Η αλήθεια πίσω από τις καταγγελίες του κ. Κοντονή

Σχετικά με την μετατροπή του αδικήματος της δωροδοκίας από κακούργημα σε πλημμέλημα.
|
Open Image Modal
Φωτογραφία αρχείου
Eurokinissi

Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κ. Σταύρος Κοντονής το 2019 είχε προβεί σε δηλώσεις για δόλια επίσπευση της επικύρωσης του Ποινικού Κώδικα τον Ιούνιο  2019 επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να ωφεληθούν  κάποιοι από την μετατροπή του αδικήματος της δωροδοκίας από κακούργημα σε πλημμέλημα.

Για τα δηλώσεις αυτές διατάχθηκε προκαταρκτική εξέταση, αλλά η υπόθεση με πράξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών σωστά τέθηκε στο αρχείο, γιατί δεν υπήρχε ποινικά αξιοποιήσιμο εύρημα, αλλά μόνο πολιτική πράξη που συνεπάγεται πολιτικές και όχι ποινικές ευθύνες.

Πρόσφατα ο κ. Κοντονής με καινούργιες δηλώσεις κατάγγειλε, ότι κάποιος άλλαξε δολίως την παραπάνω διάταξη στο κείμενο του Ποινικού Κώδικα.

Κατόπιν αυτών ο Εισαγγελεύς Εφετών ανέσυρε εκ του αρχείου την παραπάνω υπόθεση και διέταξε νέα προκαταρκτική εξέταση επί των συγκεκριμένων πλέον καταγγελιών, κατά την οποία ο κ. Κοντονής θα δώσει προσεχώς κατάθεση.

Δεν γνωρίζουμε ποια πραγματικά περιστατικά και ποια αποδεικτικά στοιχεία θα επικαλεστεί ο κ. Κοντονής για την συγκεκριμενοποίηση και απόδειξη των καταγγελιών του και ιδιαίτερα ποιοι υπόδικοι επωφελήθηκαν από την παραπάνω μετατροπή της κατηγορίας και έτσι μπορεί να υπάρξουν ενδείξεις για το ποιος έκανε την αλλαγή στο κείμενο του νόμου.

Για αυτό απαιτείται όμως πλήρης έρευνα και διασταύρωση όλων των σχετικών υποθέσεων με την παρατήρηση, όταν με νόμο ανοίγεις ένα παράθυρο για να περάσει ένας επωφελούνται και περνούν εκατοντάδες.

Με την λογική ερμηνεία των υπαρχόντων στοιχείων θα προσπαθήσουμε  να σκιαγραφήσουμε σε γενικές γραμμές τι μπορεί να έχει συμβεί με την προϋπόθεση, ότι θα αποδειχθούν αληθείς οι καταγγελίες του κ. Κοντονή.

Για την σύνταξη του νέου ποινικού κώδικα είχε συσταθεί πριν δεκαπέντε χρόνια δεκαπενταμελής νομοπαρασκευαστική επιτροπή από καθηγητές πανεπιστημίου, δικηγόρους και δικαστικούς λειτουργούς, που ολοκλήρωσε το έργο της αρχές του 2019, οπότε το σχέδιο του νέου ποινικού κώδικα αναρτήθηκε στο διαδίκτυο για διαβούλευση μετά την οποία η νομοπαρασκευαστική επιτροπή κατάρτισε το τελικό κείμενο του κώδικα και το παρέδωσε στον τότε υπουργό Δικαιοσύνης της κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος το εισήγαγε εσπευσμένα στη Βουλή προς ψήφιση κατά την διαδικασία των κωδίκων.

Ο νέος Ποινικός Κώδικας υπήρξε η τελευταία νομοθετική πράξη της κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ ( ν.4619/11-6-2019) με άμεση ισχύ, ενώ ο κ. Κοντονής είχε ζητήσει η ισχύς του να αρχίσει τον Σεπτέμβριο του 2019.

Οι κώδικες αποτελούν ένα ενιαίο νομικό κείμενο με εσωτερική συνοχή που ψηφίζονται από την Βουλή κατά τη διαδικασία των κωδίκων, δηλαδή χωρίς συζήτηση κατά άρθρων αλλά ως σύνολο όπως τούτο παραδόθηκε από την νομοπαρασκευαστική επιτροπή, γιατί ούτε η Βουλή ούτε ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να επιφέρουν αλλαγές στα επί μέρους άρθρα.

Συνεπώς το κρίσιμο σημείο είναι ποιο κείμενο παραδόθηκε από την νομοπαρασκευαστική επιτροπή στον τότε υπουργό δικαιοσύνης και μόνον εάν οι αλλαγές στο κείμενο έγιναν μετά την παράδοση του από την επιτροπή ανακύπτουν ευθύνες ποινικές, γιατί η πράξη αυτή συνιστά την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας δημόσιου εγγράφου με τη νόθευση του κειμένου του νόμου, διότι φέρεται το νοθευμένο κείμενο ότι συντάχθηκε από την επιτροπή και πολιτικές για τον τότε υπουργό, εάν αποδειχθεί ότι εν γνώσει του έφερε προς ψήφιση κώδικα νόμων, που υπήρξε προϊόν νοθείας.

Φυσικά η διαπίστωση των καταγγελιών του κ. Κοντονή για την παράνομη πράξη και τους δράστες της και την έκταση της ευθύνης ενός έκαστου των συμμέτοχων είναι έργον της δικαιοσύνης με τις νόμιμες διαδικασίες, που λόγω της σοβαρότητας του θέματος πρέπει να κινηθεί τάχιστα με την παρατήρηση, ότι ο κύκλος των υπόπτων ως δραστών είναι πολύ στενός και ότι πρόκειται περί ηθελημένης πράξεως και όχι lapsus calami της δακτυλογράφου.

Για την ιστορία ο δράστης, αν υπάρχει, πέτυχε τον σκοπό του γιατί εφαρμόσθηκαν οι ευνοϊκότερες ποινικές διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα για τις συγκεκριμένες που ενδιέφεραν τον δράστη υποθέσεις και τα αδικήματα τους μετατράπηκαν από κακουργήματα σε πλημμελήματα και μπορεί να υπέκυψαν σε παραγραφή.

Φαίνεται δε ότι οι ρυθμίσεις του νέου Ποινικού Κώδικα για τα αδικήματα της δωροδοκίας ήταν τόσο επιεικείς, που αμέσως μετά με τον ν.4637/18-11-2019 θεσπίστηκαν για αυτά πολύ αυστηρότερες διατάξεις, που όμως ισχύουν για μελλοντικές μετά τον νόμο άδικες πράξεις και όχι για τις παλιές, για τις οποίες ισχύουν οι καταργηθείσες διατάξεις.

Ο ν.4637/2019 καταρτίστηκε από την ίδια νομοπαρασκευαστική επιτροπή, γεγονός που επιβεβαιώνει τις καταγγελίες του κ. Κοντονή, αλλά έχω την απορία πως είναι δυνατόν κάποιο από τα μέλη της να μην αντιλήφθηκε την αλλαγή του κειμένου πριν τη ψήφιση του και σιώπησε.

Λέανδρος Τ. Ρακιντζής - Αρεοπαγίτης ε.τ.