Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Μεγάλα επενδυτικά έργα σε ΑΠΕ και δίκτυα, αλλά και επιδοτήσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις για αντλίες θερμότητας, φωτοβολταϊκά, μπαταρίες αποθήκευσης, ενεργειακή αναβάθμιση και ηλεκτροκίνηση θα καλύπτει η ενεργειακή «ρήτρα διαφυγής», όπως εξειδίκευσε ο Επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις παρουσία του Κυριάκου Πιερρακάκη μετά το Eurogroup της Πέμπτης στο Λουξεμβούργο με επιλέξιμες τις δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί ήδη από τον Φεβρουάριο του 2022.

Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε υπό τη σκιά της κρίσης στη Μέση Ανατολή, με τον πρόεδρο του Eurogroup Κυριάκο Πιερρακάκη να προειδοποιεί ότι «οι επιπτώσεις της κρίσης γίνονται ήδη αισθητές», ότι «οι αγορές ενέργειας παραμένουν υπό πίεση» και ότι οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό εξακολουθούν να απαιτούν στενή παρακολούθηση.

Advertisement
Advertisement

Πρόκειται για τη διεύρυνση της εθνικής ρήτρας διαφυγής για την άμυνα, ώστε να καλύπτει και μέτρα που μειώνουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, δυνατότητα που περιλήφθηκε στο εαρινό πακέτο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου την περασμένη εβδομάδα, κατόπιν αιτήματος κράτους-μέλους. Η Επιτροπή ετοιμάζει τώρα λεπτομερή καθοδήγηση εφαρμογής, μέσω σημειώματος προς την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή.

«Η βασική ιδέα είναι ότι μέτρα που μειώνουν την εξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα θα μπορούν να ενταχθούν σε αυτό το πλαίσιο», δήλωσε ο κ. Ντομπρόβσκις. «Αυτό αφορά τόσο μεγάλα επενδυτικά έργα σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή σε υποδομές δικτύων, όσο και επιδοτήσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις όπως η αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης από φυσικό αέριο ή πετρέλαιο με αντλίες θερμότητας, η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, μπαταριών αποθήκευσης, οι παρεμβάσεις ενεργειακής απόδοσης και η στήριξη της ηλεκτροκίνησης».

Δημοσιονομικά όρια, πρόσθετη ευελιξία και αναδρομικά

Η ευελιξία θα κινείται κατά κανόνα εντός του ορίου του 1,5% του ΑΕΠ που προβλέπει η ρήτρα διαφυγής για την άμυνα, με ετήσιο πλαφόν 0,3% του ΑΕΠ και συνολικό ανώτατο όριο 0,6% του ΑΕΠ στην τριετία.

Για τα λίγα κράτη-μέλη που ενδέχεται να έχουν εξαντλήσει τον δημοσιονομικό χώρο της αμυντικής ρήτρας, η πρόσθετη ευελιξία θα υπόκειται σε ξεχωριστή αξιολόγηση βιωσιμότητας χρέους.

Όπως είπε ο Επίτροπος, η ρήτρα δίνει στα κράτη-μέλη «τον χώρο να αντιμετωπίσουν τα διαρθρωτικά αίτια της ενεργειακής κρίσης, διαφυλάσσοντας παράλληλα τη δημοσιονομική βιωσιμότητα».

Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη ότι επιλέξιμες θα είναι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν ήδη από τον Φεβρουάριο του 2022, δηλαδή από την έναρξη της ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Advertisement

Πιερρακάκης: Η ενεργειακή πολιτική συνδέεται πλέον με την ασφάλεια της Ευρώπης

Ο κ. Πιερρακάκης τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της προσέγγισης της Επιτροπής, συνδέοντας την ενεργειακή πολιτική με τη λογική της αμυντικής ρήτρας.

«Η καλύτερη κοινωνική πολιτική, για να το πω ωμά, για όλους τους Ευρωπαίους είναι να επενδύσουμε στις ενεργειακές υποδομές. Και η ενεργειακή ασφάλεια είναι απολύτως συμβατή με την ασφάλεια συνολικά — που ήταν άλλωστε και η ιδρυτική λογική της αρχικής ρήτρας διαφυγής για την άμυνα», δήλωσε.

Επικαλέστηκε δε πρόσφατη εκτίμηση του ΔΝΤ:

Advertisement

«Οι ενεργειακές επενδύσεις που κάναμε από το 2022 μάς έχουν επιτρέψει να έχουμε σήμερα κατά 12% μικρότερο αντίκτυπο από την κρίση στη Μέση Ανατολή».

Οι προτεραιότητες, όπως είπε, είναι «περισσότερες διασυνδέσεις, περισσότερη αποθήκευση, περισσότερες επενδύσεις στα δίκτυα», ενώ έκανε και ιστορικό παραλληλισμό με την ενεργειακή κρίση της δεκαετίας του 1970.

«Κατανοούμε πλήρως ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούμε σε μια κρίση έχει μακροπρόθεσμες προεκτάσεις», ανέφερε.

Advertisement

Οι επιφυλάξεις Βερολίνου, Παρισιού και Χάγης

Η πρόταση δεν συγκεντρώνει καθολική υποστήριξη.

«Υπάρχουν χώρες που θα επέλεγαν μηδενική ευελιξία και άλλες που θα επέλεγαν περισσότερη», παραδέχθηκε ο πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, αναγνωρίζοντας ότι οι διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν.

Ο ίδιος τάχθηκε πάντως ανοιχτά υπέρ της προσέγγισης της Επιτροπής.

Advertisement

«Η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο Επίτροπος και η Επιτροπή βρήκαν ακριβώς το κατάλληλο σημείο ισορροπίας», δήλωσε.

Advertisement

Όπως προέκυψε από ερωτήσεις δημοσιογράφων, επιφυλάξεις εντός ή εκτός της αίθουσας αποδίδονται μεταξύ άλλων σε Γερμανία, Γαλλία και Ολλανδία.

Οι επικρίσεις κινούνται σε τρία επίπεδα: δημοσιονομική βιωσιμότητα, κίνδυνος «εκτόπισης» των αμυντικών δαπανών και πιθανή αποδυνάμωση της αξιοπιστίας του νέου δημοσιονομικού πλαισίου ανησυχία που έχει εκφράσει και το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

Ο κ. Ντομπρόβσκις αντέτεινε ότι η εθνική ρήτρα διαφυγής «προβλέπεται ρητά στο νέο δημοσιονομικό πλαίσιο» και ότι το μέτρο είναι «περιορισμένο τόσο σε όγκο όσο και σε χρόνο».

Advertisement

«Θα έλεγα ότι η πρότασή μας είναι σαφώς στοχευμένη, προσωρινή, δημοσιονομικά βιώσιμη και προσανατολισμένη στη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα», δήλωσε.

Το ευρύτερο πλαίσιο

Η συνεδρίαση συνέπεσε με τη σημερινή απόφαση της ΕΚΤ για την αύξηση των επιτοκίων, την οποία ο κ. Πιερρακάκης αρνήθηκε να σχολιάσει, σημειώνοντας ωστόσο ότι «ό,τι κάνουμε σε επίπεδο δημοσιονομικής πολιτικής δεν πρέπει να αντιφάσκει με όσα συμβαίνουν στη νομισματική».

Στο Eurogroup συμμετείχε και η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα για την ετήσια διαβούλευση για την Ευρωζώνη, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ταμείο να συμφωνούν ότι τα κράτη-μέλη θα πρέπει ήδη να προετοιμάζονται για την περίοδο μετά τη λήξη της εθνικής ρήτρας διαφυγής, ώστε οι απαιτούμενες δημοσιονομικές προσαρμογές να πραγματοποιηθούν με ομαλό και σταδιακό τρόπο.

Η συζήτηση για την ενεργειακή ρήτρα εντάχθηκε σε μια ευρύτερη συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια, την τεχνολογική κυριαρχία και τις επενδύσεις που θα καθορίσουν την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας τα επόμενα χρόνια.

Όπως σημείωσε ο Κυριάκος Πιερρακάκης κλείνοντας τη συνεδρίαση, η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να επιλέξει ανάμεσα στη διαχείριση των σημερινών κρίσεων και στην προετοιμασία για το μέλλον. «Η Ευρώπη δεν μπορεί να επιλέξει μεταξύ της διαχείρισης της σημερινής κρίσης και της προετοιμασίας για το αύριο. Πρέπει να κάνει και τα δύο ταυτόχρονα», ανέφερε, συνοψίζοντας το δίλημμα αλλά και τη φιλοδοξία που κυριάρχησε στη συζήτηση των υπουργών Οικονομικών.\