Ελληνικές ιδιαιτερότητες...

Η ελληνική κοινωνία είτε δεν μπορεί, είτε αρνείται να δει το πρόσωπό της στον ιστορικό καθρέφτη. Προτιμά ή ανέχεται τις βολικές αφηγήσεις ...Συμβαίνουν αυτή την περίοδο στην Ελλάδα γεγονότα ενδεικτικά νοοτροπιών και στάσεων που έχουν καταστεί μέσα στο χρόνο κυρίαρχες. Ως εκ τούτου η μελέτη και η κατανόησή τους συνιστούν άσκηση εθνικής αυτογνωσίας στο βαθμό που η δημιουργία μιας ρεαλιστικής εικόνας για τον συλλογικό μας εαυτό έχει κάποια χρησιμότητα και αξία. Θα σταθώ σε τρία γεγονότα, φαινομενικά ανεξάρτητα αλλά κατά βάθος στενά συσχετιζόμενα μεταξύ τους, ενδεικτικά της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική κοινωνία ως προς τον τρόπο σκέψης και τις ευαισθησίες της.
|

Συμβαίνουν αυτή την περίοδο στην Ελλάδα γεγονότα ενδεικτικά νοοτροπιών και στάσεων που έχουν καταστεί μέσα στο χρόνο κυρίαρχες. Ως εκ τούτου η μελέτη και η κατανόησή τους συνιστούν άσκηση εθνικής αυτογνωσίας στο βαθμό που η δημιουργία μιας ρεαλιστικής εικόνας για τον συλλογικό μας εαυτό έχει κάποια χρησιμότητα και αξία. Θα σταθώ σε τρία γεγονότα, φαινομενικά ανεξάρτητα αλλά κατά βάθος στενά συσχετιζόμενα μεταξύ τους, ενδεικτικά της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική κοινωνία ως προς τον τρόπο σκέψης και τις ευαισθησίες της.

Η οργάνωση 17 Νοέμβρη

Μπορεί τα περισσότερα μέλη της «επαναστατικής» - κατά τον αυτοπροσδιορισμό των μελών και των συνοδοιπόρων της - οργάνωσης 17 Νοέμβρη να έχουν συλληφθεί, δικαστεί και καταδικαστεί σε βαριές ποινές, μπορεί κάποια από τα μέλη της με κεντρικό ρόλο να βρίσκονται ακόμη στη φυλακή, αλλά η ιδέα της ανάληψης του ρόλου του σκληρού τιμωρού των «αστών» ή της «αντίδρασης» ιδία πρωτοβουλία και με ίδια μέσα όχι απλώς παραμένει ζωντανή, αλλά φαίνεται να έχει ακόμη υποστηρικτές τόσο σε επίπεδο έμπρακτης εφαρμογής - η απόπειρα δολοφονίας πρώην πρωθυπουργού είναι ένα μόνο δείγμα - όσο και σε επίπεδο συνοδοιπορίας: ιδεολογικής κάλυψης και νομιμοποίησης της αναγκαιότητας για τη χρήση βίας προκειμένου να τιμωρηθούν και να τρομοκρατηθούν οι «αστοί» και η «αντίδραση».

Οι δείκτες για το ότι στην Ελλάδα του 2017 υπάρχουν ακόμη εκκρεμότητες με τη 17 Νοέμβρη και με ό,τι η οργάνωση αυτή σηματοδοτούσε, είναι αρκετά σαφείς. Η χορήγηση άδειας εξόδου από τη φυλακή σε ένα από τα κορυφαία μέλη της οργάνωσης, αλλά κυρίως η σκηνογραφία της εξόδου και η δημόσια συζήτηση γύρω από το γεγονός, ειδικά η συζήτηση μέσα στο κοινοβούλιο με παρόντες συγγενείς θυμάτων της οργάνωσης που άκουσαν από τον αρμόδιο κυβερνητικό αξιωματούχο ότι πρέπει να ντρέπονται για την κριτική που ασκούν, είναι μια ισχυρή ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά με τα ακροατήρια αυτής της κοινωνίας: με αυτούς που περιμένουν να ακούσουν τον κυβερνητικό αξιωματούχο να απευθύνεται σε βουλευτή, της οποίας ο σύζυγος (στοχοποιημένος ήδη από το απριλιανό καθεστώς στη Γερμανία) δολοφονήθηκε από την εν λόγω οργάνωση, και να της λέει ότι πρέπει να νιώθει ντροπή.

Παρόμοια σκηνή δεν μπορώ να φανταστώ σε κανένα άλλο κοινοβούλιο ευρωπαϊκής χώρας.

Παρακάμπτω την όλη συζήτηση για το αν η χορήγηση της άδειας στο έγκλειστο μέλος της οργάνωσης υπήρξε αποτέλεσμα πιέσεων ή ώριμος καρπός μεθοδεύσεων που είχαν ξεκινήσει σε ανύποπτο χρόνο και δέχομαι την αισιόδοξη εκδοχή, ότι η απόφαση του συμβουλίου να χορηγήσει την άδεια ήταν το προϊόν της ανεξάρτητης βούλησης τριών προσώπων προσανατολισμένων στη σχολαστική τήρηση της ισχύουσας νομοθεσίας, τα οποία μάλιστα συνέπεσαν ως προς την ερμηνεία της. Πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η γλώσσα του σώματος του αδειούχου κατά την έξοδο, η υποδοχή που του επιφύλαξαν οι «αλληλέγγυοι» στο προαύλιο των φυλακών, αλλά και η σύνθεση της ομάδας των «αλληλέγγυων».

Η ελληνική κοινωνία είτε δεν μπορεί, είτε αρνείται να δει το πρόσωπό της στον ιστορικό καθρέφτη. Προτιμά ή ανέχεται τις βολικές αφηγήσεις

Το όλο σκηνικό παρέπεμπε στην απελευθέρωση μιας ηρωικής μορφής που είναι αιχμάλωτος (του ταξικού) πολέμου στις φυλακές των «αστών» και επί τέλους δικαιώνεται, χωρίς να έχει «προδώσει» τις επαναστατικές του αρχές, χωρίς να έχει «λυγίσει». Ανάμεσα στους αλληλέγγυους βρισκόταν και μέλος του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος σημαντικού πολιτειακού παράγοντα, αλλά το γεγονός αυτό δεν ήταν, όπως θα έλεγε ο Φρόυντ, «peinlich» ούτε για τον ίδιο τον παράγοντα, ούτε για το κόμμα του. Ένα «ουδέν σχόλιον» ήταν αρκετό για την υπέρβαση του σκανδάλου. Άλλωστε δεν έγινε και τίποτε κακό: κάποιο «παιδί» περνάει την επαναστατική του φάση, μέχρι να καταλήξει, με το πλήρωμα του χρόνου, στην κατάλληλη καριέρα. Η επανάσταση ως παροδικό σπορ. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες...

Γι αυτό η κοινωνία δεν εξανέστη όταν είδε on camera ότι υπάρχουν θαυμαστές του εκτελεστή της 17 Νοέμβρη και στα καλύτερα σπίτια. Η σκηνή έρχεται από πολύ παλιά, αρκεί να θυμηθεί κανείς γόνους «αστών» που είχαν προσχωρήσει στο επαναστατικό όραμα του ΚΚΕ, συμμετείχαν στην εφαρμογή του δόγματος της ταξικής πάλης μέσω της χρήσης βίας, κάποιοι μάλιστα από τους άτυχους αυτούς δονκιχωτικούς Ροβεσπιέρους έχασαν τη ζωή τους, ενώ κάποιοι άλλοι, πιο τυχεροί, άλλαξαν ιδέες και άρχισαν να βλέπουν την «επανάσταση» με καχυποψία ή με καταγγελτική διάθεση.

Και εδώ φτάνουμε στην πρώτη ελληνική ιδιαιτερότητα: την ετοιμότητα για συγκατάβαση, αν όχι θαυμασμό, απέναντι στη βία με αριστερό πρόσημο. Είμαστε μια κοινωνία στην οποία δεσπόζει η αντίληψη ότι η βία είναι «κατανοητή» όταν αυτός που πυροβολεί, μαχαιρώνει ή πυρπολεί έχει ή επικαλείται αριστερή ταυτότητα ή αλλιώς: όταν έχει το λαϊκό «δίκιο» με το μέρος του. Και αυτό μας πάει κατ' ευθείαν στη δεκαετία του '40, μια δεκαετία για την οποία η νηφάλια, αναλυτικού τύπου, επιστημονικού χαρακτήρα συζήτηση βρίσκεται στα σπάργανα - και μάλλον εκεί θα μείνει για αρκετό καιρό ακόμη - παρότι από τότε πέρασαν τρεις γενιές. Η ελληνική κοινωνία είτε δεν μπορεί, είτε αρνείται να δει το πρόσωπό της στον ιστορικό καθρέφτη. Προτιμά ή ανέχεται τις βολικές αφηγήσεις.

Πολυτεχνείο

Το Πολυτεχνείο και ο εορτασμός του είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της ταυτότητας της Ελλάδας της μεταπολίτευσης επειδή τα έχει όλα μέσα του: την πολιτική και προσωπική κεφαλαιοποίηση μιας περιστασιακής και χρήσιμης για τις εσωτερικές συγκρούσεις του καθεστώτος ανυπακοής στη δικτατορία, την καλλιέργεια του αφηγήματος της μαζικής αντίστασης κατά της Χούντας και της πτώσης του καθεστώτος λόγω αυτής της αντίστασης, τη νομιμοποίηση ανομικών μορφών διαμαρτυρίας που χαρακτηρίζουν το σύνολο της μεταπολιτευτικής περιόδου και ακούν στο όνομα «κατάληψη» μέσω της υπαγωγής τους στην ίδια κατηγορία δράσης στην οποία ανήκει και η εξέγερση του Πολυτεχνείου, την χωρίς όρους και όρια πολιτική εκμετάλλευση από τους «παίκτες» του πολιτικού συστήματος αυτής ακριβώς της μορφής διαμαρτυρίας προκειμένου να πληγεί ο (εκάστοτε κυβερνητικός) αντίπαλος. Ας θυμηθούμε μόνο τις αντιδράσεις στη μεταρρύθμιση Αρσένη την οποία πρόσφατα είχαν την ευκαιρία να εκθειάσουν και όσοι τότε πρωταγωνιστούσαν σ' αυτές.

Πέρα από τις καριέρες και πέρα από τις καταλήψεις, όμως, το Πολυτεχνείο είναι το χαρακτηριστικό εκείνο δείγμα για την αδυναμία της ελληνικής μεταπολιτευτικής κοινωνίας να αναπτύξει μια κουλτούρα νηφάλιου διαλόγου για τη σύγχρονη ιστορία της χωρίς συνειδητή «ομίχλη», συνειδητό «μύθο» και συνειδητό κανονιστικό φορτίο και πάθος στη απεικόνιση της ιστορικής πραγματικότητας. Δεν μας ενδιαφέρει τόσο να μάθουμε το τι, το πώς και το γιατί της φοιτητικής εξέγερσης του Νοέμβρη 1973 - ήμουν τότε φοιτητής στην Αθήνα - αλλά το τι μπορούμε να πετύχουμε για «εμάς» και τι μπορούμε να καταφέρουμε να πάθουν «αυτοί» (οι αντίπαλοι) μέσα από τη δημιουργία, τη συντήρηση και την αναμετάδοση μιας συγκεκριμένης, παιδαγωγικού τύπου και φρονηματιστικού χαρακτήρα αφήγησης.

Έτσι ο εορτασμός της εξέγερσης του Πολυτεχνείου θα επισκιάσει στην εκπαίδευση, αλλά και στο δημόσιο χώρο, ακόμη και γεγονότα όπως η επανάσταση του 1821, οι Βαλκανικοί πόλεμοι ή το έπος του 40. Ειδικά όταν η αφήγηση αυτή υποστηρίζεται κάθε χρόνο από ένα γνώριμο τελετουργικό, με τους γνωστούς ρόλους που υποδύονται συγκεκριμένα πρόσωπα, θεσμικοί φορείς και άλλες «συλλογικότητες».

Έτσι δημιουργήθηκε μια σταθερή «παράδοση» Πολυτεχνείου όπου κάθε χρόνο παίζεται μια ζωντανή, και γι αυτό επικίνδυνη, «αναπαράσταση» της εξέγερσης με καταλήψεις, συγκρούσεις, πυρπολήσεις, καταστροφές, πορείες στην αμερικανική πρεσβεία και ομιλίες για την αντίσταση κατά της δικτατορίας. Τα φύλα αλλάζουν, οι μισθοί και οι συντάξεις πέφτουν, το κόστος ζωής ανεβαίνει, η ανεργία συνεχίζει να βρίσκεται στα ύψη, οι εγγυήσεις του κράτους για παιδεία, υγεία και ασφάλεια υπονομεύονται και υποχωρούν, οι νέοι μεταναστεύουν, η εθνική κυριαρχία συρρικνώνεται, το κοινοβούλιο διεκπεραιώνει αποφάσεις που έχουν ληφθεί αλλού, αλλά η παράδοση, παράδοση.

Κοινοβουλευτική δημοκρατία με κανόνες α λα καρτ

«Δεν υπάρχουν κανόνες στην πολιτική», μου απαντούσε μαρξιστής συνάδελφος πριν από πολύ καιρό, όταν προσπαθούσα να τον πείσω ότι και στην πολιτική πρέπει να υπάρχουν δεσμευτικοί για όλους τους «παίκτες» κανόνες. Εκείνος όριζε την πολιτική ως «πάλη» για την εξουσία με κάθε πρόσφορο μέσον, εγώ επέμενα ότι αν δεν υπάρχει δέσμευση των «παικτών» σε θεμιτά μέσα, δημιουργούνται υποχρεωτικά εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις. Για να πάρω την απάντηση ότι η ταξική σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και πως το μόνο που την αναστέλλει προσωρινά είναι ο συσχετισμός των δυνάμεων, όχι η ηθική. Ο συνομιλητής μου φωτογράφιζε, βεβαίως, την στρατηγική των κομμουνιστικών κομμάτων για την κατάληψη της εξουσίας, που συνίσταται στην επιβολή του διλήμματος και στους δύο αντιμαχόμενους: «ή εμείς ή εσείς».

Άργησα να καταλάβω ότι η θεωρία του είχε ισχύ και για τις υπόλοιπες, «ενδο-αστικές», πολιτικές συγκρούσεις στην Ελλάδα. Ότι δηλαδή στη χώρα μας δεν είναι μόνο οι πολιτικοί φορείς της «σοσιαλιστικής επανάστασης» που αρνούνται να δεσμευτούν σε κανόνες του πολιτικού πράττειν, αλλά και οι φορείς των «αστικών» πολιτικών ιδεωδών.

το «πες μου με ποιους είσαι για να δω τι θα κάνω» δεν ήταν μόνο σύνθημα των αντιμαχομένων του εμφυλίου, κατοχικού και μετακατοχικού, αλλά σηματοδοτεί ένα γενικευμένο καθεστώς ρευστότητας των κανόνων στη χώρα.

Η χωρίς κανόνες και ορισμένες φορές χωρίς όρια ενδο-αστική αντιπαράθεση, ειδικά στην περίοδο της μεταπολίτευσης όπου το ΚΚΕ και γενικά η παραδοσιακή Αριστερά δεν ήταν σε θέση να απειλήσει ούτε με εξασφάλιση κυβερνητικής πλειοψηφίας, ούτε με πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας, ήταν το πρόσφορο έδαφος για τη δημιουργία εξαρτημένων από τα κόμματα θεσμών. Δημόσια διοίκηση και δικαιοσύνη δεν μπόρεσαν, όπως άλλωστε και σε προηγούμενες περιόδους, να λειτουργήσουν ως ανεξάρτητες δομές, ως μηχανισμοί που συντονίζουν τη δράση τους με βάση τη δική τους εσωτερική θεσμική λογική, αλλά ως φορείς που λαμβάνουν υπόψη τη «βούληση» των πολιτικών αρχόντων, ως δομές με πολιτικές «ευαισθησίες».

Έτσι το «πες μου με ποιους είσαι για να δω τι θα κάνω» δεν ήταν μόνο σύνθημα των αντιμαχομένων του εμφυλίου, κατοχικού και μετακατοχικού, αλλά σηματοδοτεί ένα γενικευμένο καθεστώς ρευστότητας των κανόνων στη χώρα. Στο καθεστώς αυτό ο πολίτης στην αλληλεπίδρασή του με το κράτος - και κατ' επέκταση με τον συμπολίτη - είναι υποχρεωμένος να βρίσκεται σε ετοιμότητα διαρκούς αναπροσαρμογής της στάσης του, εφόσον ο εκπρόσωπος του θεσμού για να σχεδιάσει τη δική του δράση απέναντι σε - θεμιτό ή αθέμιτο - αίτημα του πρώτου χρειάζεται πληροφόρηση για την κοινωνική του ταυτότητα: με ποιους είσαι;

Αυτό σημαίνει ότι ο πολίτης χάνει την εμπιστοσύνη του στο σύστημα κανόνων συνολικά, όταν αντιλαμβάνεται ότι το «όργανο» δεν δεσμεύεται κατ' ανάγκην από ενιαίους κανόνες ρύθμισης της δράσης του, αλλά διαθέτει σχετική «ελευθερία» να αναγνωρίσει ή όχι τον θεμιτό χαρακτήρα ενός αιτήματός του και να καταγράψει ή να παραβλέψει μια απόκλιση από τον κανόνα. Έτσι ο κανόνας υπάρχει μεν στα χαρτιά, αλλά στην πράξη συνοδεύεται από το «μέσον» ή το «βύσμα» όταν πάμε στο πεδίο της εφαρμογής.

Η πελατειακή σχέση πολίτη-κράτους, όταν το τελευταίο έχει αλωθεί είτε από το κόμμα, είτε από διάφορα «φέουδα» που δρουν ανταγωνιστικά προς το κόμμα στην παροχή προστασίας ή στην επιβολή τιμωρίας, είναι η βασική κοινωνική μηχανή παραγωγής ανομίας. Και όταν χάνεις την εμπιστοσύνη σου στο σύστημα κανόνων που ρυθμίζουν τη ζωή σου και δεν ξέρεις πια σε ποιο «εμείς» και σε ποιο «αυτοί» να ενταχθείς, καθώς και τα δύο μεταλλάσσονται και πολλαπλασιάζονται, είναι πιο πιθανό να αναζητάς και να θαυμάζεις - κρυφά ή φανερά - κάποιον «τιμωρό» των παραγόντων του «συστήματος» που αισθάνεσαι ότι σε αδικεί ή σε εμπαίζει.

Η ανομία, συνεπώς, δεν είναι μόνον πηγή αδικίας και εξανδραποδισμού συνειδήσεων, είναι η κύρια πηγή νομιμοποίησης του πολιτικού εγκλήματος από τη σκοπιά των υποστηρικτών της αναγκαιότητάς του ακόμη και στο περιβάλλον μιας ανοιχτής δημοκρατικής κοινωνίας, δηλαδή μιας κοινωνίας που δεν απαγορεύει την αλλαγή των κανόνων, αρκεί αυτή να ακολουθεί μια συγκεκριμένη συμμετοχική διαδικασία.

Αναρωτιέμαι μήπως μπορέσουμε κάποτε στη χώρα αυτή να καθιερώσουμε και μια εθνική εορτή για την αρετή της ορθολογικής σκέψης, της νηφαλιότητας, της εμπιστοσύνης στους κοινούς κανόνες και της κατάργησης του διλήμματος «ή εμείς ή αυτοί» πριν μας προλάβουν τα φαντάσματα του παρελθόντος...