Τι μπορεί να μας διδάξει το Τσέρνομπιλ για την αόρατη απειλή του κορονοϊού

Η κοινωνική αποστασιοποίηση, οι μολυσμένες επιφάνειες και η αντίδραση στον κίνδυνο που δεν είναι ορατός.
Open Image Modal
ASSOCIATED PRESS

Η κοινωνική αποστασιοποίηση είναι πια γεγονός. Βγήκαμε από τα σπίτια μας, χρησιμοποιήσαμε τα μέσα μαζικής μεταφοράς και ακόμα προσπαθούμε να προσαρμοστούμε στην νέα πραγματικότητα.

Όλοι όμως αισθανόμαστε έντονα την παρουσία μιας αόρατης απειλής που βρίσκεται συνεχώς δίπλα μας κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου.

Ακόμα και ο τρόπος που κινούμαστε μέσα στους χώρους έχει αλλάξει. Αυτό οφείλεται αφενός στους κανόνες που έχουν επιβληθεί και αφετέρου στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε όλοι μας τον κορονοϊό.

Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που η ανθρωπότητα είναι αντιμέτωπη με έναν αόρατο κίνδυνο. Το 1986 με την καταστροφή του πυρηνικού σταθμού του Τσέρνομπιλ, ακτινοβολία εξαπλώθηκε σε πολλές περιοχές της Ευρώπης. Χιλιάδες κάτοικοι κλείστηκαν στα σπίτια τους και πολλοί αρρώστησαν.

Ακόμα και τότε, οι αντιδράσεις ενάντια στην μόλυνση ήταν ποικίλες. Σύμφωνα με την μαρτυρία της δημοσιογράφου, Σβετλάνα Αλεξέιβιτς, «εκατοντάδες άνθρωποι τότε απολύμαναν όλες τις επιφάνειες για να επιστρέψουν στα σπίτια τους».

Ένας άλλος άνθρωπος είχε πει πως η κόρη του τον ακολουθούσε συνεχώς μέσα στο σπίτι για να καθαρίζει όποια επιφάνεια εκείνος άγγιζε.

Η Φιλίπα Χόλογουει, που υπογράφει το σχετικό άρθρο στο theconversation αναφέρει πως κατά την διδακτορική της έρευνα, επισκέφτηκε το Τσέρνομπιλ για να μελετήσει τις συναισθηματικές και συμπεριφορικές αντιδράσεις που αναπτύσσουν οι άνθρωποι απέναντι στους αόρατους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και σήμερα.

Η ίδια συγκρίνει την περίοδο του Τσέρνομπιλ με αυτή του κορονοϊού. «Ανησυχούμε για το άγγιγμα των πραγμάτων, οπότε το αποφεύγουμε. Φοβόμαστε τα αόρατα αερομεταφερόμενα σωματίδια που μπαίνουν ανάμεσά μας, πιάνουμε τον εαυτό μας να κρατά την αναπνοή του, πολλές φορές αισθανόμαστε δύσπνοια. Τα προστατευτικά καλύμματα μας κάνουν να αισθανόμαστε μεγαλύτερη ασφάλεια, ακόμα κι αν γνωρίζουμε σε βάθος πως αν δεν τα χρησιμοποιούμε σωστά μπορεί να είναι μοιραία για την υγεία μας», εξηγεί η Χόλογουει.

Στην περίπτωση του Τσέρνομπιλ, το πέρασμα του χρόνου μας έκανε να διαπραγματευτούμε την έννοια του χώρου για δεύτερη φορά. Η περιοχή γύρω από τον άλλοτε εν λειτουργία πυρηνικό σταθμό σήμερα δέχεται δεκάδες τουρίστες και θεωρείται ένας από τους πιο γνωστούς προορισμούς για την ιστορική του αξία.

Οι άνθρωποι που μεταβαίνουν εκεί έχουν την ευκαιρία να εξερευνήσουν τα εγκαταλελειμμένα χωριά που έχουν μείνει πίσω. Στο Τσέρνομπιλ σήμερα η εκτίμηση του κινδύνου είναι βραχύβια και μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να είναι και χαοτική. Στην περίπτωση του Covid-19, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά, καθώς ο κίνδυνος δεν έχει περάσει. Αντίθετα, είναι πρόσφατος και οι συνεχείς περιορισμοί έχουν ήδη κουράσει τους πολίτες στον κόσμο.

Η εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι χώροι μας κάνουν να νιώθουμε και να συμπεριφερόμαστε ονομάζεται ψυχογεωγραφία, ένας όρος που επινοήθηκε την δεκαετία του 1960 από τον πολιτικό καλλιτέχνη, Guy Debord.

Χρησιμοποιείται γενικά για να διερευνήσει τον τρόπο που ο αστικός σχεδιασμός επηρεάζει τα συναισθήματα και τις κινήσεις των ανθρώπων. Αλλά είναι πιο δύσκολο να εφαρμοστεί όταν υπάρχει η αόρατη πτυχή των μικροβίων.

Οι λόγοι παραβίασης των κανόνων ασφάλειας βασίζονται στις κοινωνικές και πολιτιστικές μας εμπειρίες. Εκείνοι που προέρχονται από προνομιούχα και πολιτισμικά ενισχυμένα υπόβαθρα συνήθως πιο έντονα μπορεί να αμφισβητήσουν μια παραβίαση των «δικαιωμάτων» τους, κάτι το οποίο έγινε και στις ΗΠΑ, όπου πλήθος διαδηλωτών εισέβαλε σε κτίρια του Καπιτωλίου απαιτώντας το δικαίωμα για ένα κούρεμα.

Στην απλούστερη μορφή της η «ψυχογεωγραφία» έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση ότι, ως ανθρώπινα όντα, ενσωματώνουμε όψεις του ψυχικού μας κόσμου, σκέψεις, μύθους και φολκλόρ στοιχεία στο τοπίο που μας περιβάλλει.