Luxury τουριστικά brands στην Ελλάδα και υπερτουρισμός

Άνοδος 43% στο τουριστικό performance της χώρας μετά την πανδημία.
|
Open Image Modal
=
Marcos del Mazo via Getty Images

Η στροφή των επενδυτών σε πολυτελή brands, είναι κάτι που θα έχει μέλλον στη χώρα μας.

Κατά τη διάρκεια της Prodexpo, ο Αλεξ Πιπιλής, Head of Hospitality & Business Development της Prodea, τόνισε ότι η κατεύθυνση της Prodea Ιnvestments είναι προς το luxury τουριστικό προϊόν, καθώς μετά τη λήξη της πανδημίας,υπήρχε μεταστροφή για κάτι πιο πολυτελές, με περισσότερο διαθέσιμο χώρο ανά άτομο. Κατά τον ίδιο, η σωστή στρατηγική είναι αυτή ενός branded ξενοδοχείου, δεδομένου ότι φέρνει περισσότερο κόσμο λόγω αναγνωρισιμότητας και είναι πιο εύκολο στην δημιουργία του.

O Κώστας Σιδέρης, Chief Operating Officer της Inventio, ανέφερε ότι εκπροσωπεί την ΗΙG Capital στην Ελλάδα, η οποία διαθέτει 19 γραφεία σε όλον τον κόσμο, με έμφαση στο hospitality. Τα Ella Resorts άνοιξαν, υπό αυτό το brand, στην Ελλάδα το 2021 με πιο πρόσφατη επιχειρηματική κίνηση, την εξαγορά ξενοδοχείου στην Κρήτη, το οποίο θα εγκαινιαστεί μέσα στο 2024. Όπως, επίσης, πρόσθεσε, υπάρχει πλάνο για ανακαίνιση στο ξενοδοχείο της Κέρκυρας, με την εταιρεία, τα επόμενα χρόνια, να έχει στόχο για 6000 δωμάτια στην Ελλάδα και 10.000 δωμάτια στη Μεσόγειο.

Το νέο ξενοδοχειακό πόλο σύστησε ο Ανταμ Κονιέτσνι, Development Director Europe, Louvre Hotels Group. Όπως ανέφερε ο  εκπρόσωπος της Louvre Hotel «έχουμε μεγάλη διάθεση να αναπτυχθούμε στην Ελλάδα, η εταιρεία μας «τρέχει» τριάστερα ξενοδοχειακά προϊόντα, με 3 διαφορετικά Brands στα τριάστερα και τετράστερα ξενοδοχεία. Θέλουμε να μεγαλώσουμε στη χώρα, και μέσω franchise, ερχόμαστε με δικούς μας συνεργάτες που ήδη επενδύουν, σε κράτη όπως η Ολλανδία και η Ουγγαρία και τώρα έρχονται να επενδύσουν στην Ελλάδα».

Κατά τον ίδιο, μία από τις τουριστικές αγορές που ενδιαφέρεται πολύ για την Ελλάδα είναι η Κίνα, ιδίως μετά τον Covid, με τους επισκέπτες από τη μακρινή αυτή χώρα να προτιμούν τα αξιοθέατα περισσότερο από τον ήλιο και τη θάλασσα.

Κατά τον Βασίλη Φωτόπουλο, Associate Director, Hospitality Colliers Greece, υπάρχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για να εισέλθουν ξένα ξενοδοχειακά brands στην Ελλάδα, καθώς διαπιστώνεται κενό σε αυτόν τον τομέα της φιλοξενίας. Μόνο το 9% των Brands στην Ελλάδα είναι διεθνές, όταν στην Ιταλία αυτό το ποσοστό είναι στο 22% και ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 45%. Σύμφωνα με τον ίδιο, στην Ελλάδα μπορεί να αναπτυχθει τόσο το Luxury, όσο και το Mid scale, όσο και το Economy κομμάτι του τουρισμού, υπάρχει χώρος για ανάπτυξη όλων των βαθμίδων φιλοξενίας, με κατεύθυνση πλέον στον τουρισμό ως εμπειρία.

Η ανθεκτικότητα του τουρισμού στη χώρα μας υπό την απειλή του υπέρ-τουρισμού

Η Αδαμαντία Φωκά, Senior Business Development Μanager Hospitality, Health & IRC της Lamda Development, έθιξε το ενδεχόμενο υπερτουρισμού στην Ελλάδα, το οποίο πρέπει να εντοπιστεί εγκαίρως, καθώς πλέον στη χώρα δεχόμαστε πάνω από 30 εκατ. ξένους επισκέπτες. Για το στέλεχος της Lamda Development, βιώσιμος τουρισμός είναι αυτός που λαμβάνει υπόψη του τον αντίκτυπο στην κοινωνία και το περιβάλλον, με την ίδια να σημειώνει ότι υπάρχει ανάγκη για μετάβαση στον αναγεννητικό τουρισμό, που αφήνει θετικό αποτύπωμα στο χώρο που συμβαίνει. Ωστόσο, αυτή η κίνηση θα πρέπει να γίνει από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς συνδυαστικά και να υπάρχει ένα συγκεκριμένο σχέδιο.

Η Αφροδίτη Αρβανίτη, Group Director of Operations, Domes Resort - Marriott International, υποστήριξε ότι σε σχέση με τον πιθανό υπερτουρισμό, ο στόχος είναι να γίνει ένας συνδυασμός κινήσεων, στις οποίες να συμμετάσχουν ο δήμος και η κοινότητα που θα πρέπει να ακολουθήσουν μια πολιτική και μια στρατηγική. Όπως ανέφερε, η επιμήκυνση της τουριστικής σεζόν έρχεται μαζί με τις αντίστοιχες υποδομές, που θα πρέπει να είναι φιλικές προς το περιβάλλον, πάντα σε συνδυασμό με το υπόλοιπο οικοσύστημα. Η, δε, υπερφορολόγηση ως αντίδραση δεν είναι η κατάλληλη τακτική, καθώς μπορεί να λειτουργήσει αντίθετα. Η Αφροδίτη Αρβανίτη έκανε, επίσης, ιδιαίτερη μνεία στην περίπτωση της Ρόδου, καθώς, όπως σημείωσε, οι πυρκαγιές αντιμετωπίστηκαν συντονισμένα και υπήρξε πολύ καλή επικοινωνιακή διαχείριση και σε αυτο το πλαίσιο, ενώ εξήρε την ανάγκη ασκήσεων ετοιμότητας για πιθανές καταστροφές, από τον ξενοδοχειακό κλάδο.

Το παράδειγμα της Βενετίας σε ό,τι αφορά τον υπερτουρισμό έφερε η Πάουλα Μπούρας, Managing Partner- White Deals Real Estate & Advisory board member, RICS Greece: Με 50.000, μόλις, μόνιμους κατοίκους η Βενετία δέχεται ετησίως 30 εκατ. επισκέπτες και αντιμετωπίζει πλέον ορατά προβλήματα, καθώς είναι χτισμένη σε κορμούς δένδρων και συνιστά μια πόλη 1000 ετών. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, στην πόλη αυτή υπάρχουν σωστή οργάνωση, καθαριότητα και συντονισμός με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Κατά την κα Bouras, για να είναι ένας προορισμός ανθεκτικός, θα πρέπει να προετοιμαστεί για το μέλλον και στην περίπτωση της Βενετίας, οι αρχές επιθυμούν, πέρα από τον τουρισμό, να αναπτύξουν την τοπική παραγωγή και την ιδιωτική εκπαίδευση, μέσω των πανεπιστημίων που υπάρχουν εκεί.

Η πρόεδρος του ΕΟΤ Άντζελα Γκερέκου εξήγησε ότι το τουριστικό προϊόν είναι ευαίσθητο, όμως η Ελλάδα μπορεί να το διαχειριστεί με επιτυχία. «Είναι η ώρα για ένα μοντέλο ανάπτυξης που να σέβεται τον άνθρωπο, το περιβάλλον, τον τοπικό χαρακτήρα των κοινωνιών, τους ανθρώπους που ζουν εκεί. Στόχος είναι η δημιουργία ενός αειφόρου τουριστικού μοντέλου, με υγιείς επιχειρήσεις και ανθεκτικές θέσεις εργασίας για το προσωπικό, που είναι ο στυλοβάτης του τουρισμού» δήλωσε χαρακτηριστικά, συμπληρώνοντας ότι μόνο με συντονισμένες ενέργειες η χώρα θα αποτελέσει παράδειγμα βιώσιμου πολιτισμού. Έκανε, δε, ιδιαίτερη μνεία στη φήμη της Ελλάδας για τις 250 προσβάσιμες για ΑΜΕΑ παραλίες, κάτι που έχει σχολιαστεί θετικά στο διαδίκτυο.

Η Ελλάδα έχει χώρο για διεθνή, luxury brands

Η Θώμη Χριστοδουλοπούλου, Partner της KLC Law Firm, αναφέρθηκε στην αυξητική τάση της παρουσίας των μεγάλων brands στην Ελλάδα και στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, κάνοντας λόγο για σημαντικά ονόματα του χώρου όπως η Hyatt, η Intercontinental που, επίσης, επέκτεινε το ποσοστό της στην περιοχή, ενώ και η Marriott θα αυξήσει σημαντικά τα επόμενα χρόνια την παρουσία της στην Ευρώπη.

Για την ίδια, τα luxury brands, έχουν, πλέον, αυξήσει την παρουσία τους σε πόλεις, όπως η Ρώμη και η Βουδαπέστη. Στην Αθήνα έχουν παρουσία μόνο το Four Seasons και το One Only Aesthesis, άρα υπάρχει χώρος για ανάπτυξη. Για να γίνει, όμως, αυτό υφίστανται σημεία για βελτίωση όπως π.χ. στην αδειοδότηση των διαδικασιών. Κατά την Θώμη Χριστοδουλοπούλου «είμαστε πιο γρήγοροι από την Ιταλία, αλλά πιο αργοί από την Ισπανία και την Πορτογαλία και αυτή η καθυστέρηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στους επενδυτές». Βελτίωση, επίσης, όπως πρόσθεσε, χρειάζεται και η τουριστική νομοθεσία, όπως π.χ. η ενημέρωση του πλαισίου του time sharing, αλλά και το πλαίσιο για τη λειτουργία των Spa στα ξενοδοχεία.

Για τον Ραούλ Λεβί, General Manager του Mandarin Oriental Costa Navarino, η είσοδος του Mandarin Oriental και μεγάλων brands στη χώρα μας συνιστά ένα σημαντικό βήμα, που δημιουργεί τόσο συνέργειες, όσο και ανταγωνισμό, και τα δύο στοιχεία πολύ θετικά για την ανάπτυξη του τουρισμού. Ο Λεβί σημείωσε, εξάλλου, ότι υπάρχει πορεία που πρέπει να διανυθεί και σε σχέση με την τεχνολογία. Η Ιταλία, για παράδειγμα, έχει 1400 ξενοδοχεία και resorts με virtual tours, ενώ στην Ελλάδα είναι μόνο 40.

Επιπρόσθετα, τόνισε ότι το γνωστό brand λειτουργεί θετικά για την προσέλκυση επισκεπτών, καθώς πολλοί τουρίστες δεν θα έρχονταν στην Ελλάδα αν δεν υπήρχε το brand Mandarin Oriental, ανοίγοντας, στην ουσία, μια νέα αγορά. Παρόλα αυτά, συμπλήρωσε ότι υπάρχει χώρος και για τα μικρά boutique hotels στη χώρα μας.

Για την σταδιακή, θετική, αλλαγή της εικόνας της Ελλάδας σε ό,τι αφορά τα μεγάλα ξενοδοχειακά brands έκανε λόγο ο Βασίλης Θεμελίδης, Regional Director South & East Europe της Wyndham, τονίζοντας ότι αυτό γίνεται τα τελευταία 6-7 χρόνια, με την παρουσία πλέον θεσμικών παικτών που επενδύουν στη χώρα, φέρνουν σπουδαία ονόματα της φιλοξενίας και με τον τρόπο αυτό προσθέτουν αξία στο χαρτοφυλάκιό τους.

Τέλος, ο Φρανκ Ρεούλ, VP Development, Accor Premium, Midscale & Economy στην Accor Group, υποστήριξε ότι η φιλοξενία είναι ο καλύτερος και αποδοτικότερος κλάδος στο real estate σήμερα, καθώς είναι leader στις επενδύσεις και τις αποδόσεις, με παραδοσιακές, αλλά και κάποιες πολύ καινοτόμες επενδύσεις να λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια.
Είναι σημαντικό, για τον Ρεούλ, πως, σε ό,τι αφορά τον τουρισμό, ο χρόνος ανάκαμψης μετά την πανδημία ήταν πολύ μικρός και σε αυτό το πλαίσιο η Accor έχει πολλές επενδυτικές ευκαιρίες σε εξέλιξη στην Ευρώπη. Για τον ίδιο, ειδικά η Ελλάδα είχε σημαντική ανάκαμψη, μετά τον Covid, καταγράφοντας 43 μονάδες πιο πάνω, σε επίπεδο τουριστικού performance, με το δίκτυο της Accor να μπορεί να εξελίξει περαιτέρω τις τουριστικές δραστηριότητες και το επιχειρείν στη χώρα.