Ο «Μεγάλος Περίπατος» και οι πολιτικές που θα κάνουν όλες τις πόλεις να δείχνουν ίδιες

Που θα οδηγηθούμε άραγε με αυτήν την μανία διεθνοποίησης και εμπορευματοποιημένου εξωραϊσμού; Σε μια πόλη «περαστικών», δίχως πολίτες;
Open Image Modal
.
Eurokinissi

Η πόλη, ιδίως οι δρόμοι της στο κέντρο, είναι πεδία της παραγωγής. Ιδίως όταν μιλάμε για το διοικητικό κέντρο, πολιτικά και οικονομικά, όλης της χώρας. Το καθημερινό μποτιλιάρισμα, οφείλεται πολύ περισσότερο στις εφοδιαστικές αλυσίδες, και τις μεταφορικές ανάγκες που κάθε εργασία απαιτεί καθημερινά, παρά στο ότι οι άνθρωποι επιλέγουν να κάνουν “βόλτα” με τα ΙΧ τους στο κέντρο τις ώρες αιχμής. Αξίζει να κοιτάξουμε γύρω μας την στιγμή που μποτιλιάρουμε στην Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη, και θα δούμε κάθε λογής επαγγελματικό όχημα, βανάκια, φορτοταξί. 

Διαβάστε επίσης: Ο μεγάλος περίπατος

Αυτήν ακριβώς την διάσταση υποτιμάει η ανάπλαση του Μεγάλου Περιπάτου, και γενικότερα όλο το σκεπτικό υπέρ της απόσυρσης του ΙΧ από το κέντρο, που υπηρετείται πλέον σε όλη την Ευρώπη. Οι παρεμβάσεις αυτής της λογικής – ακατάσχετες πεζοδρομήσεις, ποδηλατόδρομοι που δεν σχεδιάζονται για να υπηρετήσουν μια μεταφορική ανάγκη, αλλά την αναψυχή, μιαν αντίληψη για το πράσινο ακόμα που το χρησιμοποιεί σαν ντεκόρ για τις τουριστικές καρτ ποστάλ. 

“Τα κέντρα των πόλεων στην Ελλάδα υπήρξαν πάντοτε «εκδημοκρατισμένα» στο ότι φιλοξενούσαν στους κόλπους τους κάθε δυνατή δραστηριότητα από χρηματιστές μέχρι μαραγκούς.”

Αυτές οι παρεμβάσεις αλλάζουν βίαια και από τα πάνω τις χρήσεις στην πόλη, επιβάλλοντας σε αυτήν μια την μονοκαλλιέργεια του «φεστιβισμού»: Το κέντρο ως τόπος αναψυχής. Στον αντίποδα, δυσκολεύει η ζωή για τους κατοίκους και τους επαγγελματίες, ιδίως τις βιοτεχνίες και το λοιπό παραγωγικό κομμάτι της οικονομίας. 

Αλλάζοντας όψη, το κέντρο αλλάζει και κοινωνική φυσιογνωμία. Χάνει όμως έτσι και το ιδιαίτερο πρόσωπό του ως πόλη. Τα κέντρα των πόλεων στην Ελλάδα υπήρξαν πάντοτε «εκδημοκρατισμένα» στο ότι φιλοξενούσαν στους κόλπους τους κάθε δυνατή δραστηριότητα από χρηματιστές μέχρι μαραγκούς. Η ταξική και επαγγελματική ποικιλομορφία των πόλεων πλέκει το υφάδι της φυσιογνωμίας τους. Αντιπροσωπεύει γι’ αυτήν ό,τι η βιοποικιλότητα για τα οικοσυστήματα. 

“Σε 20 χρόνια, όπου και να πας θα δείχνει το ίδιο, ενώ η αίσθηση της διαφορετικότητας μέσα από τον εκάστοτε εθνικό χαρακτήρα θα ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν, και θα εκφράζεται μόνον μέσα από τα μνημεία.”

Η τουριστικοποίηση, αντίθετα, έρχεται να ομογενοποιήσει τα ιστορικά κέντρα των πόλεων. Όπου και να πάει κανείς σήμερα στην Ευρώπη θα συναντήσει παντού τις ίδιες τάσεις, και τα αποτελέσματά τους είναι τα ίδια. Το αποτύπωμα της εκάστοτε τοπικής κοινωνίας περιορίζεται με όλο το ιστορικό φορτίο που κουβαλάει μαζί του και στην θέση της εξαπλώνεται η εστίαση, η διασκέδαση, τα ξενοδοχεία και οι βραχυχρόνιες μισθώσεις. Από κοντά έρχεται και η μετανάστευση. Δεν είναι τυχαίο, μιας και το πολυεθνικό εργατικό δυναμικό της καλύπτει την πλειοψηφία των αθέατων, ή των απρόσωπων θέσεων αυτής της οικονομίας. Υπάρχει, επομένως, μια συμβιωτική σχέση μεταξύ των δυο φαινομένων.   

Το αποτέλεσμα; Πηγαίνουμε σε ιστορικά κέντρα δίχως πολίτες – ένα Παρίσι δίχως παριζιάνους, μια Αθήνα χωρίς Αθηναίους. Έτσι, όμως, συντελείται εν τοις πράγμασι η ισοπέδωση της φυσιογνωμίας όλων των κέντρων στις ευρωπαϊκές πόλεις. Σε 20 χρόνια, όπου και να πας θα δείχνει το ίδιο, ενώ η αίσθηση της διαφορετικότητας μέσα από τον εκάστοτε εθνικό χαρακτήρα θα ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν, και θα εκφράζεται μόνον μέσα από τα μνημεία. 

“Αν θέλουμε «Μεγάλους Περιπάτους» ας τους θεσμοθετήσουμε την Κυριακή, κάθε Κυριακή, ενδεχομένως και ριζοσπαστικότερα. Έτσι θα μπορέσουν να συνυπάρξουν μαζί όλες οι λειτουργίες της πόλης, και αυτήν ως τόπου αναψυχής. Αυτού του τύπου η ευελιξία είναι το ζητούμενο...”

Αξίζει να αποφύγουμε αυτό το μέλλον, και γι’ αυτό θα πρέπει να θέσουμε ως κριτήριο της κάθε τοπικής πολιτικής, το να προάγει την συνοχή, και να ενδυναμώνει την τοπική κοινωνία. Σημαίνει αυτό ότι το κέντρο των Αθηνών, ή της Θεσσαλονίκης δεν επιδέχεται μεταρρυθμίσεων; Κάθε άλλο. Απλά οι τελευταίες πρέπει να σέβονται τον πολυμορφικό, πολυλειτουργικό χαρακτήρα της: Αν θέλουμε «Μεγάλους Περιπάτους» ας τους θεσμοθετήσουμε την Κυριακή, κάθε Κυριακή, ενδεχομένως και ριζοσπαστικότερα. Έτσι θα μπορέσουν να συνυπάρξουν μαζί όλες οι λειτουργίες της πόλης, και αυτήν ως τόπου αναψυχής. Αυτού του τύπου η ευελιξία είναι το ζητούμενο. Η μονοκόμματη πολιτική του «Μεγάλου Περιπάτου» συνιστά μετά και από την εμπειρία του αποτελέσματος, ένα καλό αντιπαράδειγμα, που δεν αφορά μόνο στους Αθηναίους, μιας και ήδη στην Θεσσαλονίκη συζητούνται μέτρα που κρύβουν από πίσω τους την ίδια αντίληψη. 

Που θα οδηγηθούμε άραγε με αυτήν την μανία διεθνοποίησης και εμπορευματοποιημένου εξωραϊσμού; Σε μια πόλη «περαστικών», δίχως πολίτες; Σε οποιαδήποτε περίπτωση, ήρθε ο καιρός να ανοίξει η συζήτηση για την φυσιογνωμία των ελληνικών πόλεων στον 21ο αιώνα, ειδάλλως αυτή θα καθοριστεί «πραξικοπηματικά» και εκ των άνω. Αξίζει να σημειωθεί δε, ότι ο «Μεγάλος Περίπατος» στην Αθήνα προωθήθηκε από το Ίδρυμα Ωνάση και υλοποιήθηκε από τον Δήμαρχο Αθηναίων σε ένα έργο που επικαλέστηκε έκτακτη ανάγκη λόγω «κορωνοϊού» για να παρακάμψει επί της ουσίας την τοπική κοινωνία…