Πέθανε ο Ζαν Πολ Μπελμοντό

Σε ηλικία 88 ετών.
|
Open Image Modal
United Archives via Getty Images

Ο παγκόσμιος κινηματογράφος θρηνεί. Ο κορυφαίος Γάλλος ηθοποιός Ζαν - Πολ Μπελμοντό πέθανε στο σπίτι του, σε ηλικία 88 ετών, τη Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου, όπως δήλωσε ο δικηγόρος του στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων AFP.

«Πέθανε ήσυχα», δήλωσε ο δικηγόρος του, Μισέλ Γκοντέ. Ο πολυαγαπημένος Μπεμπέλ του Γαλλικού σινεμά, όπως ήταν το προσωνύμιο του, είχε στο ενεργητικό του 80 ταινίες και αξέχαστους ρόλους, όπως «ο Τρελός Πιερό» (1965) και βεβαίως, του ζεν πρεμιέ στο «Με κομμένη την ανάσα». 

Ο μεγάλος Μπεμπέλ, ο κιμνηματογραφικός γίγαντας, αποκάλυψε το 2011 ότι σχεδίαζε να αποσυρθεί από το σινεμά, αλλά το 2015 είχε δηλώσει σε συνέντευξή του ότι θα ήθελε να επιστρέψει.

Στα 85 χρόνια του, ο Μπεμπέλ είχε εκφράσει την επιθυμία του να ξαναβρεθεί μπροστά στις κάμερες. «Θέλω να γυρίσω ταινίες.Το πάθος δεν με εγκατέλειψε ποτέ, αλλά θα ήθελα να γίνουν όλα σωστά. Εχω μεγάλη εμπιστοσύνη στο μέλλον». 

Ο Ζαν Πολ Μπελμοντό γεννήθηκε στις 9 Απριλίου 1933 στο Νεϊγί συρ Σεν, βορειοδυτικά του  Παρισιού μέσα σε καλλιτεχνική οικογένεια. Ο πατέρας του, Πολ Μπελμοντό, ήταν γλύπτης με ιταλικές ρίζες και η μητέρα ζωγράφος. Ωστόσο, ο μικρός Μπελμοντό δεν είχε φανερώσει καμία καλλιτεχνική κλίση στα εφηβικά του χρόνια. Αντιθέτως, έδειξε από την αρχή κλίση στα αθλητικά. Δεν τα πήγαινε καλά στο σχολείο και το πάθος του σε αυτή την ηλικία ήταν το μποξ και το ποδόσφαιρο, ενώ μάλιστα έκανε και προπονήσεις μποξ.

Αποφάσισε να γίνει πυγμάχος και στη σύντομη καριέρα του στα ρινγκ ήταν αήττητος. Έκανε το ντεμπούτο του το 1949 ρίχνοντας νοκάουτ τον αντίπαλό του από τον πρώτο γύρο, αν και την επόμενη κιόλας χρονιά, συνειδητοποιώντας τις θυσίες που έπρεπε να κάνει για να γίνει επαγγελματίας, τα παράτησε.

Στράφηκε στην υποκριτική και έγινε δεκτός στην Εθνική Σχολή Δραματικής Τέχνης του Παρισιού και αποφοιτώντας το 1956 βρήκε αμέσως δουλειά στο σινεμά.

Με ένα τσιγάρο μόνιμα στο στόμα του, ο Ζαν Πολ Μπελμοντό ξεκίνησε την καριέρα του το 1957 παίζοντας ρολάκια και βρέθηκε στην αντίπερα όχθη από τον Αλέν Ντελόν, με τους κριτικούς να χαρακτηρίζουν τον Μπελμοντό «γοητευτικά άσχημο» -αν και πολλές θαυμάστριές του και μη, θα διαφωνούσαν.

Ο πρώτος του πρωταγωνιστικός ρόλος ήρθε την επομένη χρονιά με το Les copains du Dimanche και μετά από διάφορες συνεργασίες, όπως με τον σκηνοθέτη Μαρκ Αλεγκρέ το Έγκλημα στην Place Pigalle (Sois belle et tais-toi, 1958) και το Τελευταίο Ραντεβού (Un drôle de Dimanche, 1958), τον Μαρσέλ Καρνέ στους Ζαβολιάρηδες (Les tricheurs, 1958), αλλά και τον ρόλο του ως Ντ′ Αρτανιάν στην τηλεοπτική ταινία Οι 3 σωματοφύλακες, ήρθε ο ρόλος που θα έκανε το όνομά του γνωστό σε μία ταινία που εκπροσωπούσε το «Νέο Κύμα».

Το αναντίρρητο ταλέντο και η χαλαρή κινηματογραφική παρουσία του Ζαν Πολ Μπελμοντό έτυχαν της προσοχής του Ζαν Λικ Γκοντάρ, σε μια ευτυχή συγκυρία που θα απέδιδε σύντομα αριστουργήματα. Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, που μέχρι τότε είχε σκηνοθετήσει τρεις μικρού μήκους ταινίες, σκηνοθέτησε το 1960 το Με κομμένη την ανάσα (À bout de soufflé), όπου ο Μπελμοντό πρωταγωνιστεί ως κακοποιός που προσπαθεί να ξεφύγει από την αστυνομία και βρίσκει καταφύγιο σε μία εφήμερη ερωτική σχέση με μία Αμερικανίδα.

Ο Μπελμοντό ενσάρκωσε τον χαρακτήρα του με μία ποιητική ελαφρότητα που κανείς Γάλλος ηθοποιός δεν είχε επιδείξει μέχρι τότε. Ο ρόλος του Μπελμοντό ως Μισέλ τον καθιέρωσε ως style-icon και παρ’ όλο που οι ρόλοι που προηγήθηκαν ήταν λιγοστοί και ο Μπελμοντό βρισκόταν μόλις στην αρχή της καριέρας του, η ταινία αυτή τον καθιέρωσε ως «κλασικό». Το Με κομμένη την ανάσα εκτόξευσε τη φήμη του Γκοντάρ και του Μπελμοντό στα ύψη και εγκαινίασε με αριστουργηματικό τρόπο τη νέα σχολή κινηματογραφικής σκέψης που θα έμενε γνωστή ως Nouvelle Vague (Νέο Κύμα). Το γαλλικό σινεμά είχε βρει την απάντησή του στον Αμερικανό Τζέιμς Ντιν. Δεν είναι τυχαίο πως κάθε κείμενο που έχει γραφτεί για τον Ζαν Πολ Μπελμοντό ξεκινάει και τελειώνει με μία αναφορά στο Με κομμένη την ανάσα. Το ντεμπούτο του Γκοντάρ δεν ήταν o καλύτερος ρόλος που έπαιξε ποτέ ο Μπελμοντό, αλλά ήταν με διαφορά η ταινία που αποφάσισε πως στο πρόσωπο του 27χρονου τότε ηθοποιού το νέο γαλλικό σινεμά είχε μόλις ανακαλύψει τον πρώτο του μεγάλο ήρωα.

Open Image Modal
Με τον Αλέν Ντελόν στο περίφημο «Μπορσαλίνο» (1969)
via Associated Press
Open Image Modal
Με την Κλαούντια Καρντινάλε στη Ρώμη το 1960.
via Associated Press

Την ίδια χρονιά, ο Μπελμοντό έπαιξε στην ταινία του Βιτόριο Ντε Σίκα Η Ατιμασμένη (La ciociara, 1960), που εκτόξευσε τη φήμη του διεθνώς. 

Το 1961 ο Γκοντάρ τον επιστράτευσε και πάλι για το Η Κυρία θέλει έρωτα (Une femme est une femme) και την ίδια χρονιά έγινε ο Εφημέριος (Léon Morin, Prêtre) του Ζαν Πιερ Μελβίλ, αποσπώντας την πρώτη του υποψηφιότητα για βραβείο Bafta καλύτερου ξένου ηθοποιού. Την επόμενη χρονιά ξανασυνεργάστηκε με τον Μελβίλ όταν υποδύθηκε τον Σιλιάν, έναν πληροφοριοδότη της αστυνομίας, στην ταινία Ο Χαφιές (Le Doulos), ένα διαμάντι που κατατάχθηκε από το περιοδικό Empire στις 500 καλύτερες όλων των εποχών. Την ίδια χρονιά βρέθηκε στο πλευρό της Κλαούντια Καρντινάλε στη θρυλική κομεντί του Φιλίπ Ντε Μπροκά Καρτούς (Cartouche).

Το 1963  έπαιξε στο Καυτό πεζοδρόμιο (Peau de banane) με τη Ζαν Μορό και λίγο αργότερα βρέθηκε και πάλι στα χέρια του Μελβίλ για την ταινία Ο μεγάλος τυχοδιώκτης (L’ aîné des Ferchaux, 1963), όπου υποδύθηκε έναν νεαρό μποξέρ σε ρόλο σωματοφύλακα.

Μακριά πια από τις σκηνοθετικές οδηγίες των σκηνοθετών του Νέου Κύματος, ο Μπελμοντό γύριζε με καταιγιστικούς ρυθμούς τη μία ταινία πίσω από την άλλη και στη φιλμογραφία του προστέθηκαν γκανγκστερικές ταινίες, μαύρες κωμωδίες, ανάλαφρες κομεντί, θρίλερ (όπως οι ταινίες του Μπροκά της εποχής), έχοντας κάνει πλέον σαφή στροφή προς το εμπορικό σινεμά.

Το 1970ήταν και πάλι συμπρωταγωνιστής με τον Αλέν Ντελόν στο γκανγκστερικό Μπορσαλίνο (Borsalino) του Ζακ Ντερέ και ένα χρόνο αργότερα ρέθηκε στην Ελλάδα μαζί με τον Ομάρ Σαρίφ για τα γυρίσματα της ταινίας Οι διαρρήκτες (Le casse, 1971) του Ανρί Βερνέιγ. 

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Ζαν Πολ Μπελμοντό ήταν πια ένας σπουδαίος δραματικός και πολύπειρος ηθοποιός, ανεβαίνοντας ολοένα και πιο συχνά στο θεατρικό σανίδι. Το 1987 τιμήθηκε με τι βραβείο Σεζάρ για την ερμηνεία του στην ταινία Ο κυνηγός της περιπέτειας (Itinéraire d’un enfant gâté).

Τη δεκαετία του 1990 οι κομεντί όπως το Désiré (1996) και το Ανάμεσα σε δυο μπαμπάδες (1 chance sur 2, 1998) όπου συνάντησε ξανά τον Αλέν Ντελόν, συνεχίστηκαν, αλλά ταυτόχρονα έκανε και πιο δημιουργικές δουλειές, όπως το Εκατό και μια νύχτες (Les cent et une nuits de Simon Cinéma, 1995) της Ανιές Βαρντά και τους Άθλιους (Les Misérables) πάνω στο έργο του Βικτόρ Ουγκό την ίδια χρονιά. 

Τώρα ήταν αρκετά επιλεκτικός στους ρόλους του, αν και την καριέρα του ανέκοψε το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη το 2001 και του στέρησε την ικανότητα της απρόσκοπτης ομιλίας. Στο σινεμά επέστρεψε ως ζωντανός θρύλος έπειτα από διάστημα επτά ετών με τον Άνθρωπο και τον σκύλο του (Un homme et son chien, 2008), ερμηνεύοντας έναν άνθρωπο άστεγο και ηλικιωμένο που περιπλανιέται στο Παρίσι με τον σκύλο του.

Όταν το 2011 τιμήθηκε στις Κάννες για το σύνολο της καριέρας του με Χρυσό Φοίνικα, δήλωσε ότι είναι «δώρο θεού», καθώς μετά από 53 χρόνια στο σινεμά  (1956-2008) και πέρα από το Σεζάρ, δεν είχε τιμηθεί ποτέ με κάποιο άλλο σημαντικό βραβείο. 

Είχε κάνει δύο γάμους, οι οποίοι έληξαν με διαζύγιο, ενώ οι σχέσεις του επί σειρά ετών με την Ούρσουλα Άντρες και την Λάουρα Αντονέλι είχαν αφήσει εποχή. Η τελευταία του σύντροφος ήταν το πρώην «κουνελάκι» του Playboy Μπάρμπαρα Γκαντόλφι, νεότερη του κατά 42 χρόνια. Είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά.