Το πλυντήριο του ρατσισμού

Ο νομικός και πολιτικός «πολιτισμός» της Ευρώπης μπορεί να μην βλέπει πνιγμένους στο Αιγαίο, εντούτοις καταφέρνει να διακρίνει ανάμεσα σε πρόσφυγες που πρέπει να δεχτούμε, αλλά, εντάξει, μην τρελαθούμε, δεν χωράμε όλοι εδώ, και σε μετανάστες, που αυτή τη στιγμή μας είναι εξ αρχής αχρείαστοι και ανεπιθύμητοι. Δεν γνωρίζω αν η ΕΕ έχει ήδη σκεφτεί να αναθέσει στη Frontex την αρμοδιότητα να τοποθετεί ταμπελάκια στα πτώματα που ξεβράζει η θάλασσα, αλλά δεν βρισκόμαστε μακριά από αυτό το σημείο.
|
Open Image Modal
Anadolu Agency via Getty Images

Σας παρακαλώ, όση ώρα διαβάζετε αυτό το κείμενο μη σκεφτείτε έναν ελέφαντα. Στο μεταξύ, το λόγο έχει ο Γιώργος Κουμουτσάκος: «Θέλετε να κάνουμε πόλεμο λέξεων ή να δίνουμε απαντήσεις στα προβλήματα, κύριοι;». Με αυτή τη ρητορική ερώτηση, ο βουλευτής της ΝΔ ολοκλήρωσε μια σύντομη παρέμβασή του στο Κοινοβούλιο, με την οποία προσπάθησε να πείσει ότι η χρήση του όρου λαθρομετανάστης μπορεί να δημιουργεί κάποια προβλήματα, όμως δεν γίνεται να ποινικοποιείται. Άλλωστε, συνέχισε, πλάι στο λαθρομετανάστη, υπάρχει ο λαθραναγνώστης, για όσους διαβάζουν παράνομα, ο λαθροκυνηγός, για όσους κυνηγούν χωρίς άδεια, και ο λαθρεπιβάτης, για όσους επιβαίνουν παράνομα -έτσι είναι η ελληνική γλώσσα. Μερικές μέρες αργότερα, ο Τάσος Τέλλογλου υιοθέτησε με τη σειρά του τη «γλωσσολογική» ερμηνεία του Κουμουτσάκου.

Ναι, έτσι είναι η γλώσσα μας. Έτσι λειτουργεί το σύστημα της νέας ελληνικής. Ο κύριος Κουμουτσάκος δεν έκανε τίποτα περισσότερα από το να αναφέρει μερικά παραδείγματα λέξεων που τοποθετούνται στην γκρίζα ζώνη ανάμεσα στις διαδικασίες της παραγωγής και της σύνθεσης, με τις οποίες σχηματίζονται φρέσκες λέξεις στη γλώσσα μας. Επομένως, μπορεί να κατηγορήσει κανείς τη γλώσσα ή τους κανόνες της; Φυσικά και όχι.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σοβαρά προβλήματα με το σόφισμα που επικαλέστηκε ο βουλευτής. Πρόκειται μάλιστα για μια άποψη η οποία υιοθετείται και αναπαράγεται από πολλούς στο δημόσιο λόγο. Η αφηρημένη σημασία, η σημασία που υπάρχει στα λεξικά, της λέξης λαθρομετανάστης είναι «αυτός που μεταναστεύει λαθραία σε μια χώρα, που δεν ακολουθεί τις νόμιμες διαδικασίες μετανάστευσης». Βέβαια, σηκώνει αρκετή συζήτηση πώς ακριβώς ορίζεται το νόμιμος, με ποιου είδους κριτήρια και ποιος ωφελείται από αυτά. Όπως εξίσου προβληματικός είναι και o ορισμός της χώρας και κατ' επέκταση των συνόρων. Αλλά αυτό είναι μια διαφορετική κουβέντα που δεν μπορεί να γίνει εδώ. Καμία σημασία όμως δεν υπάρχει στο μυαλό μας μόνη της ή στο κενό.

Δεν γνωρίζω αν η ΕΕ έχει ήδη σκεφτεί να αναθέσει στη Frontex την αρμοδιότητα να τοποθετεί ταμπελάκια στα πτώματα που ξεβράζει η θάλασσα, αλλά δεν βρισκόμαστε μακριά από αυτό το σημείο.

Κάθε σημασία φέρει πληροφορίες, οι οποίες συνδέονται ή δεν συνδέονται με άλλες πληροφορίες άλλων σημασιών, σχηματίζοντας έτσι νοητικά πλέγματα με τα οποία οργανώνεται η γνώση που έχουμε για τον κόσμο -και η γνώση αυτή αποκτάται μέσω της γλώσσας και αναπαράγεται μέσω της γλώσσας. Ξέρουμε ότι ο ελέφαντας, που κανονικά δεν θα έπρεπε να σκέφτεστε αυτή τη στιγμή, είναι θηλαστικό, έχει γκρι χρώμα και προβοσκίδα, και, επίσης, ξέρουμε ότι το ζώο που είναι ελέφαντας δεν μπορεί να είναι ποντίκι. Ο λαθρομετανάστης ήδη από το «ληξιαρχείο» συνδέεται με την έννοια της παραβατικότητας, ενώ με ένα απλό γκούγλισμα ή μια αναζήτηση στο πιο κατάλληλο για αυτές τις δουλειές Σώμα Ελληνικών Κειμένων, που είναι προσβάσιμο σε όλους, μπορεί κανείς να διαπιστώσει όχι μόνο με ποια άλλα σημασιολογικά πεδία συνδέεται αλλά και σε ποια συμφραστικά περιβάλλοντα εμφανίζεται. Άλλωστε, η σημασία μιας λέξης πολλές φορές χαρακτηρίζεται από μια αύρα, ενεργοποιεί συγκεκριμένες κοινωνικές αξιολογήσεις. Αν κάποιοι θεωρούν ότι η λέξη λαθρομετανάστης είναι μια λέξη ουδέτερη, τότε μάλλον αισθάνονται βολικά με τις αξιολογήσεις που ενεργοποιεί. Ας μην προσπαθούν να τις «ξεπλύνουν» μέσω της γλώσσας.

Κάπως έτσι ερχόμαστε στο δεύτερο πρόβλημα του σοφίσματος. Η γλώσσα, η γλωσσική χρήση, είναι μεν κομμάτι της φύσης μας, αλλά ταυτόχρονα δεν υπάρχει έξω από την ιστορία μας, από τις κοινωνίες μας και τους ομιλητές. Με το λόγο μας αναπαριστούμε την πραγματικότητα και στη συνέχεια συμβάλλουμε στην αναπαραγωγή και τη εδραίωση της. Στο λόγο δεν υπάρχουν υποκείμενα και αντικείμενα. Υπάρχουν κοινωνικοί δράστες που παίρνουν μέρος σε κοινωνικά γεγονότα μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και χρονικό πλαίσιο. Υπάρχουν ταυτότητες που ενεργοποιούνται και ερμηνείες που εδραιώνονται. Όλα αυτά αναπαριστούμε με το λόγο μας και προφανώς για την ίδια πτυχή της πραγματικότητας μπορούν να υπάρξουν διαφορετικές αναπαραστάσεις.

Ο τρόπος λοιπόν με τον οποίο αναφέρεται ένας άνθρωπος ή μια ομάδα ανθρώπων καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο τον βλέπουμε. Θα ήταν ασυγχώρητη αφέλεια να θεωρήσουμε ότι οι αναπαραστάσεις αυτές είναι ουδέτερες ή ότι διαθέτουν την ίδια ισχύ. Ορισμένες κυριαρχούν και νομιμοποιούνται, ενώ άλλες μένουν στο περιθώριο. Μπορεί, λοιπόν, κάποιος να μιλήσει για την προσφυγιά και τη μετανάστευση με όρους λαθρομεταναστών. Ωστόσο, την ίδια ακριβώς στιγμή φανερώνεται και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο. Και ο κόσμος σου είναι ένας κόσμος διαχωρισμών (οι «παράνομοι» vs. οι «νόμιμοι» μετανάστες), μίσους και ρατσισμού. Αυτός είναι τρόπος με τον όποιο θα λύσεις «το πρόβλημα». (Σύντομη παρένθεση: ελπίζω ότι μέχρι τώρα τα έχετε καταφέρει και δεν σκέφτεστε έναν ελέφαντα).

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η «αμηχανία» με την οποία ο κυρίαρχος λόγος προσπαθεί να κατηγοριοποιήσει τους ανθρώπους που φεύγουν από τις χώρες τους και επιθυμούν να εισέλθουν στο ευρωπαϊκό έδαφος. Είναι μετανάστες; Είναι πρόσφυγες; Ναι, αλλά μήπως δεν είναι όλοι πρόσφυγες; Μήπως κάποιοι είναι παράτυποι μετανάστες; Μήπως η νοικοκυρά από το Αφγανιστάν είναι διαφορετική περίπτωση από τη νοικοκυρά της Συρίας; Μήπως ο Πακιστανός εργάτης που έχει φτωχοποιηθεί μέχρι εξαθλίωσης δεν έχει το ίδιο στάτους με τον Σύριο εργάτη;

Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αμηχανία. Είναι η προσπάθεια του κυρίαρχου λόγου -και όσων έχουν πρόσβαση σε αυτόν- να εδραιώσει ταξικές ερμηνείες, να επιβάλλει προνομιακές και μη προνομιακές ομάδες ανθρώπων, να αποκλείσει και εν τέλει να υπενθυμίσει υπόρρητα ότι δεν είμαστε όλοι ίσοι. Αν φαίνεται υπερβολικό, ας σκεφτούμε μόνο με πόση σχολαστικότητα τηρεί τη διάκριση ανάμεσα σε πρόσφυγες και μετανάστες η γραφειοκρατία των Βρυξελλών και των ΜΚΟ. Και ας σκεφτούμε σε τι ακριβώς εξυπηρετεί αυτή η διάκριση. Ο νομικός και πολιτικός «πολιτισμός» της Ευρώπης μπορεί να μην βλέπει πνιγμένους στο Αιγαίο, εντούτοις καταφέρνει να διακρίνει ανάμεσα σε πρόσφυγες που πρέπει να δεχτούμε, αλλά, εντάξει, μην τρελαθούμε, δεν χωράμε όλοι εδώ, και σε μετανάστες, που αυτή τη στιγμή μας είναι εξ αρχής αχρείαστοι και ανεπιθύμητοι. Δεν γνωρίζω αν η ΕΕ έχει ήδη σκεφτεί να αναθέσει στη Frontex την αρμοδιότητα να τοποθετεί ταμπελάκια στα πτώματα που ξεβράζει η θάλασσα, αλλά δεν βρισκόμαστε μακριά από αυτό το σημείο. Στο κάτω-κάτω, εμείς στην Ευρώπη έχουμε περάσει και ένα Διαφωτισμό και δικαιούμαστε να ξέρουμε αν πρόκειται πτώμα μετανάστη ή πτώμα πρόσφυγα ώστε να διαμορφώνουμε αναλόγως τη θλίψη μας. Ο Νίκος Δένδιας, για παράδειγμα, μπορεί και το κάνει μερικές μόνο ώρες μετά από ένα ακόμα πολύνεκρο ναυάγιο:

Πνιγμένοι στο Αιγαίο. Οι δολοφόνοι τους, δηλαδή οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις (ανάμεσα σε αυτές και η ελληνική), δεν θα τους αποκαλέσουν ποτέ έτσι. Αλλά, εντάξει, έχουν εκφράσει την οδύνη και τον προβληματισμό τους για τα ναυάγια.Τι άλλο να κάνουν;

*Ο ελέφαντας που συνόδευσε αυτό το κείμενο είναι ένα από τα κλασικά παραδείγματα με τα οποία μπορεί κάποιος να εξηγήσει ότι «ο πόλεμος των λέξεων» δεν είναι ένα δευτερεύον ζήτημα. Ανήκει στον George Lakoff που το χρησιμοποίησε προκειμένου να δείξει ότι όταν μια λέξη εμφανίζεται στο λόγο ταυτόχρονα ενεργοποιείται σιωπηρά ένα ολόκληρο πλαίσιο σημασιών, ερμηνειών, αξιολογήσεων. Αυτά τα πλαίσια είναι τόσο ισχυρά, ώστε ακόμη και όταν δεν θέλουμε να ενεργοποιηθούν («μη σκεφτείτε έναν ελέφαντα» ή «μην τους λέτε λαθρομετάναστες»), το αποτέλεσμα είναι το ακριβώς αντίθετο. Ο κυρίαρχος λόγος είναι κυρίαρχος επειδή ακριβώς έχει επιβάλλει τους δικούς του όρους, τα δικά του πλαίσια.