Τα πορτοκάλια της οργής

Οι κυβερνήσεις επί δεκαετίες άφηναν συνειδητά ανέγγιχτο το πρόβλημα της αγροτικής οικονομίας επειδή τοιουτοτρόπως άγρευαν ψήφους από τον αγροτικό κόσμο. Οι αγρότες πλούτιζαν κάποτε ή επιβίωναν αξιοπρεπώς αργότερα μέσω του κρατικού παρεμβατισμού, του προστατευτισμού και των επιδοτήσεων. Ελάχιστοι κατάφεραν να οργανωθούν ώστε να εκσυγχρονισθούν και να κατακτήσουν θέση επιβίωσης στην διεθνή αγορά. Οι αγρότες, κατόπιν πολιτικής απόφασης, ουσιαστικά δεν πλήρωναν φόρους, γεγονός που συνέβαλε να καλυφθεί επιμελώς ότι εδώ και πολύ καιρό δεν είναι ανταγωνιστικοί και βιώσιμοι στο πεδίο της ανοικτής οικονομίας.
|
Open Image Modal
LOUISA GOULIAMAKI via Getty Images

Τις επόμενες ημέρες κυβέρνηση και αντιπολίτευση θα κληθούν να διαχειριστούν εκ νέου το θέμα της φορολόγησης των αγροτών, ενώ η ελληνική επαρχία βράζει. Η οργή και η διάψευση πλεονάζουν, αποτελώντας την μαγιά για έντονες αντιδράσεις με το νέο έτος. Χωρίς να διεκδικώ δάφνες ειδικού στα θέματα αγροτικής οικονομίας, θα επιχειρήσω μια απλή περιγραφή της κατάστασης.

Για να γίνει κατανοητό το ζήτημα, ενδεικτικά παραθέτω ορισμένα στοιχεία σχετικά με μια από τις ναυαρχίδες της ελληνικής γεωργίας, τα πορτοκάλια μέρλιν, την πλέον διαδεδομένη και αποδοτική στην Ελλάδα ποικιλία. Ας πάρουμε ως παράδειγμα μια παραγωγή 100 τόνων (100.000 κιλών) πορτοκαλιών μέρλιν, η οποία αποτελεί πολυτέλεια και εξαίρεση για τα ελληνικά δεδομένα, καθώς λίγοι αγρότες καταφέρνουν να φτάσουν σε τέτοια επίπεδα συγκομιδής. Η τρέχουσα τιμή παραγωγού είναι 0,16 ευρώ/κιλό. Οι έμποροι απαιτούν νόμιμα το 5% της ποσότητας που τους παραδίδει ο παραγωγός να περικοπεί ως φύρα (αναμενόμενη φθορά). Άρα, 5 τόνοι δεν πληρώνονται.

Οι έμποροι επίσης επιβάλλουν το 20% της υπόλοιπης ποσότητας να κατευθυνθεί στην χυμοποίηση. Αυτό το 20% τιμάται 0,03 ευρώ/κιλό (ναι, 3 λεπτά/κιλό). Δηλαδή, από τους 95 τόνους πορτοκαλιών που απέμειναν μετά την περικοπή του 5% ως φύρα, το 20% (19 τόνοι πορτοκάλια) θα κατευθυνθεί υποχρεωτικά στην χυμοποίηση και θα πληρωθεί με 0,03 λεπτά/κιλό. Συνεπώς, αυτοί οι 19 τόνοι αποφέρουν 570 ευρώ. Οι υπόλοιποι 76 τόνοι πληρώνονται με την τρέχουσα εμπορική τιμή, η οποία φέτος για τα πορτοκάλια μέρλιν είναι περίπου 0,16 ευρώ/κιλό. Μετά τα έξοδα κοπής (0,045 ευρώ/κιλό), οι 76 τόνοι που απέμειναν πληρώνονται πραγματικά προς 0,115 ευρώ/κιλό και αποφέρουν 8.740 ευρώ (76.000*0,115). Άρα, συνολικό εισόδημα από τα πορτοκάλια προς χυμοποίηση και εξαγωγή 9.310 ευρώ, προ φόρων και εξόδων. Το ποσό καταβάλλεται στον αγρότη μήνες αργότερα, κατά κανόνα.

Ας περάσουμε στα έξοδα και τους φόρους. Μια καλλιέργεια που αποδίδει 100 τόνους πορτοκάλια έχει έξοδα καλλιέργειας το λιγότερο 3.000 ευρώ (λιπάσματα, φυτοφάρμακα, νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, κλαδέματα κ.ά.)· και αυτά χωρίς αξιώσεις ιδιαίτερης ποιότητας. Αφαιρώντας τα, απομένουν λοιπόν περίπου 6.300 ευρώ. Ο φόρος επί του αγροτικού εισοδήματος, για τα εισοδήματα του 2015, είναι 13% (819 ευρώ στο παράδειγμά μας). Με βάση τις αλλαγές που έχουν συναποφασισθεί στο τελευταίο μνημόνιο προβλέπεται από το έτος 2016 η σταδιακή κατάργηση της ειδικής φορολογικής μεταχείρισης των αγροτών με ποσοστό φορολόγησης 20% (1.260 ευρώ στο παράδειγμά μας) για το φορολογικό έτος 2016 και 26% (1.638 ευρώ στο παράδειγμά μας) για το φορολογικό έτος 2017. Αν αφαιρεθούν και αυτά, το εισόδημα του αγρότη που πουλά 100 τόνους πορτοκάλια καταλήγει να είναι 5.481 ευρώ (2015), 5.040 ευρώ (2016) και 4.662 ευρώ (2017).

Η ετήσια ασφάλιση στον ΟΓΑ κοστίζει περίπου 1587 ευρώ για αγρότη που είναι ασφαλισμένος πάνω από 14 έτη. Στο νέο μνημόνιο μάλιστα προβλέπεται σταδιακή εξομοίωση, σε βάθος τριετίας, των ασφαλιστικών εισφορών των αγροτών με τις αντίστοιχες του ΙΚΑ, διάταξη που σημαίνει τουλάχιστον διπλασιασμό των σημερινών εισφορών στον ΟΓΑ (αύξηση 100-130%, ανάλογα την ασφαλιστική κατηγορία). Συνεπώς, ο αγρότης που πουλά 100 τόνους πορτοκάλια καταλήγει, μετά τους φόρους και την πληρωμή της ασφάλισης στον ΟΓΑ, να έχει στην τσέπη του 3.894 ευρώ (2015), 3.453 ευρώ (2016), 3.075 (2017). Και αυτά τα ποσά χωρίς να έχει υπολογιστεί η περαιτέρω μείωση εισοδήματος που θα επιφέρει η δραματική αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών στον ΟΓΑ. Αν υπολογιστεί και αυτή, το ποσό που θα απομένει στον καλλιεργητή από το 2018 και έπειτα θα είναι περίπου 1.500 ευρώ, δεδομένου ότι εδώ και αρκετά χρόνια οι τιμές των πορτοκαλιών είναι περίπου σταθερές. Πλέον αυτών, ο αγρότης πρέπει να πληρώσει και προκαταβολή φόρου, ως επιτηδευματίας, την οποία δεν έχω υπολογίσει εδώ.

Άρα, από παραγωγή 100 τόνων πορτοκαλιών απομένουν στον αγρότη φέτος 3.894 ευρώ, τα οποία το 2018, μετά τις αλλαγές στην φορολογία και την ασφάλιση, θα γίνουν περίπου 1.500 ευρώ. Με αυτά θα πρέπει να συνεχίσει να καλλιεργεί και να ζήσει. Όταν, μέχρι την δεκαετία του 1990, ένας αγρότης που παρήγαγε 100 τόνους πορτοκάλια ζούσε μια ανετότατη ζωή. Την ίδια στιγμή, στην Φιλολάου, στο Παγκράτι, τα πορτοκάλια για χυμό τιμώνται 0,38 ευρώ/κιλό (για να μην ξεχνιόμαστε τιμή παραγωγού 0,03 ευρώ/κιλό) και τα βρώσιμα 0,49 ευρώ/κιλό. Από την άλλη, στην Ιρλανδία για παράδειγμα, τα ελληνικά πορτοκάλια τιμώνται 0,50 ευρώ το ένα. Το ένα πορτοκάλι φυσικά. Σημειωτέον, 5 πορτοκάλια ζυγίζουν ένα κιλό. Κάνετε τους υπολογισμούς σας.

Χρειάζεται να επισημανθεί ότι πολλά ελληνικά προϊόντα είναι γευστικότατα και ποιοτικότατα, γεγονός που τους εξασφαλίζει υψηλή εμπορευσιμότητα στις αγορές του εξωτερικού. Όποιος έχει δοκιμάσει πορτοκάλια ή μανταρίνια από άλλες χώρες της Μεσογείου ή την Αμερική, καταλαβαίνει την χαοτική διαφορά στην γεύση. Παρά ταύτα, ο Έλληνας αγρότης σπανίως καρπώνεται την προστιθέμενη αξία του προϊόντος του.

Όλα όσα προανέφερα αποδεικνύουν ότι οι διακηρύξεις των κυβερνήσεων για στροφή στην πρωτογενή παραγωγή, ως απάντηση στην οικονομική κρίση και ανάταξη του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, είναι λόγια του αέρα.

Η πραγματικότητα στην ελληνική επαρχία είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που φαντάζονται ή θέλουν να λέγουν. Τα όσα προβλέπονται, βάσει του τελευταίου μνημονίου, να γίνουν το 2016 και το 2017 θα δώσουν την χαριστική βολή σε ένα μεγάλο μέρος της πρωτογενούς παραγωγής.

Οι κυβερνήσεις επί δεκαετίες άφηναν συνειδητά ανέγγιχτο το πρόβλημα της αγροτικής οικονομίας επειδή τοιουτοτρόπως άγρευαν ψήφους από τον αγροτικό κόσμο. Οι αγρότες πλούτιζαν κάποτε ή επιβίωναν αξιοπρεπώς αργότερα μέσω του κρατικού παρεμβατισμού, του προστατευτισμού και των επιδοτήσεων. Ελάχιστοι κατάφεραν να οργανωθούν ώστε να εκσυγχρονισθούν και να κατακτήσουν θέση επιβίωσης στην διεθνή αγορά. Οι αγρότες, κατόπιν πολιτικής απόφασης, ουσιαστικά δεν πλήρωναν φόρους, γεγονός που συνέβαλε να καλυφθεί επιμελώς ότι εδώ και πολύ καιρό δεν είναι ανταγωνιστικοί και βιώσιμοι στο πεδίο της ανοικτής οικονομίας. Οι αγρότες στην Ελλάδα είχαν κατά κανόνα μεταβληθεί, μέσα από ένα δαιδαλώδες σχήμα ενισχύσεων και χαριστικών ρυθμίσεων, σε μισθοσυντήρητους από το κράτος καλλιεργητές. Ταυτόχρονα, η εξάρτηση της επιβίωσής τους από κρατικές παρεμβάσεις και η μη συμμετοχή τους στη φορολόγηση δεν τους βοήθησε να αναπτύξουν πολιτική συνείδηση. Όσοι δεν πληρώνουν φόρους και άρα δεν ενδιαφέρονται για την διαχείριση των εσόδων του κράτους, δεν είναι πολιτικά ώριμοι και δεν συμβάλλουν στον εξορθολογισμό της διοίκησης και του πολιτικού συστήματος. Ο αγρότης συνήθως είναι θύτης και θύμα πελατειακών σχέσεων, αφού ενδόμυχα γνωρίζει ότι επιβιώνει χάρις στην ευμένεια των πολιτικών.

Τώρα, που πια αποκαλύπτεται η ωμή αλήθεια, λύση χωρίς πόνο δεν υπάρχει. Ούτε για τους αγρότες, ούτε για την πολιτική τάξη. Άλλες χώρες στην ΕΕ κατάφεραν, σε μια διάρκεια χρόνου, να εκμεταλλευθούν τις ευκαιρίες και να επιτύχουν τη συνολική αναδιάταξη της αγροτικής τους οικονομίας. Στην Ελλάδα αυτό επιχειρείται απότομα και επώδυνα, θυμίζοντας αρκετά την σταφιδική κρίση του 19ου αιώνα, με τις τραγικές της συνέπειες. Όσοι διαχειρίστηκαν τις τύχες της χώρας τα προηγούμενα χρόνια, ας καμαρώσουν το τέρας που γέννησαν και εξέθρεψαν.