο ίδιος παραδέχθηκε.

Αποχωρώντας από τον ΕΛΑ το 1980, ίδρυσε την «Αντικρατική Πάλη», η οποία δολοφόνησε τον εισαγγελέα Θεοφανόπουλο, ενώ κατηγορήθηκε και για εμπρησμούς.

Σε ηλικία 32 χρονών, στις 15 Μαΐου 1985, πήγε να πάρει μία μοτοσυκλέτα στην οδό Αμφίκλειας στου Γκύζη. Το δίτροχο είχε κινήσει τις υποψίες των αστυνομικών που το επιτηρούσαν. Ο Χρήστος Τσουτσουβής αρνήθηκε να παραδοθεί στις εκκλήσεις των αστυνομικών και άνοιξε πυρ εναντίον τους. Από την ανταλλαγή πυροβολισμών σκοτώθηκε ο ίδιος και τρεις αστυνομικοί (Γιώργο Δουγένης, Bασίλης Μπούρας, Γιώργος Γεωργίου).

Υπόθεση Λάμπρου Φούντα

Ήταν 19 Μαρτίου 2010 όταν στην οδό Κουντουριώτου 33 στη Δάφνη αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης που περιπολούσαν ξημερώματα στο σημείο επιχείρησαν να ελέγξουν δύο άτομα που προσπαθούσαν να κλέψουν αυτοκίνητο.

Οι δράστες αντιστάθηκαν και τότε σημειώθηκε ανταλλαγή πυροβολισμών κατά τη διάρκεια της οποίας έπεσε νεκρός ο 35χρονος βιολόγος Λάμπρος Φούντας.

Σύμφωνα με την Αστυνομία, όταν οι αστυνομικοί άναψαν τον φάρο του περιπολικού, οι δύο άνδρες βγήκαν από το ΙΧ και άρχισαν να πυροβολούν εναντίον τους, με αποτέλεσμα οι σφαίρες να πλήξουν το υπηρεσιακό όχημα. Τότε οι αστυνομικοί καλύφθηκαν πίσω από το περιπολικό και ανταπέδωσαν τους πυροβολισμούς, με συνέπεια να πέσει νεκρός από σφαίρα στην αριστερή ωμοπλάτη ο ένας από τους δράστες, ενώ ο δεύτερος κατάφερε να διαφύγει τρέχοντας.

Το περιστατικό ξετύλιξε ακόμη ένα κουβάρι της εγχώριας τρομοκρατίας. Ακολούθησαν συλλήψεις μελών του «Επαναστατικού Αγώνα», μεταξύ των οποίων του Νίκου Μαζιώτη και της συντρόφου του Παναγιώτας Ρούπα.

Ο νεκρός φόραγε διπλά γάντια, το παντελόνι και το μπουφάν του είχαν λάστιχα στις άκρες του, για να μην αφήσει αποτυπώματα και DNA. Τέτοια «στολή» για να κλέψει ένα παλαιό Ι.Χ. μάρκας SEAT χαμηλής αξίας. Είχε όπλο και χειροβομβίδα (επιθετική ρωσικής κατασκευής) ίδιου τύπου με αυτές που χρησιμοποιούσε ο «Επαναστατικός Αγώνας».

Δεν είχε ταυτότητα και κινητό για να μην εντοπιστεί εύκολα αν έπεφτε σε μπλόκο όπως και έγινε. Δεν ήθελε να μπορούν να δούνε τις κλήσεις που είχε κάνει και να έχουν έναν αριθμό κινητού που μπορεί να χρησιμοποιούσε με άλλα στοιχεία Αξιωματικός της ΕΛΑΣ, τις πρώτες ώρες, χαρακτήριζε την υπόθεση «ιδιαίτερα σοβαρή», ενώ στις έρευνες συμμετείχε ενεργά η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία διότι ο 35χρονος που έπεσε νεκρός, κινείτο στον χώρο των αντιεξουσιαστών, ενώ είχε συλληφθεί το 1995 κατά τη διάρκεια της πρώτης αστυνομικής εισβολής στο Πολυτεχνείο, με περίπου 400 συλλήψεις. Ανάμεσά τους ήταν και οι περισσότεροι από τα μετέπειτα συλληφθέντα μέλη του «Επαναστατικού Αγώνα».

Δίπλα στον νεκρό βρέθηκε περίστροφο τύπου ΖASTAVA μέ έξι σφαίρες. Επίσης, στο σακίδιο που έφερε στην πλάτη του, βρέθηκε χειροβομβίδα, ενώ στο μπουφάν του εσωτερικά είχε συσκευή ασύρματης επικοινωνίας, με την οποία συνομιλούσε με τον συνεργό του.

Επιχείρηση «ληστές του Διστόμου»

Την περασμένη Παρασκευή έγινε η επιχείρηση της Αντιτρομοκρατικής στην περιοχή της Νέας Αγχιάλου κοντά στον Βόλο, όπου σε διώροφη κατοικία αυτοκτόνησε ο Σπύρος Δραβίλας και συνελήφθησαν οι Σπύρος Χριστοδούλου και ο Γρηγόρης Τσιρώνης.

Ειδικότερα, οι τρεις καταζητούμενοι εντοπίστηκαν σε σπίτι στη Χρυσή Ακτή. Όπως ανέφερε ανώτατος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., όταν οι ληστές κλήθηκαν να παραδοθούν ακούσθηκαν δύο πυροβολισμοί μέσα στο σπίτι (αυτοκτονία Δραβίλα) και αμέσως μετά οι δύο τους τρεις βγήκαν έξω και παραδόθηκαν.

Οι συλληφθέντες ισχυρίζονται ότι ο σύντροφος τους αυτοπυροβολήθηκε για να μην πέσει στα χέρια των αστυνομικών. Ο Χριστοδούλου εμπλέκεται σε σωρεία ληστειών τραπεζών ενώ έχει εμπλακεί σε ανταλλαγή πυροβολισμών με αστυνομικούς. Ο Τσιρώνης ανήκει στους «ληστές με τα μαύρα» που έκαναν παλιότερα ληστείες τραπεζών για την οικονομική ενίσχυση τρομοκρατικών οργανώσεων.

Ο Δραβίλας είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση 17 ετών για τη συμμετοχή του στην κινηματογραφική απόδραση του Παλαιοκώστα από τον Κορυδαλλό, το 2006, και σύμφωνα με το κατηγορητήριο επέβαινε στο ελικόπτερο.