Τι συμβαίνει με την ατμοσφαιρική ρύπανση στην Ελλάδα: Η κρίση, το «σκοτεινό σύννεφο» του λιγνίτη και η μάχη για την προστασία των αρχαίων μνημείων

Η χώρα μας στο «σταυροδρόμι» της ατμοσφαιρικής ρύπανσης
Open Image Modal
Menelaos Myrillas/ SOOC

Η ατμοσφαιρική ρύπανση αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά προβλήματα της σύγχρονης βιομηχανικής εποχής: Η εκβιομηχάνιση των ανεπτυγμένων χωρών, που άρχισε με τη βιομηχανική επανάσταση στα τέλη του 18ου αιώνα επέφερε δραματικές αλλαγές και εξελίξεις σε κάθε επίπεδο, καθορίζοντας την πορεία του κόσμου για τους επόμενους αιώνες.

Μία από τις επιπτώσεις αυτές ήταν και η εμφάνιση του προβλήματος της ευρείας ατμοσφαιρικής ρύπανσης- και της μεγάλης κλίμακας μόλυνσης του περιβάλλοντος εν γένει, ένα ζήτημα το οποίο έλαβε τεράστιες διαστάσεις στον ανεπτυγμένο κόσμο κατά τα μέσα- δεύτερο μισό του 20ού αιώνα ιδιαίτερα. Παρά το «τσουνάμι συνειδητοποίησης» σε επίπεδο πολιτικών, εταιρειών και απλών πολιτών των τελευταίων δεκαετιών (πλέον υποτίθεται πως «όλοι» είναι στοιχειωδώς ενημερωμένοι, συνειδητοποιούν και μεριμνούν για την προστασία του περιβάλλοντος), το κεφάλαιο της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της απειλής που αυτή συνιστά παραμένει ανοιχτό- ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής.

Το θέμα της ρύπανσης του αέρα στην Ελλάδα παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: Η χώρα μας, παρά το ότι ποτέ δεν έφτασε τα επίπεδα εκβιομηχάνισης άλλων χωρών, δεν απέφυγε τις προηγούμενες δεκαετίες τα, χαρακτηριστικά για μεγαλουπόλεις του ανεπτυγμένου κόσμου, έντονα προβλήματα (νέφος και άλλα «δαιμόνια») σε πόλεις όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη κ.α., μόλις λίγες δεκαετίες πριν. Αν και η κατάσταση σίγουρα έχει βελτιωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, με όλες τις σημαντικές αλλαγές ως προς τα καύσιμα, τους κινητήρες και τους ρύπους, η οικονομική κρίση άφησε το ιδιαίτερο αποτύπωμά της και σε αυτόν τον τομέα: Η χρήση καυσόξυλων για σκοπούς θέρμανσης έχει επιστρέψει στα μεγάλα αστικά κέντρα, και η «μυρωδιά του χωριού» συναντάται ευρέως σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και αλλού, ειδικά τις νύχτες.

Τι ορίζουμε ως ατμοσφαιρική ρύπανση

Όπως εξηγεί στη HuffPost Greece ο Δρ. Ευάγγελος Γερασόπουλος, Διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης), όταν μιλάμε για ρύπανση του αέρα μιλούμε είτε για πρωτογενείς ρύπους, δηλαδή ρύπους που εκλύονται απευθείας από κάποια πηγή (όπως η βιομηχανία, τα οχήματα, η κεντρική θέρμανση κ.α.) και τους δευτερογενείς ρύπους, οι οποίοι δημιουργούνται στην ατμόσφαιρα μέσω χημικών διεργασιών.

 Ένας τέτοιος ρύπος, της δεύτερης κατηγορίας, είναι και το όζον, το οποίο παράγεται μέσω διεργασιών στις οποίες εμπλέκονται κυρίως οξείδια του αζώτου, πτητικές οργανικές ενώσεις και η ακτινοβολία του ήλιου. Υπάρχουν επίσης τόσο φυσικές πηγές, πχ η σκόνη από την Αφρική, όσο και πηγές οι οποίες σχετίζονται με ανθρωπογενείς δραστηριότητες, είτε τοπικές, είτε απομακρυσμένες.

«Σταυροδρόμι ρύπανσης»: Οι ιδιαιτερότητες της Ελλάδας 

Open Image Modal
Menelaos Myrillas/ SOOC

Η Ελλάδα, από άποψης ρύπανσης του αέρα, παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες από άποψης της γεωγραφικής περιοχής στην οποία βρίσκεται.

«Πρώτον, διότι γύρω της υπάρχουν αρκετές πηγές ρύπανσης: πχ στο νότο έχουμε ερημικές περιοχές στη βόρεια Αφρική όπως η Σαχάρα, ανατολικά έχουμε χώρες πάνω από τη Μαύρη Θάλασσα όπου έχουμε συστηματική καύση βιομάζας από αγροκαλλιέργειες και στα βορειοδυτικά έχουμε βιομηχανικές περιοχές της κεντρικής Ευρώπης» σημειώνει ο κ. Γερασόπουλος, υπογραμμίζοντας πως η χώρα μας «είναι συνεπώς περικυκλωμένη από διαφορετικών ειδών πηγές- ώστε από όπου και αν φυσάει να έχουμε μια αντίστοιχη συνεισφορά στο υπόβαθρο της περιοχής».

Ως προς τη δεύτερη ιδιαιτερότητα της Ελλάδας, δεν είναι άλλη από το κλίμα της, με τη μεγάλη ηλιοφάνεια και τις υψηλές θερμοκρασίες, που έχουν ως αποτέλεσμα να ευνοείται η δευτερογενής παραγωγή ρύπανσης. Έτσι, συμπληρώνει ο κ. Γερασόπουλος, «αν χαρακτηρίζαμε γενικώς τον ελλαδικό χώρο, θα λέγαμε, πρώτον, ότι είναι ένα σταυροδρόμι αερίων μαζών, άρα και ρύπανσης, και, δεύτερον, ότι είναι ένα ιδανικό, φυσικό εργαστήρι χημικών διεργασιών. Με βάση τα παραπάνω, αν θέλουμε να τοποθετήσουμε την Ελλάδα, και, για να είμαστε πιο ακριβείς την ανατολική Μεσόγειο, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, είναι μια περιοχή όπου εκ των προτέρων αναμένει κανείς ότι έχει αυξημένα επίπεδα ρύπανσης».

Σε αυτό το πλαίσιο (της «εισαγόμενης» ρύπανσης), ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ευρήματα της αναφοράς «Europe’s Dark Cloud» του 2016 (από τη Συμμαχία για Υγεία και το Περιβάλλον, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δράσης για το Κλίμα, το ευρωπαϊκό γραφείο του WWF και τη Sandbag) σχετικά με τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής άνθρακα και λιγνίτη, βάσει των οποίων η Ελλάδα είναι «εισαγωγέας» 1.050 θανάτων ετησίως από την καύση άνθρακα και βρίσκεται ανάμεσα στις 5 χώρες της Ευρώπης που επηρεάζονται περισσότερο από την ατμοσφαιρική ρύπανση γειτονικών χωρών.

Τι αναπνέουμε

Στο μεγάλο ερώτημα «τι αναπνέουμε», η απάντηση είναι...τα πάντα που υπάρχουν στην ατμόσφαιρα: Το θέμα είναι σε τι συγκεντρώσεις, και ποια είναι η επικινδυνότητά τους.

«Στην Αθήνα, από απόψεως μονοξειδίου του άνθρακα (δείκτης κίνησης αυτοκινήτων και άλλων καύσεων) είμαστε σε φυσιολογικά επίπεδα για τα μεγέθη της πόλης, και χωρίς υπερβάσεις. Σε επίπεδο διοξειδίου του θείου, που ήταν μεγάλος πονοκέφαλος τις προηγούμενες δεκαετίες, πλέον δεν αποτελεί πρόβλημα μετά τα μέτρα αποθείωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης- κίνησης, στην αμόλυβδη βενζίνη, σε βιομηχανίας κλπ. Σε επίπεδο οξειδίων του αζώτου είμαστε πάλι σε φυσιολογικά επίπεδα, οπότε κυρίως το πρόβλημά μας έχει να κάνει με τα σωματίδια (καθώς τα μέτρα δεν στόχευαν αποκλειστικά σε αυτά και, γενικώς, είναι αρκετά πιο δύσκολο να τα ελέγξεις) και στο όζον, όπου εξακολουθούμε να έχουμε σημαντικές υπερβάσεις, ειδικά το καλοκαίρι» σημειώνει ο κ. Γερασόπουλος, προσθέτοντας πως στο όζον συμβάλλει και η μείωση κάποιων άλλων ρύπων: Για παράδειγμα, η μείωση των οξειδίων του αζώτου, μέσω διεργασιών στις οποίες εμπλέκονται, αφήνει χώρο στο όζον για υπερσυγκέντρωσή του. «Για αυτό και παρατηρούμε το παράδοξο να μην έχουμε πολύ όζον στο κέντρο της Αθήνας, όπου έχει πολλά αυτοκίνητα και ρύπους, ενώ σε άλλες περιοχές, πχ στα προάστια, το όζον που παράγεται από τους πρόδρομους ρύπους δεν καταστρέφεται και άρα συγκεντρώνεται σε μεγαλύτερες τιμές».

Στην ουσία, τα ίδια πράγματα ισχύουν και για τις άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο – και πολλά από τα χαρακτηριστικά της ρύπανσης σχετίζονται και με τη γειτνίαση με άλλες περιοχές ρύπανσης (βιομηχανικές ζώνες, χωματερές κλπ)- ωστόσο σημαντικοί είναι και άλλοι γεωγραφικοί ή κλιματικοί παράγοντες, όπως εδαφικές κλίσεις που ευνοούν τη συσσώρευση, ή σταθεροί άνεμοι που ευνοούν τον καθαρισμό.

Open Image Modal
Menelaos Myrillas/ SOOC

Από εκεί και πέρα, όταν τίθεται το θέμα της ρύπανσης στον ελλαδικό χώρο, υπάρχουν και συγκεκριμένες πηγές, οι οποίες δεν γίνεται να αγνοηθούν, καθώς φαίνονται και από δορυφόρους- όπως περιοχές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (Πτολεμαΐδα, Μεγαλόπολη)- τοπικές πηγές με σημαντική επίδραση στις γύρω περιοχές, αλλά και περιοχική επίδραση, που καλύπτει σημαντικό τμήμα του ελλαδικού χώρου.

 Επίσης, πέρα από τις μεγάλες πηγές ρύπανσης, υπάρχουν και οι «αφανείς» παράγοντες: «Υπάρχουν ωστόσο και μικροπηγές, κυρίως σε εποχιακή κλίμακα, που περνούν απαρατήρητες στους πολλούς, όπως πχ οι καύσεις υπολειμμάτων αγροτικών δραστηριοτήτων, όπως σε καλλιέργειες ελιάς, ορυζώνες κλπ. Τέτοιου είδους τοπικά προβλήματα είναι αρκετά και σημαντικά για τις τοπικές κοινωνίες. Για παράδειγμα, από μετρήσεις του Εθνικού αστεροσκοπείου Αθηνών στη βόρεια Ελλάδα και κατά μήκος της Εγνατίας Οδού προέκυψε ότι στους χειμερινούς μήνες η συνεισφορά της καύσης βιομάζας στα επίπεδα του μαύρου άνθρακα είναι κατά μέσο όρο 30% (μέχρι και 50% πλησίον αστικών κέντρων) σε αντίθεση με 12% τους καλοκαιρινούς μήνες» αναφέρει ο κ. Γερασόπουλος.

Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με τον νέο «Άτλαντα Ποιότητας Αέρα για την Ευρώπη», που παρουσίασε το Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Αθήνα και τα προάστιά της ξεχωρίζουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο για δύο λόγους: Από τη μία είναι, μαζί με το Παρίσι και τη Μαδρίτη, οι ευρωπαϊκές πόλεις όπου περίπου τα δύο τρίτα των ρύπων (65%) παράγονται από ανθρώπινες δραστηριότητες μέσα στο ίδιο το σύμπλεγμα του ιστορικού κέντρου και των προαστίων (πχ λόγω των μετακινήσεων των κατοίκων). Επίσης, μαζί με τη Λισαβόνα, είναι η πόλη που οι ατμοσφαιρικοί της ρύποι επιβαρύνονται λιγότερο (μόνο σε ποσοστό 5% της συνολικής ρύπανσης) από γεωργικές δραστηριότητες πέριξ της πόλης.

Γενικότερα, όπως επισημαίνεται στο πλαίσιο του «Άτλαντα Ποιότητας Αέρα», κάθε χρόνο περισσότεροι από 400.000 Ευρωπαίοι εξακολουθούν να πεθαίνουν πρόωρα εξαιτίας της κακής ποιότητας του αέρα που εισπνέουν (κάποιες άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό ακόμα παραπάνω- αξίζει να σημειωθεί πως, όπως ανέφερε στη HuffPost Greece το WWF Ελλάς, επικαλούμενο στοιχεία του ΠΟΥ, το 2012 υπολογιζόταν πως στην Ελλάδα 5.000 θάνατοι ετησίως προκαλούνταν από ασθένειες που σχετίζονταν με την ατμοσφαιρική ρύπανση, με κυριότερη εξ αυτών την ισχαιμική καρδιοπάθεια).

 Υπόθεση «λιγνίτης»

Open Image Modal
Yannis Behrakis/Reuters

 Στο ευρύτερο πλαίσιο του θέματος της ρύπανσης του αέρα, δεν γίνεται μην τεθεί και το πολυεπίπεδο ζήτημα των λιγνιτικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, το οποίο, ως γνωστόν, δεν έχει περιβαλλοντική και μόνο διάσταση (υπενθυμίζεται επίσης πως η Κομισιόν έχει κινήσει κατά της Ελλάδας διαδικασίες για το συγκεκριμένο ζήτημα). Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με την αναφορά «Europe’s Dark Cloud», ο μεγαλύτερος λιγνιτικός ατμοηλεκτρικός σταθμός (ΑΗΣ) της Ελλάδας (Άγιος Δημήτριος) είναι από τους πιο ρυπογόνους στην Ευρώπη, καθώς εκτιμάται πως βρίσκεται στην 13η θέση σε εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και στη 18η θέση όσον αφορά στην επιπτώσεις του στη δημόσια υγεία εντός και εκτός συνόρων.

 Όπως αναφέρει το WWF Ελλάς, επικαλούμενο επίσημα στοιχεία του ΥΠΕΝ για τους έξι λιγνιτικούς ΑΗΣ της ΔΕΗ το διάστημα 2012-2014, ο ΑΗΣ Αμυνταίου βρισκόταν κατά μέσο όρο πάνω από 7,5 φορές πάνω από το νέο όριο εκπομπών διοξειδίου του θείου για υφιστάμενες μονάδες και 13 φορές πάνω από το αντίστοιχο για νέες μονάδες, ενώ οι τρεις καμινάδες του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου ήταν μεταξύ 3 και 6 φορές πιο ψηλά από τα όρια του νέου εγχειριδίου Βέλτιστων Διαθέσιμων Τεχνικών (LCP BREF) για υφιστάμενες μονάδες, που υιοθετήθηκε τον Απρίλιο του 2017 σε επίπεδο ΕΕ, θέτοντας νέα, αυστηρότερα όρια εκπομπών για τους τρεις ρύπους (διοξείδιο του θείου, οξείδια του αζώτου, σωματίδια). Όσον αφορά στις δύο μονάδες του ΑΗΣ Καρδιάς, σημειώνει το WWF, εξέπεμπαν περίπου 30 φορές περισσότερα σωματίδια από το νέο όριο για υφιστάμενες μονάδες, και περίπου 60 φορές πάνω από το αντίστοιχο όριο για νέες μονάδες, ενώ οι ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου και Καρδιάς εξέπεμπαν πάνω από 2 φορές περισσότερα οξείδια του αζώτου από το όριο του LCP BREF για υφιστάμενες μονάδες. 

Open Image Modal
Yannis Behrakis/Reuters

Ως προς τις γενικότερες επιπτώσεις στην υγεία των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής της Πτολεμαΐδας, σε ανακοίνωση της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας τον Ιούλιο αναφερόταν πως επτά στους δέκα θανάτους οφείλονται σε καρκίνο ή σε θρομβοεμβολική νόσο (έμφραγμα, εγκεφαλικό, πνευμονική εμβολή), και μόλις τρεις στους δέκα σε άλλες αιτίες- με τα κρούσματα καρκίνου να είναι κατά 16% περισσότερα σε σχέση με το 1950 και τον αριθμό να αυξάνεται κάθε δεκαετία: Σήμερα, τα κρούσματα καρκίνου φτάνουν στο 30,5%, ενώ μειώνεται ο μέσος όρος ηλικίας θανάτου στην περιοχή. Η μεγαλύτερη αύξηση των κρουσμάτων καρκίνου παρατηρήθηκε στην ηλικιακή ομάδα 45-65 ετών, ενώ μικρότερη αύξηση παρατηρήθηκε στην ομάδα άνω των 65.

Από το νέφος του χθες, στην κρίση του σήμερα

Το νέφος της Αθήνας άφησε το δικό του αποτύπωμα στην ιστορία της πόλης κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Από αυτή την άποψη, η κατάσταση σήμερα είναι σαφώς βελτιωμένη, χάρη στα μέτρα που ελήφθησαν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990. «Αν παρατηρήσουμε στην Αθήνα όλους τους βασικούς ρύπους (μονοξείδιο του άνθρακα, διοξείδιο του θείου, οξείδια του αζώτου) παρατηρούμε σημαντική μείωση τις τελευταίες δεκαετίες και μια σταθεροποίηση τα τελευταία 5-10 χρόνια, η οποία μπορεί να αποδοθεί στο ότι πλέον, με τα μέτρα που έχουν παρθεί, έχουμε φτάσει στα επίπεδα που προβλέπονται για τη ρύπανση υποβάθρου της περιοχής μας» σημειώνει ο κ. Γερασόπουλος.

Open Image Modal
Menelaos Myrillas/ SOOC

Αυτό φαίνεται πως αποτελεί γενικότερο φαινόμενο στην Ευρώπη, όπου η ατμόσφαιρα πλέον – σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του JRC- είναι πολύ πιο καθαρή από ό,τι στο παρελθόν. Ωστόσο, η κρίση την οποία περνά η χώρα μας τα τελευταία χρόνια άφησε το αποτύπωμά της και στο κομμάτι της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, σε μια διπλή, πολύ ιδιαίτερη εξέλιξη.

Ευ. Γερασόπουλος: «Κατά τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης (2008-2013) παρατηρήθηκε επιτάχυνση του καθαρισμού της ατμόσφαιρας στην Ελλάδα, και υπάρχουν αρκετές δημοσιεύσεις που το έχουν δείξει αυτό, τόσο για την Ελλάδα, όσο και για άλλες περιοχές του κόσμου- προφανώς γιατί υπήρχε καταστολή δραστηριοτήτων (μείωση μετακινήσεων, βιομηχανικής δραστηριότητας και άλλα επακόλουθα της κρίσης). Η κρίση όμως άλλαξε συμπεριφορικά στοιχεία του πληθυσμού της Ελλάδας, και ένα από αυτά ήταν πως σε συνδυασμό με την άνοδο της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης, ο κόσμος στράφηκε μαζικά στην καύση βιομάζας και αρκετοί στην καύση ξύλων- ήδη από από τον χειμώνα του 2011-2012 είδαμε τα πρώτα σημάδια στις μετρήσεις, και αυτό το φαινόμενο συνεχίζεται μέχρι τώρα».

Αυτό το φαινόμενο δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα της Αθήνας, αλλά και άλλων πόλεων, όπως η Θεσσαλονίκη, ο Βόλος, τα Ιωάννινα, αλλά και μικρότερες πόλεις. Πρόκειται για μια «κρυφή όψη» του νομίσματος, από την άποψη ότι μπορεί να μην εμφανίζεται ως ισχυρή άνοδος στις μακροχρόνιες τάσεις των βασικών ρύπων, αλλά έχει άλλες επιπτώσεις: Όπως αναφέρει ο κ. Γερασόπουλος, όταν εξετάζονται τα χειμερινά δεδομένα, έχουν αλλάξει τα χαρακτηριστικά της ημερήσιας διακύμανσης της ρύπανσης, υπό την έννοια ότι «έχουμε ένα πολύ σημαντικό δεύτερο μέγιστο τις βραδινές ώρες: Είχαμε το πρωί το μέγιστο της κίνησης των οχημάτων, και ένα μικρότερο τις απογευματινές ώρες, αλλά έχουμε πλέον πιο αργά το βράδυ και ένα δεύτερο μέγιστο- σαν να βάλαμε στη ζωή μας μια δεύτερη “ώρα αιχμής” τις βραδινές ώρες».

Όσον αφορά στην επίδραση αυτής της μεταβολής στην υγεία, προβληματισμό προκαλεί το ότι είναι άγνωστη, καθώς μέχρι τώρα οι περισσότερες μελέτες έχουν να κάνουν με μακροχρόνια έκθεση πληθυσμού στη ρύπανση. «Τώρα μιλάμε για οξεία έκθεση, αλλά σε ιδιαίτερα επιβαρυμένο περιβάλλον, καθώς, πρώτον, είναι πολύ μεγάλες οι βραδινές συγκεντρώσεις όταν έχουμε αιθαλομίχλη, δεύτερον, τα χαρακτηριστικά είναι πολύ διαφορετικά επειδή μιλάμε για πολύ μικρά σωματίδια, και σε μεγάλο ποσοστό είναι οργανικές ενώσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι περισσότερες από τις επικίνδυνες τοξικές ενώσεις που βρίσκονται στην ατμόσφαιρα. Ευτυχώς είναι ώρες που θεωρητικά η κίνηση σε εξωτερικούς χώρους είναι πιο περιορισμένη, και κυρίως για ευπαθείς ομάδες».

Ρύπανση του αέρα και αρχαία 

Open Image Modal
Yorgos Karahalis/Reuters

 

Πέρα από τις γνωστές (περισσότερο ή λιγότερο) επιπτώσεις της ρύπανσης του αέρα, υπάρχει και μια διάσταση του ζητήματος η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χώρα μας, ωστόσο μέχρι τώρα δεν έχει διερευνηθεί σε βάθος: Ο λόγος για τις επιπτώσεις της στα αρχαία μνημεία και την πολιτιστική κληρονομιά γενικότερα.

«Το περιβάλλον επηρεάζει τα μνημεία- επηρεάζονται όλα τα κτισμένα μνημεία και οι ακίνητες αρχαιότητες. Τα μνημεία αναπτύσσουν και αυτά μια ισορροπία, εκτός αν το περιβάλλον τροποποιείται» σημειώνει στη HuffPost Greece η Μαρία Μερτζάνη, προϊσταμένη της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεοτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού. «Για πολλά χρόνια είχαμε πολύ έντονο το πρόβλημα της όξινης βροχής. Υπάρχουν κάποια υλικά λιγότερο ανθεκτικά, πχ δεν είναι το ίδιο οι γρανίτες με τους ψαμμίτες. Το μάρμαρο είναι ένα υλικό με μεγάλη διάρκεια, μα έχει κάποια χαρακτηριστικά που το κάνουν να επηρεάζεται ιδιαίτερα από το περιβάλλον- αν και όχι τόσο από τη ρύπανση, όσο από τις θερμοκρασιακές μεταβολές. Υπάρχουν επίσης κάποια οργανικά υλικά που επηρεάζονται πάρα πολύ από το περιβάλλον, αλλά δεν τα αφήνουμε εκτεθειμένα» συμπληρώνει η κ. Μερτζάνη.

Το πρόβλημα για τις ελληνικές αρχαιότητες φαίνεται ότι ήταν σχετικά έντονο κατά τις δεκαετίες 1960- 1970- 1980, σύμφωνα με τον Σταύρο Πρωτοπαπά, χημικό της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεοτέρων Μνημείων και προϊστάμενο του Τμήματος Έρευνας. «Στην Ακρόπολη τα μνημεία της είχαν μαυρίσει όλα από το διοξείδιο του θείου και τους ρύπους, αλλά και τη σκόνη που επικαθόταν, καθώς δεν είναι μόνο οι διαβρωτικοί ρύποι, αλλά και οι ρύποι από τη σκόνη. Το κυριότερο πρόβλημα είναι τα οξείδια του αζώτου και του θείου, που επιβαρύνουν τα αρχαία. Με την υγρασία δίνουν τα αντίστοιχα οξέα, νιτρικό οξύ και θειικό οξύ, τα οποία διαβρώνουν μάρμαρο, μέταλλα, κλπ- γίνεται αποσύνθεση του μαρμάρου προς τον γύψο, έχουμε γυψοποίηση» αναφέρει σχετικά.

Open Image Modal
Yiorgos Karahalis/Reuters

Μάλιστα, ο κ. Πρωτοπαπάς επισημαίνει πως το πρόβλημα της επίδρασης της ρύπανσης στα αρχαία ήταν ιδιαίτερα αισθητό στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο κατά τη δεκαετία του 1980 (η κατάσταση στη Πατησίων ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη)- μα η κατάσταση βελτιώθηκε από το 1990 και μετά, χάρη στη χρήση φίλτρων και κλιματισμού, αλλά και τη γενικότερη βελτίωση (όχι μόνο σε ελληνικό, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο) ως προς τους ρύπους των οχημάτων από αυτοκίνητα, καυστήρες θέρμανσης κτλ.

Όσον αφορά στους αρχαιολογικούς χώρους που θεωρείται πως επιβαρύνονται περισσότερο από παράγοντες σχετιζόμενους με τη ρύπανση του αέρα, τόσο η κ. Μερτζάνη όσο και ο Γιώργος Κούρος, χημικός στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, δεν υποδεικνύουν την Ακρόπολη (στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, η κατάσταση είναι βελτιωμένη ως αποτέλεσμα της γενικότερης βελτίωσης των τελευταίων ετών στην Αθήνα), ή τα αρχαία που βρίσκονται σε μουσεία (τα οποία, όπως σημειώνει ο κ. Κούρος, προστατεύονται με ειδικά βερνίκια και περνούν συντήρηση, ενώ και ο αέρας των μουσείων φιλτράρεται) αλλά αρχαιολογικούς χώρους σε βιομηχανικές περιοχές όπως η Ελευσίνα.

«Ανάλογα με τον τύπο του, κάθε μνημείο ξεχωριστά αντιμετωπίζει τις δικές του απειλές. Ίσως για κάποια, όπως για παράδειγμα κάποια μνημεία στην Ελευσίνα, η ρύπανση να είναι η πρώτη. Αλλά, όσον αφορά στο σύνολο, η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν είναι η πρώτη απειλή που αντιμετωπίζουν αυτή τη στιγμή τα μνημεία» καταλήγει η κ. Μερτζάνη.