Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέφυγε χθες να απαντήσει αν θα χρηματοδοτήσει με ευρωπαϊκούς πόρους τους λεγόμενους κόμβους επιστροφής (return hubs) σε τρίτες χώρες, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις δημοσιογράφων και ενώ η αντιπαράθεση μεταξύ των κρατών-μελών για το ζήτημα κλιμακώνεται.
Κατά την ενημέρωση των δημοσιογράφων στις Βρυξέλλες, ο εκπρόσωπος της Κομισιόν Μάρκους Λάμερτ απέφυγε τρεις φορές να τοποθετηθεί ευθέως στο ερώτημα αν η στήριξη της Επιτροπής προς τα κράτη-μέλη θα μπορούσε να λάβει τη μορφή ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.
«Τα επόμενα βήματα βρίσκονται πλέον στα χέρια των κρατών-μελών», επανέλαβε ο εκπρόσωπος, υπογραμμίζοντας ότι η Επιτροπή έχει πλέον θέσει το νομικό πλαίσιο και είναι έτοιμη να αξιολογήσει «κάθε ώριμη πρόταση» που θα κατατεθεί από τις εθνικές κυβερνήσεις.
Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με την επιστολή που υπέγραψαν την περασμένη εβδομάδα 19 αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, οι οποίοι ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συνεχίσει τη στήριξη των σχεδίων αυτών «και με χρηματοδοτικούς πόρους», ο Λάμερτ τόνισε ότι η επιτυχία του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο εξαρτάται από την αποτελεσματική εφαρμογή του.
Όπως ανέφερε, ουσιώδες στοιχείο ενός «δίκαιου και αυστηρού» μεταναστευτικού συστήματος είναι η επιστροφή όσων δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Αυτό είναι κρίσιμο για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών μας και για τη διαφύλαξη της ακεραιότητας του δικαιώματος ασύλου», ανέφερε.
Ο εκπρόσωπος υπενθύμισε ότι ο νέος Κανονισμός για τις Επιστροφές αντικαθιστά ένα πλαίσιο δύο δεκαετιών και δημιουργεί για πρώτη φορά τη δυνατότητα δημιουργίας κόμβων επιστροφής από τα κράτη-μέλη. Οι δομές αυτές, όπως είπε, πρέπει να λειτουργούν υπό «αυστηρές προϋποθέσεις και διασφαλίσεις» και με πλήρη σεβασμό των διεθνών προτύπων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του δικαίου της ΕΕ.
«Τα επόμενα βήματα είναι πλέον στα χέρια των κρατών-μελών», επανέλαβε, προσθέτοντας ότι η συνεργασία με τρίτες χώρες θα πρέπει να βασίζεται σε «στενή και αμοιβαία επωφελή συνεργασία».
Όταν ρωτήθηκε αν η Επιτροπή είναι έτοιμη να χρηματοδοτήσει τέτοιες δομές μέσω του κοινοτικού προϋπολογισμού, περιορίστηκε να δηλώσει ότι «το νομικό πλαίσιο είναι πλέον σε ισχύ» και ότι η Επιτροπή θα αξιολογήσει κάθε πρόταση που θα υποβληθεί από τα κράτη-μέλη.
Μακρόν: «Δεν λειτουργούν και δεν συνάδουν με τις ευρωπαϊκές αξίες»
Η επιφυλακτική στάση της Επιτροπής έρχεται τη στιγμή που η συζήτηση προκαλεί ανοιχτή πολιτική σύγκρουση στους κόλπους της Ένωσης.
Στο τέλος της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν αμφισβήτησε ευθέως τόσο την αποτελεσματικότητα όσο και τη συμβατότητα των κόμβων επιστροφής με τις ευρωπαϊκές αξίες.
Ο Μακρόν υποστήριξε ότι «κανείς δεν έχει καταφέρει να τους κάνει να λειτουργήσουν» μέχρι σήμερα, αφήνοντας αιχμές για την περιορισμένη αποτελεσματικότητα των ιταλικών κέντρων στην Αλβανία, ενώ ξεκαθάρισε ότι το Παρίσι δεν πρόκειται να δεχθεί τη χρηματοδότησή τους από τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Παράλληλα εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις για τη χρήση του όρου «καινοτόμες λύσεις» στη μεταναστευτική πολιτική, προειδοποιώντας ότι η «καινοτομία» δεν μπορεί να αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης.
Σάντσεθ: «Εντελώς αναποτελεσματική λύση»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος χαρακτήρισε τα κέντρα επιστροφών σε τρίτες χώρες «εντελώς αναποτελεσματική» και «άχρηστη» απάντηση στην παράτυπη μετανάστευση.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός παραδέχθηκε πάντως ότι η θέση της Μαδρίτης αποτελεί μειοψηφική άποψη στο εσωτερικό της ΕΕ.
Υπέρμαχη η Δανία – Θα συνεργαστούμε με όποιον χρειαστεί
Στον αντίποδα βρίσκεται η ομάδα των 19 κρατών-μελών, με επικεφαλής τη Δανία και την Ιταλία, η οποία ζητά την ταχεία αξιοποίηση των νέων δυνατοτήτων που παρέχει το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Στην κοινή τους επιστολή οι ηγέτες ζητούν να προχωρήσουν «το συντομότερο δυνατόν» λύσεις που βασίζονται στη συνεργασία με τρίτες χώρες και καλούν την Επιτροπή να συνεχίσει τη στήριξή της, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδοτικής διάστασης.
Μεταξύ των υπογραφόντων βρίσκονται ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης, εντάσσοντας Αθήνα και Λευκωσία στον πυρήνα των χωρών που πιέζουν για επιχειρησιακή εφαρμογή του νέου συστήματος.
Η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρεντερίκσεν δήλωσε στους Financial Times ότι κέντρα απελάσεων χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ θα μπορούσαν να στηθούν εκτός Ένωσης ήδη από το επόμενο έτος και ότι οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να υιοθετήσουν συγκεκριμένες λύσεις — ακόμη κι αν αυτό σημαίνει προσωρινές συμμαχίες με την ακροδεξιά. «Είμαι αρκετά πραγματίστρια», ανέφερε, σημειώνοντας ότι σε ορισμένα ζητήματα οι σοσιαλδημοκράτες συνεργάζονται με την Αριστερά και σε άλλα με συντηρητικούς, φιλελεύθερους «και ορισμένες φορές και με την ακροδεξιά».
Υπενθυμίζεται ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 17 Ιουνίου τον νέο Κανονισμό για τις Επιστροφές με 418 ψήφους υπέρ, 218 κατά και 30 αποχές.
Η νομοθεσία, η οποία θεωρείται το τελευταίο κομμάτι του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, επιτρέπει για πρώτη φορά τη δημιουργία κόμβων επιστροφής σε τρίτες χώρες, θεσπίζει ευρωπαϊκή εντολή επιστροφής και προβλέπει αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων επιστροφής μεταξύ των κρατών-μελών.
Το νέο πλαίσιο έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνών οργανισμών.
Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Φόλκερ Τουρκ, προειδοποίησε ότι τα κράτη δεν μπορούν να μεταβιβάζουν τις υποχρεώσεις τους για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε τρίτες χώρες και υπενθύμισε ότι κάθε επιστροφή πρέπει να βασίζεται σε ατομική αξιολόγηση και να πραγματοποιείται μόνο αφού εξαντληθούν όλα τα διαθέσιμα ένδικα μέσα.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μόλις περίπου το 20% των αποφάσεων επιστροφής στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταλήγει σήμερα σε πραγματική επιστροφή.