Σωστή ή λάθος η απόφαση;
Open Image Modal
.
Eurokinissi

Κατά τη συζήτηση ενώπιον της Βουλής νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης κατατέθηκε υπό του Υπουργού Υγείας η εξής τροπολογία: «Τα μέλη της Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού, της Επιτροπής  Αντιμετώπισης Εκτάκτων Συμβάντων Δημόσιας Υγείας από λοιμολόγους παράγοντες της Εθνικής Επιτροπής  Εμβολιασμών δεν ευθύνονται, δεν διώκονται και δεν εξετάζονται για γνώμη που διατύπωσαν ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκησιν των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της λειτουργίας της ως άνω επιτροπής. Δίωξη επιτρέπεται μόνον για συκοφαντική δυσφήμηση ή εξύβριση.».

Η τροπολογία αυτή ψηφίστηκε νόμιμα και μόλις δημοσιευθεί στην Εφημερίδα του Κράτους θα ισχύει ως νόμος του κράτους και θα παράγει έννομες συνέπειες.

Η θέσπιση της διάταξης αυτής προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων με πολιτική κατεύθυνση, δυσμενή σχόλια στα ΜΜΕ και στο διαδίκτυο και πολλά ερωτηματικά για το εσπευσμένο δια τροπολογίας θεσπίσεως της, για το ποια σκοπιμότητα εξυπηρετούσε και κυρίως για την αποτελεσματικότητα της.

Το όλο ζήτημα εμφανίζει εκ πρώτης όψεως πολλές παραμέτρους, αλλά δεν πρόκειται να ασχοληθώ με την πολιτική διάσταση, γιατί η ερμηνεία και ο σκοπός που δίδεται στη διάταξη εξαρτάται από την πολιτική τοποθέτηση καθενός. Ούτε πρόκειται να ασχοληθώ με το παρασκήνιο (εάν υπάρχει) για την θέσπιση της, το οποίο άλλωστε δεν είναι δυνατόν  γνωρίζω.

Θα ασχοληθώ μόνο όσον αφορά την αστική και ποινική ευθύνη των λοιμολόγων μελών των ως άνω επιτροπών, καθόσον από απλή ανάγνωση της διάταξης προκύπτει πως αυτή δεν έχει εφαρμογή για μέλη των επιτροπών που δεν έχουν την ιδιότητα αυτή.

Τα μέλη των παραπάνω επιτροπών, ασχέτως της επαγγελματικής ιδιότητας που έχουν με τον διορισμό και την συμμετοχής τους σε αυτές κατά την άσκηση της προσωρινής αυτής δημόσιας υπηρεσίας, είναι από ποινικής άποψης δημόσιοι υπάλληλοι ( αρθ.13 περ.α Π. Κ) και ευθύνονται ποινικά δια τα κακουργήματα ή πλημμελήματα που κατά την άσκηση των ως άνω καθηκόντων τους και με οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής που από δόλο διέπραξαν.

Η συμμετοχή τους στις παραπάνω επιτροπές που συνίσταται στη διατύπωση γνώμης ή και ψήφου, όταν χρειάζεται ο κατά πλειοψηφία  σχηματισμός γνώμης, δεν αποτελεί  εκτελεστή διοικητική πράξη και ούτε είναι δεσμευτική για τον αρμόδιο κυβερνητικό ή διοικητικό παράγοντα, που θα εκδώσει ή δεν θα εκδώσει την  εκτελεστή διοικητική πράξη για την λήψη ή μη συγκεκριμένων μέτρων σχετικών για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Και νοείται οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής στις ενδεχόμενες ευθύνες του αρμοδίου, που έχει μόνον αυτός την ευθύνη της αποφάσεως του.

Εξάλλου, για την θεμελίωση της ευθύνης  για την καταβολή αποζημιώσεως σε ζημιωθέντα από πράξη των ως άνω επιτροπών, απαιτείται υπαίτιος και παράνομος πράξη του  υπόχρεου δηλαδή του Ελληνικού Δημοσίου και του υπαίτιου προσώπου (αρθ,  105 ΕΙΣΝΑΚ) που σύμφωνα με τα παραπάνω δεν συντρέχουν στη περίπτωση των μελών των ως άνω επιτροπών.

Επομένως, φαίνεται εκ πρώτης όψεως, πως η διάταξη, ότι τα μέλη των παραπάνω επιτροπών δεν ευθύνονται, ούτε διώκονται, ετέθη ως εκ περισσού, όπως  κυβερνητικοί βουλευτές παραδέχθηκαν και δεν θεσπίσθηκε το ακαταδίωκτο αυτών γιατί δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη.

Ενδεχομένως όμως να μην είναι πολιτικά correct, άλλωστε  και στο παρελθόν είχαν θεσπισθεί διατάξεις που προέβλεπαν το ακαταδίωκτο, είτε ευθέως, είτε δια της παραγραφής, που υπέκρυπτε αμνηστία, αδικημάτων (Ολ.Α.Π.11/2001).

Η θέσπιση όμως της διατάξεως αυτής αποτελεί επιβεβαίωση μιας από τις  ατέλειες, που παρουσιάζει το δικαιικό μας σύστημα.

Δηλαδή για να γίνει δεκτό ότι κάποιος ενώ δεν ευθύνεται σύμφωνα με το νόμο ποινικά ή αστικά, απαιτείται δικαστική διαδικασία, που σημαίνει δαπάνη κυρίως με την αναλογική με το αντικείμενο δικηγορική αμοιβή, σπατάλη χρόνου και ταλαιπωρία για την οργάνωση της υπερασπίσεως του και την  μετάβαση στα δικαστήρια, τα οποία θα μπορούσαν να αποφευχθούν αν υπήρχε ένα αξιόπιστο προκαταρκτικό στάδιο μελέτης των υποθέσεων πριν την έναρξη της διαδικασίας για την αποφυγή άσκοπων διαδικαστικών πράξεων.

Η παραπάνω διάταξη, ότι δεν εξετάζονται για γνώμη, κατά στενή ερμηνεία, σημαίνει ότι δεν καλούνται για εξέταση στα πλαίσια μιας προκαταρκτικής ή διοικητικής εξέτασης για τη λειτουργία των παραπάνω επιτροπών, πιστεύω όμως ότι τελικά θα γίνει δεκτό  το σκοπούμενο με την διάταξη αυτή, δηλαδή ότι εισάγεται απαγόρευση, όπως έχει θεσπισθεί και για  άλλες περιπτώσεις, εξετάσεως τους από τα ποινικά ή αστικά δικαστήρια για τα ίδια θέματα, που αφορούν επιστημονική γνώμη και όχι πραγματικά περιστατικά, είτε για λόγους απορρήτου, εάν υπάρχει, είτε προς αποφυγήν ασκόπου ταλαιπωρίας τους.

Το ζήτημα του εάν θα πρέπει να δημοσιοποιούνται τα πρακτικά συνεδριάσεως των παραπάνω επιτροπών μεσούσης της πανδημίας είναι ένα άλλο ευαίσθητο θέμα, που ενέχει πολιτική χροιά, αλλά δεν συνδέεται με την παραπάνω διάταξη.

 

Λέανδρος Τ.Ρακιντζής, Αρεοπαγίτης ε.τ.