Φοβικοί (και) με την ιστορία μας

Η ιστορία του πολιτισμού γράφεται λαμβάνοντας υπόψη τον σεβασμό στον δημόσιο χώρο και όχι στα σπίτια μας.
Open Image Modal
Shutterstock

Ίσως η Αθήνα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που μπορείς να βρεθείς σε ένα περιαστικό δάσος, όπως της Πάρνηθας, τόσο κοντά στο κέντρο της πόλης και μάλιστα με δεκεμβριάτικη λιακάδα που θυμίζει ώριμη άνοιξη. Υπάρχουν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις να νιώσεις ευδαίμων ως κάτοικος της πρωτεύουσας, μέχρι που τα βήματα σου σε φτάνουν στο δασόκτημα του Τατοΐου και ανακαλύπτεις και πάλι όλα τα διαχρονικά μας κόμπλεξ, συμπλέγματα και φοβίες. Αυτό που μου δημιούργησε αλγεινή εντύπωση ήταν το πόσα λίγα έχουν αλλάξει από την πρώτη φορά που επισκέφτηκα τον χώρο, σχεδόν 20 χρόνια πριν.

Το ανακτορικό συγκρότημα του Τατοΐου μου φαινόταν πριν δύο δεκαετίες σαν ένα μέρος «θαμμένο» στον χρόνο. Οι εικόνες κυριολεκτικά μου θύμιζαν παραμύθια των αδερφών Γκριμ. Που αλλού στην πόλη μπορούσες να δεις ένα τέτοιο αμάλγαμα βαυαρικής, ρωσικής και γαλλικής αρχιτεκτονικής «δεμένης» με νεοκλασικά στοιχεία και μάλιστα μέσα σε ένα συγκλονιστικό φυσικό τοπίο; Τότε ήταν και λίγοι οι αθηναίοι που ανακάλυπταν, ίσως τυχαία, την πρώτη είσοδο του δασοκτήματος και είχαν το κουράγιο να περπατήσουν ως το κεντρικό κτίριο. Πάντα αναρωτιόμουν πόσοι από αυτούς ξέρουν για τον χώρο. Πόσοι γνωρίζουν το πώς αγοράστηκε, πως χτίστηκε, ποιοι το κατοίκησαν, ποιες προσωπικότητες το επισκέφτηκαν, τις καταστροφές που υπέστη και γιατί είναι σε αυτή την κατάσταση.

Σήμερα αυτό το οποίο, πλέον, διαφοροποιεί την νωχελική και στατική εικόνα του παρελθόντος είναι τα κοντέινερ των συντηρητών, αρχαιολόγων και τεχνιτών, μιας και μέρος των αναστηλωτικών έργων και έργων συντήρησης έχουν ενταχθεί στο ΕΣΠΑ, καθώς βέβαια και το μεγάλο πλήθος κόσμου που κινείται στο χώρο για λόγους αναψυχής. Κι όμως, ακόμα και σήμερα, με την σχετική δημοσιότητα της ανάγκης παρέμβασης σε αυτόν τον χώρο, ακούω και τώρα συμπολίτες μου να μιλάνε μεταξύ τους και να αναρωτιούνται πως ήρθε στον Όθωνα(!) να χτίσει σε αυτό τον χώρο τη θερινή του κατοικία. Αυτή η άγνοια ή ημιμάθεια του πολίτη είναι διαχρονική. Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες σύστασης του ελληνικού κράτους και από τις αρχές της διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης, οι έλληνες είχαμε την έμφυτη ή ίσως κατευθυνόμενη τάση να θάβουμε τμήματα της ιστορία μας. Και όντως ισχύει. Έπρεπε να τελειώσω το σχολείο, να ενηλικιωθώ και να μάθω μέσα από τις δικές μου αναζητήσεις πως τον 13ο αιώνα τα καλύτερα γαλλικά στην Ευρώπη δεν μιλιούνταν στο Παρίσι αλλά στις ακτές της Ηλείας και της Μεσσηνίας και ότι η αυλή της Ανδραβίδας ήταν παράδειγμα ιπποσύνης για όλη την Ευρώπη. Πόσο πολύ θάφτηκαν οι αιώνες της φραγκοκρατίας στη χώρα μας ώστε να υποτιμηθεί πολιτιστικά και πνευματικά και να δοθεί έμφαση στη συνέχεια του Βυζαντίου έως το 1453;

Επανερχόμενος στο πολύ σύγχρονο θέμα του Τατοΐου, οι σχεδιασμοί για αξιοποίηση του χώρου και η δημιουργία ενός θεματικού πάρκου σκοντάφτει μάλλον σε ιδεοληψίες και φοβίες που ίσως μας καλλιέργησε και η μονοδιάστατη παιδεία που αποκτήσαμε ως μαθητές η οποία πέρασε, υποσυνείδητα, και στις «ώριμες» αντιλήψεις μας όταν γίναμε πολίτες με άποψη και έχοντας, κάποιοι από εμάς, αποκτήσει και λόγο στις κρατικές πολιτικές. Η μοναρχία στην Ελλάδα υπήρξε ανέκαθεν κάτι δαιμονοποιημένο οπότε έπρεπε, μετά το 1974, να διαγραφεί ότι, άμεσα ή έμμεσα, την θυμίζει. Αυτό το άτυπο «Damnatio memoriae», η καταδίκη της μνήμης δηλαδή, λειτούργησε ικανοποιητικά και μάλιστα σε πολύ γρήγορο διάστημα. Δεν είμαι εδώ για να κρίνω τις αστοχίες, τα λάθη και τη συνεισφορά της ελληνικής δυναστείας. Είμαι από αυτούς που θεωρούν πως το πολιτειακό ζήτημα έχει κλείσει πάνω από 40 χρόνια τώρα. Δεν μπορώ όμως να δεχτώ πως έθνη που έζησαν άκρατο κομμουνισμό και τα οποία είχαν μακραίωνη μοναρχική παράδοση αποδέχτηκαν το παρελθόν τους και το τιμούν όπως πρέπει, αποκομίζοντας και οφέλη από αυτό, ενώ εμείς εδώ εξακολουθούμε να προσπαθούμε να θάψουμε αυτό που ιδεολογικά ή πολιτικά δεν μας αρέσει, δείχνοντας απρέπεια, έλλειψη σεβασμού και κυρίως αφήνοντας το στη λήθη και την παρακμή.

Εν έτει 2018 δεν έχουμε το περιθώριο να εθελοτυφλούμε. Η πραγματικότητα μας ξεπερνάει και εμείς απλά παρακολουθούμε τις καλές πρακτικές και δεν μπορούμε να τις υιοθετήσουμε. Το Τατόι είναι μόνο ένα παράδειγμα των συμπλεγμάτων που έχουμε ως έθνος, πράγμα που δεν μας κολακεύει. Δεν πρόκειται να γίνει παλινόρθωση αν κάνουμε το αυτονόητα σωστό απέναντι στην χώρα μας, στις επόμενες γενιές και σε εμάς τους ίδιους. Εξακολουθώ να πιστεύω πως η ιστορία του πολιτισμού γράφεται λαμβάνοντας υπόψη τον σεβασμό στον δημόσιο χώρο και όχι στα σπίτια μας.