ΗΠΑ και το πλανητικό στρατηγικό περιβάλλον σε μετάβαση

Καθώς προχωράμε βαθύτερα στον 21ο αιώνα βρισκόμαστε σε μια νέα «αφετηρία».
|
Open Image Modal
via Associated Press

Κατά την διάρκεια μεγάλων μεταβατικών ιστορικών φάσεων δεν είναι αυτονόητα εύκολη η θέαση των αναρίθμητων κριτηρίων και παραγόντων που συμπλέκονται και συνδυάζονται συχνά άναρχα και αστάθμητα διαμορφώνοντας τις τάσεις που προβάλλονται στο ορατό μέλλον. Σε τέτοιες φάσεις οι μεταβλητές είναι πολλές και μεγάλες κύμανσης, εξ ου και προβλέψεις δεν ενδείκνυνται, παρά μόνο σωστή διάγνωση των προσανατολισμών και των προϋποθέσεων εντός αυτών των προσανατολισμών. Αυτό είχαμε το 1989-92 όταν εισήλθαμε στην πρώτη Μεταψυχροπολεμική φάση.

Το πλανητικό στρατηγικό περιβάλλον αυτής της φάσης ωρίμασε και εδώ και αρκετά χρόνια καθώς προχωράμε βαθύτερα στον 21ο αιώνα βρισκόμαστε σε μια νέα «αφετηρία». Όλες οι προϋποθέσεις εντός αυτού του ανανεωμένου προσανατολισμού καταμαρτυρούν ότι πλανητικά, περιφερειακά και τοπικά οι ανταγωνισμοί και οι διενέξεις πυκνώνουν και εντείνονται.  

Εδώ με πολύ μεγάλη συντομία θα καταγράψουμε μια σειρά κύριων και σημαντικών κριτηρίων και παραγόντων που επηρεάζουν τις στρατηγικές σχέσεις. Επειδή όπως συχνά λέμε η ανάλυση της διεθνούς πολιτικής είναι το αντίστοιχο της ιατρικής, λάθος διαγνώσεις σημαίνει λάθος αποφάσεις και βλάβες ή και θάνατος. 

Κανείς δεν έχει παρά να υπενθυμίσει τα γραφόμενα πριν τρεις δεκαετίες καθότι ενόψει καταιγιστικών στρατηγικών ανακατατάξεων τα παθήματα πρέπει να γίνονται μαθήματα για να αποφεύγονται φρικτά λάθη, εφησυχασμός και λανθασμένος στρατηγικός, οικονομικός και πολιτικός προσανατολισμός. 

Στον ένα πόλο των ελάχιστων  Θουκυδίδεια προσανατολισμένων αναλυτών θύμιζαν ότι, μεταξύ άλλων:

α) τέτοιες κολοσσιαίες ανακατανομές των διεθνών δομών σημαίνουν κολοσσιαίες ανακατανομές ισχύος και συμφερόντων όπου οι ηγεμονικές δυνάμεις θα συγκρούονται στις περιφέρειες προκαλώντας κατεδαφίσεις κρατών και

β) αυτά οδηγούν σε ανακατανομές ελέγχου των πόρων, νέα γεωπολιτικά δεδομένα, πολέμους και εκατομμύρια εκτοπισμένους από τα κράτη τους.

Ακόμη, γ) υπογράμμιζαν ότι αυτή είναι μετάβαση μέχρι να εξαντληθούν οι μεγάλες δυνατότητες της συντριπτικά ισχυρότερης δύναμης, των ΗΠΑ, και μέχρι να ωριμάσει το αναδυόμενο πολυπολικό σύστημα, φάση στην οποία βρισκόμαστε στις μέρες μας και

δ) ότι για στοιχειώδεις λόγους που αφορούν την αυτοσυντήρηση του κράτους και της κοινωνίας απαιτείται επαρκής αποτρεπτική ισχύς, εθνική στρατηγική και επαρκής συναίνεση γύρω από κεντρικά ζητήματα εθνικής ασφάλειας.  

Στον άλλο πόλο των πολλών και επικίνδυνα φωνασκούντων έβλεπαν, μεταξύ άλλων:

α) «παγκοσμιοποίηση» –πλανητικοποίηση είναι όχι παγκοσμιοποίηση καθότι απουσιάζει παγκόσμια κοινωνία, παγκόσμιο κοινωνικοπολιτικό σύστημα και παγκόσμια εξουσία– και

β) έλευση ενός περίπου ανθόσπαρτου πλανήτη όπου θα πρυτανεύουν οι «μη» κυβερνητικοί οργανισμοί, οι «ανθρωπιστικές επεμβάσεις» (δηλαδή οι «ανθρωπιστικοί βομβαρδισμοί» αδύναμων κρατών με σκοπό τον έλεγχό τους – διόλου τυχαία αυτά ήταν σημαία των κανονιστικά προσανατολισμένων νεοφιλελεύθερων αναλύσεων)

 γ) αποδυνάμωση του ρόλου του κράτους, της κυριαρχίας, των πολιτισμών και των συνόρων,

δ) αισθητικές σχέσεις γιατί «οι πόλεμοι τελείωσαν»,

ε) εγκατάλειψη ανύπαρκτων όρων όπως «εθνικό συμφέρον» (το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας κοροϊδευτικά συχνά χαρακτηριζόταν ονομαζόταν «εθνικό συμφέρον της … Μαριωρής» και ανύπαρκτος όρος που … εκκολάπτεται μόνο στο μυαλό νεοελλήνων) και στ) ανταγωνισμοί και καλέσματα για αποτρεπτικές στρατηγικές είναι εθνικιστικά συνθήματα καθότι πλέον οικονομικές ανταλλαγές και αισθητικές-φιλικές σχέσεις ραγδαία ομαλοποιούν τον πλανήτη.

Για ότι λεγόταν στους δύο πόλους ισχύει το scripta manent και μνημονεύεται αποκλειστικά για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, ο στρατηγικός ανταγωνισμός ολοφάνερα γίνεται πιο έντονος και πυκνός οπότε επανάληψη λανθασμένων αναλύσεων και εκτιμήσεων σημαίνει αβάστακτες πλέον βλάβες. Δεύτερον, η κρατική επιβίωση στις περιφέρειες είναι επισφαλής. Θα μνημονεύσουμε πολύ σύντομα μερικές ακόμη πτυχές των προσανατολισμών και των προϋποθέσεων καθώς προχωράμε βαθύτερα στον 21ο αιώνα. 

Πρώτον, ενώ δεν χρειάζονται πολλά για να καταδειχθεί πως οι ΗΠΑ υπέρ-επεκτάθηκαν με κλασικό τρόπο οι δύο δίσκοι πάνω στην πλάστιγγα κόστους/οφέλους των στρατηγικών αποφάσεών της των τελευταίων ετών αμφιταλαντεύονται ενίοτε και απρόβλεπτα. Αυτό δεν χρήζει να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα, ότι δηλαδή οι ΗΠΑ έπαυσαν να είναι η ισχυρότερη στρατηγική δύναμη του πλανήτη και ότι έτσι θα έχουν τα πράγματα για πολύ ακόμη.

Αυτό όμως δεν πρέπει να υπερεκτιμάται για τρεις λόγους που περιορίζουν τις επιλογές των ΗΠΑ.

Α) Στο επίπεδο των πλανητικών στρατηγικών σχέσεων εάν αναπτυχθούν αντί-Αμερικανικές συμμαχικές εξισορροπήσεις η θέση των ΗΠΑ τα επόμενα χρόνια εάν όχι τις επόμενες δεκαετίες θα δυσκολέψει. Εξ ου και αρχίζουν να γίνονται παντελώς ακατανόητες αποφάσεις που σπρώχνουν την Ρωσία σε συμμαχικές συγκλίσεις με την Κίνα.

Β) Οι ΗΠΑ όπως και κάθε άλλη μεγάλη δύναμη αποκλείεται να διακινδυνέψουν ένα πυρηνικό πόλεμο καθότι αυτό όπως είναι γνωστό από καιρό δεν σημαίνει μόνο καταστροφή των εμπλεκομένων πυρηνικών δυνάμεων αλλά και όλου του πλανήτη.

Γ) Μεταψυχροπολεμικά τα ευρωστρατηγικά ζητήματα είναι σε μετάβαση. Πλέον όμως εισήλθαν σε μια απρόβλεπτη πορεία –που ασφαλώς επηρεάζει και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση– με ρευστότητα στις σχέσεις των τεσσάρων πόλων Λονδίνο, Παρίσι, Βόννη και  Μόσχα. Πολλές επιλογές των ΗΠΑ είναι υπό εξέταση.  

Αυτά τα πασίδηλα γεγονότα όταν δεν είναι ορατά αρχίζει η στρατηγική και γεωπολιτική φλυαρία που μπορεί στο επίπεδο των μεγάλων δυνάμεων να είναι και  προπαγάνδα αλλά στο επίπεδο περιφερειακών κρατών οδηγούν σε λανθασμένες εκτιμήσεις και βαθύτατων προεκτάσεων αρνητικές αποφάσεις.

Για ένα ακόμη λόγο, εάν επαναληφθούν οι απίστευτα λανθασμένες εκτιμήσεις της δεκαετίας του 1990 οι προεκτάσεις σημαίνουν απώλεια Επικράτειας που προβλέπουν οι Συνθήκες, προσπάθειες «αλλαγής λαού» που ιστορικά μιλώντας δεν είναι άγνωστη μεθόδευση, περαιτέρω συρρίκνωση της εθνικής ανεξαρτησίας και στρατηγική παγίδευση σε όλο το φάσμα των στρατηγικών σχέσεων.

Για ένα ακόμη λόγο, στην αναπόδραστη όπως όλα δείχνουν ηγεμονική αντιπαράθεση για διαμόρφωση νέων πλανητικών συσχετισμών ισχύος δύο ακόμη σημαίνοντες παράγοντες είναι προσδιοριστικοί και όποιο περιφερειακό κράτος δεν τους συνεκτιμά δεόντως εξελίσσεται σε αναλώσιμο κράτος και οδηγείται στην κλίνη του Προκρούστη των στρατηγικών παιγνίων. 

Πρώτον, ναι μεν οι ΗΠΑ παραμένουν για καιρό το ισχυρότερο κράτος αλλά απαιτείται να συνεκτιμηθούν οι ολοένα βαθύτερες εσωτερικές διαιρέσεις –σε βαθμό και ένταση που λίγοι το πρόβλεψαν και οφείλονται σε ζητήματα πολιτισμικής και κοινωνικής συνοχής– που οδηγούν σε νέες ή ανανεωμένες προσεγγίσεις όσον αφορά τις περιφέρειες.

Σε άλλη περίπτωση, συμπεριλαμβάνοντας μάλιστα την δυναμική των σχέσεων στο τρίγωνο  εξηγήσαμε την αναβίωση του «δόγματος Νίξον», δηλαδή την στερημένη κάθε συναισθηματισμού ανάπτυξη ορατών και αθέατων συναλλαγών με περιφερειακές δυνάμεις που έχουν επαρκή ισχύ και επαρκή στρατηγική εποπτεία στην περιφέρειά τους. Χειραψίες, κατευναστικές κραυγές καζάν-καζάν ή και χειρότερα, παλινωδίες θέσεων και αποφάσεις στο πόδι ακόμη και εάν αφορούν οπλικά συστήματα που έπρεπε να αποκτηθούν από καιρό, δεν συγκροτούν στρατηγική.

Στρατηγική σημαίνει:

α) σε πολιτικό επίπεδο και με ευρεία συναίνεση προσδιορισμός των ιεραρχημένων εθνικών συμφερόντων που σε κάθε βιώσιμο κράτος συμπεριλαμβάνει κόκκινες γραμμές για την Επικράτεια και τους ομοεθνείς

 β) άρτια κρατικά επιτελεία όπου δεν υπάρχουν ιδιώτες ή ρευστοί κομματικοί φίλοι παρά μόνο κρατικοί λειτουργοί που μπορούν εύκολα να ενισχυθούν

γ) σωστή ανάλυση των στρατηγικών σχέσεων και χάραξη εναλλακτικών σχεδίων που θα αφορούν την πραγματικότητα και όχι γνώμες, ενώ στην βάση αυτή όπως εξελίσσονται τα πράγματα η εκάστοτε πολιτική ηγεσία λαμβάνει τις κατά το δυνατό βέλτιστες αποφάσεις

δ) σωστές συναλλαγές με άλλα κράτη στην βάση της εδραιωμένης θέσης πολλών κρατών ότι «τίποτα δεν δίνω αν δεν υπάρξει ισόρροπο και συμφέρον πάρε δώσε» και

ε) συναφές με το τελευταίο, ένα εθνικά ανεξάρτητο κράτος δεν ανήκει στην Δύση, στην Ανατολή ή στην Ευρώπη αλλά συμμετέχει ισότιμα σε συμμαχίες και διεθνούς θεσμους με όρους εθνικών συμφερόντων.

Δεύτερον, έχοντας αυτά κατά νου απαιτείται ψυχρή και υπολογιστική ανάλυση της διεθνούς πολιτικής εντός του ανελέητα ανταγωνιστικού κρατοκεντρικού κόσμου όπως είναι και όπως εξελίσσεται. Πέραν των προαναφερθέντων κύριο κριτήριο είναι ότι δεν υπάρχουν φίλοι και εχθροί –ιδιαίτερα στις σχέσεις ενός λιγότερου ισχυρού κράτους με πιο ισχυρά υπό το πρίσμα που το εξετάζουμε εδώ– αλλά μόνιμα και ρευστά εθνικά συμφέροντα που στο επίπεδο των ηγεμονικών δυνάμεων βραχυχρόνια, μεσοπρόθεσμα και μακροχρόνια συμφέροντα συμπλέκονται συχνά αθέατα όσον αφορά την λογική καθημερινών αποφάσεων.

Έτσι, μεταξύ πολλών άλλων, δεν μπορεί να αγνοηθεί αφενός το άναρχο διεθνές περιβάλλον, ο εξαρτημένος χαρακτήρας των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου και εδραιωμένοι προσανατολισμοί για την λήψη αποφάσεων των ηγεμονικών δυνάμεων.

Ως προς το τελευταίο και συνδέοντας το ζήτημα αυτό με τον προαναφερθέντα προσανατολισμό των στρατηγικών αποφάσεων των ηγεμονικών κρατών, μεταξύ άλλων, ισχύουν τα εξής (John Mearsheimer):

α) οι μεγάλες δυνάμεις γνωρίζουν ότι είναι ανέφικτο να καταστούν πλανητικός ηγεμόνας, ιδιαίτερα με όρους πολυπολικού διεθνούς συστήματος πολλών και μεγάλων πυρηνικών ηγεμονικών δυνάμεων.

β) Έτσι κύρια μόνιμη μέριμνα είναι η προσπάθεια μεγιστοποίησης του πλούτου υπό τον έλεγχό τους.

γ) Κάνοντας συναλλαγές με περιφερειακά κράτη ή άλλες μεγάλες δυνάμεις κύρια κριτήρια είναι αφενός οι μακροχρόνιοι στρατηγικοί σχεδιασμοί και αφετέρου το όφελος/κόστος πάνω στην πλάστιγγα των στρατηγικών αποφάσεων υπό μεσοπρόθεσμο και μακροχρόνιο πρίσμα.

δ) Για να εκπληρώσουν αυτούς και άλλους στρατηγικούς σκοπούς ανελέητα και αδιάλειπτα εξισορροπούν άλλες μεγάλες δυνάμεις στις περιφέρειες με σκοπό ανάσχεση προσπαθειών των τελευταίων για επιρροή και έλεγχο πόρων και κρατών.

ε) Στα πλαίσια αυτά συχνά αθέατα μεταφέρουν το βάρος εκπλήρωσης των δικών τους σκοπών σε περιφερειακούς «εχθρούς» και «φίλους», εκβιάζουν και συχνά αθέατα υποκινούν ανταγωνισμούς και συρράξεις για κατατριβή εχθρών και φίλων με κριτήριο τον έλεγχο των ανακατανομών ισχύος και τέλος αλλά όχι το τελευταίο με στρατηγικές soft power («ήπια»/ «μαλακή»/ «έξυπνη» ισχύς) ελαχιστοποιούν το κόστος της επιρροής και ελέγχου αναλώσιμων κρατών.  

Καταληκτικά, στοιχειώδης πολιτικός και στρατηγικός ορθολογισμός όσον αφορά τα προαναφερθέντα προϋποθέτει κάτι σημαντικό. Ανεξάρτητα προσωπικών γνωμών ή επιθυμιών του καθενός υπάρχει κάτι που κείται πέραν και υπεράνω ως έσχατη λογική πέραν υποκειμενισμών και αξιολογήσεων: Στον ανελέητο κρατοκεντρικό κόσμου που δεν προβλέπεται να αλλάξει στο ορατό μέλλον κάθε κράτος είναι ο θεσμός συλλογικής ελευθερίας της κοινωνικής οντότητας που περικλείει η Επικράτειά του.

Γι’ αυτό η εθνική ανεξαρτησία είναι έσχατη κοσμοθεωρητική λογική και η επαρκής ισχύς που διασφαλίζει την Επικράτεια που προβλέπουν οι Συνθήκες προϋπόθεση επιβίωσης, ευημερίας, ευνομίας, ευταξίας και ασφάλειας.

Εξ ου σε κάθε βιώσιμο κράτος οι φορείς επιστημονικών τίτλων και οι φορείς πολιτικής ευθύνης καλό είναι να διακρίνουν μεταξύ πραγματικότητας και ιδεολογικών –και μάλιστα εσχατολογικά φορτισμένων– θέσεων για το κράτος, τον ρόλο του, την ασφάλειά του, την ακεραιότητά του, τα συμφέροντα της κοινωνίας που αυτά συνεπάγονται, την διεθνή πολιτική και τις στρατηγικές εξελίξεις.