Γερμανικές επιζητήσεις, ευρωπαϊκές ανησυχίες

Γερμανικές επιζητήσεις, ευρωπαϊκές ανησυχίες
|
Open Image Modal
RICOWde via Getty Images

Αναμενόμενα, το άρθρο: Making  plans  for   new  world  order,  του Γερμανού υπουργού εξωτερικών Heiko Maas στην εφημερίδα Handelsblatt , δεν έτυχε της δέουσας προσοχής στην καθημαγμένη ελληνική κοινωνία. Το περιεχόμενό του δύναται να προσεγγιστεί, θετικότερα ή μη, ανάλογα με την οπτική γωνία, τις προτεραιότητες και τις προσδοκίες του κάθε αναγνώστη. Βέβαια, η αναφορά στον τίτλο περί σχεδιασμών για την νέα παγκόσμια τάξη μπορεί να θεωρηθεί ως ενδεικτικός των προθέσεων του θεσμού που εκπροσωπεί ο συντάκτης του. 

Για κάποιον θιασώτη της ιστορικής αναγκαιότητας ή νομοτέλειας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δύναται να ειδωθεί ως ένα νέο βήμα προς την περαιτέρω ενοποίηση της Ευρώπης, μετά από μία δεκαετία στασιμότητας. Για τους ευρω-σκεπτικιστικούς κύκλους μία ακόμη άνωθεν, και επομένως μη επαρκώς νομιμοποιημένη από τις κοινωνίες, προσπάθεια ολοκλήρωσης. Στο ενδιάμεσο του φάσματος, σχετικά με την φύση και τους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενυπάρχουν, περισσότερο ή λιγότερο, κριτικές προσεγγίσεις ανάλογα με τις αντιλήψεις του εκάστοτε παρατηρητή του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Πέραν των δεοντολογικών τοποθετήσεων, μελετώντας το περιεχόμενο του άρθρου συνάγεται ως, το λιγότερο ευεπίφορο σε υποκειμενικές κρίσεις, συμπέρασμα ότι καταγράφει τις βασικές επιλογές της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής για την επόμενη δεκαετία, τις οποίες εντάσσει άλλοτε σε ευρωπαϊκό και άλλοτε σε ευρω-ατλαντικό πλαίσιο.

 

“O επαναπροσδιορισμός της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, υπό τον Donald Trump, δίνουν στην Γερμανία μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να επιζητήσει έναν διευρυμένο ρόλο στο πλαίσιο της δυτικής συμμαχίας”

Η προσέγγιση του Γερμανού πολιτικού εμπεριέχει κάποιες από τις πάγιες μεταπολεμικές και μεταψυχροπολεμικές κατευθυντήριες γραμμές της (δυτικο)γερμανικής εξωτερικής πολιτικής όπως: αποφυγή αντι-γερμανικών συσπειρώσεων, ενίσχυση της θέσης της (Δυτικής) Γερμανίας μέσω της συμμετοχής στους δυτικούς πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς θεσμούς και προτεραιότητα στην αγαστή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. 

 Η επαναλαμβανόμενη υπόμνηση της συμπληρωματικότητας του ευρωπαϊκού και ευρω-ατλαντικού χώρου, ως σημείο αναφοράς για την επίλυση των διαχρονικότερων αλλά και επίκαιρων ζητημάτων που ταλανίζουν την διεθνή τάξη, δεν μπορούν να κρύψουν τις γερμανικές επιδιώξεις για έναν αναβαθμισμένο ρόλο του Βερολίνου, περιφερειακά αλλά και ευρύτερα.

Αναντίρρητα, ο επαναπροσδιορισμός της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, υπό τον Donald Trump, δίνουν στην Γερμανία μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να επιζητήσει έναν διευρυμένο ρόλο στο πλαίσιο της δυτικής συμμαχίας, χωρίς να διατρέχει τον φόβο να ενεργοποιηθούν παρευθύς αντι-γερμανικά αντανακλαστικά. Γενικότερα, οι επιλογές του Αμερικανού Προέδρου στο εμπορικό, στρατιωτικό και διπλωματικό πεδίο, εκ των πραγμάτων, διαβαθμίζουν τις γερμανικές αιτιάσεις ως απαντήσεις στις αμερικανικές δράσεις και όχι ως πρωτοβουλίες ενίσχυσης της θέσης και του ρόλου του Βερολίνου.

Η διαρκής ενίσχυση των οικονομικών δεικτών της Γερμανίας μεταπολεμικά, επέφερε σταδιακά ανησυχία στους συμμάχους και τόνωσε την γερμανική αυτοπεποίθηση. Η αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη επέλυε τα ενδο-ευρωπαϊκά διλήμματα, ενώ παράλληλα η ευρωπαϊκή ενοποίηση απέκλειε κλασσικές εξισορροπητικές πρακτικές, δίνοντας στο Βερολίνο την δυνατότητα να αφοσιωθεί στην περαιτέρω βελτίωση της θέσης του στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Η γερμανική ενοποίηση επέτεινε την όλη κατάσταση, οδηγώντας στην ΟΝΕ (Οικονομική και Νομισματική Ένωση) ως ένα, γαλλικής εμπνεύσεως, σχέδιο για να ελεγχθεί η γερμανική οικονομική ισχύς. Βέβαια, αρκετοί υποστηρίζουν ότι η ΟΝΕ συνιστά ένα σημαντικό βήμα προς την πολιτική ολοκλήρωση. Ως κίνητρα υιοθέτησης της ΟΝΕ συνυπήρχαν και τα δύο˙ είκοσι χρόνια μετά και εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, κανείς από τους δύο στόχους δεν επετεύχθη. Η θεσμοθέτηση της ΟΝΕ, σύμφωνα με τις γερμανικής επιθυμίες, και ο τρόπος λειτουργίας της ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), ενίσχυσαν πάρα έλεγξαν την γερμανική οικονομία και ο τρόπος διαχείρισης των δημοσιονομικών ζητημάτων εντός της ευρωζώνης μάλλον υπονόμευσε το ενοποιητικό εγχείρημα.

Η αμερικανική απαίτηση για αύξηση των αμυντικών δαπανών της Γερμανίας -εκτός από ιστορικό παράδοξο: να θέλουν τρίτα κράτη να εξοπλιστεί η Γερμανία˙ συνήθως αυτό ήταν το πρόβλημα- ερμηνεύεται και θα γίνει αποδεκτή από το Βερολίνο -βλ Europe United,4η και 5η §- μόνο ως μία διαδικασία, ενταγμένη μεν στην ατλαντική συμμαχία, η οποία όμως θα δρομολογήσει μία αυτόνομη ευρωπαϊκή πορεία στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας. Η γερμανική εξωτερική πολιτική προσλαμβάνει τα διατλαντικά ρήγματα, ηγεμονικές επιβολές εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών και Brexit, αλλά και τις ενδο-ευρωπαϊκές αντεγκλήσεις, κρίσεις χρέους στις χώρες του Νότου καθώς και την διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, ως ευκαιρίες για να επέλθει μια ενδο-ατλαντική διευθέτηση, η οποία θα αναβαθμίσει τον ρόλο της Γερμανίας, δίχως αυτό το γεγονός να προκαλέσει σημαντικές αντιδράσεις.

Σύμφωνα με την θεωρία της άνισης ανάπτυξης στην ρεαλιστική της εκδοχή, ανάλογες περιπτώσεις λειτουργούν αποσταθεροποιητικά στο εκάστοτε διεθνές σύστημα. Η ενίσχυση της Γερμανίας, ακόμη και υπό τις συγκεκριμένες ευρω-ατλαντικές συνθήκες , ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει μία νέα συζήτηση για τον θέση του Βερολίνου στο μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα. Τα ανακύπτοντα ζητήματα συνίστανται στα εξής: ποια θα είναι η ένταση της γερμανικής αξίωσης , ποιές οι αντιδράσεις των τρίτων δρώντων και στην παρούσα συγκύρια ποιές οι επιπτώσεις στην διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;

Open Image Modal
Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Heiko Maas
Thomas Koehler via Getty Images

Η πολλή προσεκτική διατύπωση του κ. Maas, ώστε οι γερμανικές επιδιώξεις να φαίνεται ότι αντανακλούν κοινά ευρωπαϊκά και ευρω-ατλαντικά συμφέροντα, δύσκολα θα παραμείνουν κεκαλυμμένες όταν οι συζητήσεις θα πρέπει να καταλήξουν σε προτεινόμενες δράσεις. Το βασικό πρόβλημα, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, έγκειται πώς θα προσδιοριστεί επαρκώς και πώς θα ιεραρχηθεί το «ευρωπαϊκό» συμφέρον σε όλη την κλίμακα που επιτάσσουν οι αναγκαιότητες του διεθνούς συστήματος. Ακόμη και σε ζητήματα που υπάρχουν συγκλίσεις μεταξύ των δυτικών κρατών, δεν λείπουν τα προβλήματα κοινής δράσης ή επιμερισμού του κόστους. Η αμερικανική προτροπή για αύξηση των αμυντικών δαπανών, στόχο δεν έχει τόσο την στρατιωτική ενίσχυση της Ατλαντικής Συμμαχίας, όσο την ανακατανομή πόρων στα πλαίσια του γερμανικού προϋπολογισμού. Η βρεταννική αποχώρηση από την ΕΕ διαφοροποιεί τους ευρω-ατλαντικούς συσχετισμούς και μετά την ολοκλήρωση του Brexit θα αποδεσμεύσει διπλωματικό «κεφάλαιο» στο Foreign Office, εντείνοντας τις στρατηγικές αποκλίσεις. 

“Η Γερμανία επιθυμεί μια συμπεφωνημένη αναβάθμιση της θέσης και του ρόλου της εντός της Δύσης, η οποία θα αποκλείει αντι- γερμανικές συσπειρώσεις”

Η Γαλλία εξακολουθεί να θεωρεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο ως το καταλληλότερο μέσο ελέγχου της Γερμανίας, δίχως να εξαιρεί τον ατλαντικό χώρο ή διμερείς συνεννοήσεις, επιζητώντας την διατήρηση του, ολοένα και πιο δυσεπίτευκτου, ισοζυγισμένου άξονα Βερολίνου – Παρισίων. Ο Heiko Maas ανέφερε ότι η ευρωπαϊκή χειραφέτηση και οι ισόρροπες ευρω-ατλαντικές σχέσεις θα αποτελέσουν αναγκαία και αμοιβαία επωφελής προοπτική˙ δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι την συγκεκριμένη θέση την ασπάζονται τοιουτοτρόπως υπερατλαντικοί και ευρωπαίοι εταίροι.

Το πιθανότερο σενάριο είναι πως η διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θα επηρεαστεί από, παρά θα επηρεάσει, τις εξελίξεις καταδεικνύοντας την εξαρτημένο χαρακτήρα του όλου εγχειρήματος. Μεταπολεμικά, η συσσωματική διαδικασία στην Γηραιά Ήπειρο εκκίνησε λόγω της συνειδητοποίησης της αδυναμίας των δυτικο-ευρωπαϊκών κρατών έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης. Το έθνος –κράτος, παρά την αναμφισβήτητη πρόοδο της ΕΕ, συνεχίζει να αποτελεί το σημείο αναφοράς για τις κοινωνίες, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεις όπως η τωρινή. Η αναγκαιότητα της ευρωπαϊκής χειραφέτησης, που αναφέρει και ο Γερμανός υπουργός έναντι της Ουάσιγκτον, ίσως να ηχεί μελωδικά στους φιλοευρωπαϊκούς κύκλους. Όταν όμως από τις διακηρυκτικού χαρακτήρα τοποθετήσεις θα πρέπει περάσουμε στην υλοποίησή τους μέσω συγκεκριμένων συμφωνιών, είναι πολύ πιθανό να ανακύψουν όλες εκείνες οι διαχρονικότερες αλλά και επίκαιρες αποκλίνουσες αιτιάσεις που εμποδίζουν την πολιτική ενοποίηση, υπογραμμίζοντας παράλληλα την πραγματική φύση του εγχειρήματος. Η αυτεπίγνωση της αδυναμίας των ευρωπαϊκών κρατών, ήταν επαρκής συνθήκη για την εκκίνηση της διαδικασίας ολοκλήρωσης δεν φαίνεται όμως ικανή για να οδηγήσει στην πολιτική ενοποίηση.

Η διαρκής υπόμνηση της καχεξίας των κρατών της Ευρώπης να δραστηριοποιηθούν κατά μόνας, στο ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα, δεν οδηγεί νομοτελειακά στην υπέρβασης του έθνους κράτους στην Γηραιά Ήπειρο και την πολιτική ενοποίηση. Η δημοσιονομική και η προσφυγική κρίση κατέδειξαν κυρίως το πρόβλημα απροθυμίας επιμερισμού του κόστους μεταξύ των κρατών –μελών, παρά την απαιτούμενη αλληλεγγύη μονάδων που επιθυμούν να συγκροτήσουν ένα ενιαίο πολιτικό υποκείμενο. Υπό αυτό το πρίσμα, το απευκταίο σενάριο θα είναι να τεθούν υπό διαβούλευση, ως αναπόδραστες αναγκαιότητες, θεσμικά σχήματα που θα αποτυπώνουν ενδο-ευρωπαϊκές ιεραρχίες, αποκλίνοντας από τα ευρωπαϊκά ειωθότα.

Εν κατακλείδι, η Γερμανία επιθυμεί μια συμπεφωνημένη αναβάθμιση της θέσης και του ρόλου της εντός της Δύσης, η οποία θα αποκλείει αντι- γερμανικές συσπειρώσεις. Το ζήτημα είναι: αν και σε ποιό βαθμό το αποδεκτό επίπεδο προβιβασμού της Γερμανίας, από τους ατλαντικούς και ευρωπαϊκούς εταίρους, θα συμπίπτει με τις αξιώσεις του Βερολίνου;