Εσείς αναγνωρίσατε τον φονιά της διπλανής πόρτας;

Τον φίλο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη (Γ. Σεφέρης)
Open Image Modal
THANASSIS STAVRAKIS via Getty Images

Ζητώ συγγνώμη για τον σοκαριστικό τίτλο, αλλά ομολογώ την ιδιοτέλειά μου: μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό ειδήσεων και απόψεων έπρεπε να βρω έναν τρόπο να ακουστεί και η δική μου φωνή! Πιστεύω, όμως, στο τέλος να συμφωνήσετε πως ο τίτλος δεν υπερβάλλει, αλλά ανταποκρίνεται στην τρέχουσα πραγματικότητα.

“Φαίνεται ότι για τη χώρα μας η επιδημία ετούτη δοκιμάζει επιπλέον και μια μακραίωνη νοοτροπία, η οποία ενδέχεται υπό τις παρούσες συνθήκες να αποβεί καταστροφική. Μιλώ για την αντιδραστικότητα απέναντι στις απαγορεύσεις, για τη δυσπιστία μπροστά στην επιστήμη...”

Είναι φανερό πως η επιδημία την οποία ζούμε δοκιμάζει το αίσθημα ευθύνης όλων των πολιτών. Γενικότερα για τη Δύση θέτει σε δοκιμασία την διάχυτη κουλτούρα ατομισμού, κατά την οποία έχει προτεραιότητα η ατομική επιθυμία έναντι της συλλογικότητας. Μοναδικό (αλλά όχι πλήρως αποτελεσματικό) ανάχωμα της Νεωτερικότητας ώστε να μην καταστρέψει το αναδυθέν άτομο την κοινωνία: οι νόμοι και οι θεσμοί.

Αλλά φαίνεται ότι για τη χώρα μας η επιδημία ετούτη δοκιμάζει επιπλέον και μια μακραίωνη νοοτροπία, η οποία ενδέχεται υπό τις παρούσες συνθήκες να αποβεί καταστροφική. Μιλώ για την αντιδραστικότητα απέναντι στις απαγορεύσεις, για τη δυσπιστία μπροστά στην επιστήμη, για την ανικανότητα να προνοήσουμε αντί να τρέχουμε εκ των υστέρων, για την απροθυμία να συνεργασθούμε, για την αδιαφορία προς τους συνανθρώπους μας όταν δεν πρόκειται για συγγενείς και φίλους μας κ.π.ά.

Σε προηγούμενο κείμενο, σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, είχα επισημάνει το νέο ταξικό χάσμα, αυτή τη φορά στο πεδίο της υγείας, το οποίο σχηματίζουν, από τη μια η άγνοια και, από την άλλη, η κουλτούρα του εξυπνακισμού. Σε άλλο είχα δημοσιεύσει στοιχεία που δείχνουν ότι λειτουργούμε σαν αυτοκτονούσα κοινωνία. Σ’ ετούτο το σύντομο σημείωμα θέλω να χρησιμοποιήσω την αντιμετώπιση της επιδημίας από την κοινωνία μας ως ευκαιρία να θυμηθούμε την κοινοτοπία του κακού.

“Σήμερα είμαστε πολίτες: η ιδιότητα αυτή λειτουργεί επαρκώς μόνο στο βαθμό που έχουμε εσωτερικεύσει την κοινωνία ως πλαίσιο αναφοράς. Αλλιώς, έχουμε καρικατούρα πολίτη: διεκδικούμε τα δικαιώματά του αλλά αρνιόμαστε να προσδιορισθούμε μέσα απ’ αυτήν όταν προκύπτουν υποχρεώσεις.”

Οι επιστήμονες μάς εξήγησαν με σαφήνεια ότι, αν συμπεριφερθούμε ανεύθυνα, ενδέχεται να οδηγήσουμε κάποιον ανυποψίαστο στον θάνατο. Μοιάζει αλλόκοτο, για μερικούς και άδικο, να βλέπουμε ανέμελους νέους της καφετέριας και του κλάμπ ως δυνητικούς δολοφόνους. Είναι λογικό σαν πρώτη αντίδραση. Ποιος έχει συνηθίσει να σκέφτεται ότι δεν θα μάθει πόσους άθελά του σκότωσε, ούτε και πόσους άθελά του έσωσε; Πώς να λάβει τα αναγκαία μέτρα αφού δεν θα τους γνωρίσει ποτέ προσωπικά;

Η δυσκολία αυτή είναι εύλογη όταν κοιτάξεις το θέμα από την πλευρά του ατόμου, το οποίο έχει ανάγκη από εμπειρική εποπτεία προκειμένου να συνειδητοποιήσει κάτι. Αλλά εδώ και πολλούς αιώνες δεν υπάρχει πια σκέτο απογυμνωμένο άτομο. Στην παραδοσιακή κοινωνία ήταν ενταγμένο στις συλλογικότητες, ενώ στη νεωτερική υπόκειται στους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς. Σήμερα είμαστε πολίτες: η ιδιότητα αυτή λειτουργεί επαρκώς μόνο στο βαθμό που έχουμε εσωτερικεύσει την κοινωνία ως πλαίσιο αναφοράς. Αλλιώς, έχουμε καρικατούρα πολίτη: διεκδικούμε τα δικαιώματά του αλλά αρνιόμαστε να προσδιορισθούμε μέσα απ’ αυτήν όταν προκύπτουν υποχρεώσεις.

“Στην εποχή μας δεν υπάρχουν πλέον ως καμουφλάζ ιδεολογικά άλλοθι (αφού πέθαναν οι ιδεολογίες), υπάρχει όμως κάτι ισχυρότερο: το «ανθρώπινο πρόσωπο» της καθημερινότητας με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι και το οποίο ουδέποτε υποπτευόμαστε.”

Όταν η Χάννα Άρεντ εισήγαγε την φράση που έκτοτε έμεινε ιστορική, το πλαίσιο της εποχής τοποθετούσε την κοινοτοπία του κακού στη συνειδητή συμμετοχή. Η συνέργεια στο κακό, στο όνομα της εκτέλεσης διαταγών, από φιλήσυχους κατά τα άλλα πολίτες μπορούσε τότε να αναγνωρισθεί (αν και όχι από όλους) ως απομυθοποίηση της όψης του τέρατος. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποδείχτηκε πως η φονική δραστηριότητα δεν απαιτεί δράστες σημαδεμένους εξωτερικά σαν φρικαλέους. Ο φορέας του κακού απομυθοποιήθηκε, κάτι το οποίο έριξε φως στις επιθετικές ενορμήσεις που ο καθένας μας κρύβει στο βάθος του και αποκάλυψε ότι, πίσω από τα ιδεολογικά άλλοθι, δεν αντιλαμβανόμαστε πάντα το ότι μπορούν να γίνουν καταστροφικές.

Στην εποχή μας δεν υπάρχουν πλέον ως καμουφλάζ ιδεολογικά άλλοθι (αφού πέθαναν οι ιδεολογίες), υπάρχει όμως κάτι ισχυρότερο: το «ανθρώπινο πρόσωπο» της καθημερινότητας με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι και το οποίο ουδέποτε υποπτευόμαστε. Είναι δυνατόν ο φιλότιμος γιός μας, η αγαπητή ξαδέλφη μας, ο καλοκάγαθος θείος μας, η χρυσή κουμπάρα μας κ.ο.κ. να σκοτώσουν άνθρωπο; Ούτε μυρμήγκι δεν έχουν πειράξει.

Η ιδιοφυία του Ντοστογιέφσκι εισήγαγε την έννοια της κοινοτοπίας του κακού πολύ πριν από την Χάννα Άρεντ, σε ανύποπτο χρόνο και εκτός ιστορικού πλαισίου. Ίσως γι’ αυτό πέρασε απαρατήρητη. Ακόμη και σήμερα δεν έχω δει να σχολιάζεται κάπου, να γίνεται αναφορά σ’ αυτήν την μνημειώδη σκηνή. Στους «Αδελφούς Καραμάζοφ» ο Ιβάν βρίσκει στο σπίτι του τον διάβολο σαν ένα μεσήλικα κουρασμένο και συνηθισμένο άνθρωπο. Και πιάνει συζήτηση μαζί του.

Αυτή η φαινομενικά αθώα αλλά «διαβολική», δηλαδή μαζικά καταστροφική, δράση ήδη προ πολλού έχει κάνει αισθητή την παρουσία της στην ελληνική κοινωνία, αν και ποτέ δεν αναγνωρίσθηκε ως τέτοια. Το παθητικό κάπνισμα, η ανθυγιεινή διατροφή, η επικίνδυνη και ανεύθυνη οδήγηση κ.ά. βλάπτουν τη ζωή, την υγεία, την αρτιμέλεια, και την τσέπη πολλών αθώων. Επειδή πρόκειται για διαρκείς καταστάσεις, για τις οποίες δεν εκδόθηκε ποτέ οδηγία συναγερμού, οι ιατρικές επισημάνσεις και οι νομοθετικές ρυθμίσεις δεν λαμβάνονται υπόψη ακόμη από πολλούς. Χρειάσθηκαν οι ραγδαίες εξελίξεις και η διεθνής κινητοποίηση από τον κορονοϊό προκειμένου να πεισθούμε (και ακόμη όχι όλοι!) ότι ο θάνατος τον οποίο άθελά μας ενδέχεται να φέρουμε πάνω μας δρα ανεξάρτητα από την καλή μας καρδιά και από τον συμπαθητικό μας χαρακτήρα.

“Είναι αδιανόητο να αντιμετωπίζουμε τις ζωές των άλλων με παιγνιώδη τρόπο.”

Η συνειδητοποίηση των παραπάνω, αν φυσικά παραμείνει και μετά την πανδημία (πράγμα καθόλου βέβαιο), θα επιφέρει ψυχική ενηλικίωσή μας ως πολιτών. Θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε ότι είναι αδιανόητο να αντιμετωπίζουμε τις ζωές των άλλων με παιγνιώδη τρόπο. Θα κάνει να εκλείψουν φαινόμενα όπως το να θεωρούμε το χωριό μας σαν «αυλή» μας και όχι ως δημόσιο χώρο, οπότε δεν έχει σημασία πώς οδηγούμε εκεί («θα έλθει η τροχαία να με γράψει μέσα στο χωριό μου;»), ή το να σηκώνουμε από το σούπερ-μάρκετ θηριώδεις ποσότητες αντισηπτικών και υγρών μαντηλιών για τα παιδιά μας, λές και δεν υπάρχουν στον κόσμο άλλα παιδιά και άλλοι γονείς. Θα συντελέσει στο να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας συνειδητοποιώντας ότι πέρα από το σόϊ μας υπάρχουν πολλές άλλες ανθρώπινες υπάρξεις με όνειρα σαν εμάς, όχι κατώτερες από τον εαυτό μας και από τους δικούς μας.

Παιδεία, Πολιτεία, Εκκλησία, με αφορμή αυτές τις ιστορικές εξελίξεις τις οποίες ζούμε, έχουν το χρέος στο εξής να διδάσκουν πιο ξεκάθαρα την κοινωνική ηθική. Σε περιπτώσεις κοινών εκτεταμένων κινδύνων λογοδοτούμε στον συνάνθρωπο, όχι στην οικογένεια.

Ελπίζω να κατάλαβαν οι αναγνώστες ότι το κείμενο αυτό δεν αποτελεί καταγγελία. Είναι μάλλον ένα δοξαστικό στην βαθειά ενότητα της ανθρώπινης φύσης και στην πολύπλευρη αλληλεξάρτησή της. Και μαζί είναι ένας θρήνος επειδή δεν το έχουμε ακόμη αντιληφθεί.