Σχέδιο Ανάν: Διεργασίες διαπραγματευτικών τακτικών εκκόλαψης

Για την κατανόηση της έννοιας διαπραγμάτευση, αλλά και των τεχνικών και ερμηνευτικών παιγνίων, που ενίοτε επιστρατεύονται στο πλαίσιο αυτής.
Open Image Modal
Φωτογραφία αρχείο 19 Απριλίου 2019, Στην ταράτσα του Ledra Palace (AP Photo/Petros Karadjias)
ASSOCIATED PRESS

Αφορμής δοθείσης εκ της παρέλευσης 16 ετών από το Σχέδιο Ανάν, το οποίο υποβλήθηκε κατά το 2004 στην «έχουσα την φήμη νεκροταφείου για τους διαπραγματευτές» στην Κύπρο, το παρόν κείμενο επιχειρεί να αναδείξει ορισμένες διαστάσεις των διεργασιών που έλαβαν τότε χώρα και εντάσσονται σε διαδικαστικές τεχνικές, που υιοθετούνται κατά την διάρκεια διαπραγματεύσεων.

Μια τέτοια γνώση κρίνεται πολλαπλώς χρήσιμη για την κατανόηση της έννοιας διαπραγμάτευση, αλλά και των τεχνικών και ερμηνευτικών παιγνίων, που ενίοτε επιστρατεύονται στο πλαίσιο αυτής.

Υπενθυμίζονται εν συνεχεία ορισμένες βασικές πληροφορίες. Το Σχέδιο έλαβε το όνομά του από τον τότε Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν. Υπεβλήθη σε δημοψήφισμα κατά την 24η Απριλίου 2004, αλλά κατά τρόπο ταυτόχρονο και διακριτό για τις δύο εκλαμβανόμενες ως πλευρές. Κατεψηφίσθη από τους Ελληνοκυπρίους και υπερψηφίσθηκε από τους Τουρκοκυπρίους. Σχετικώς, το σχέδιο αριθμούσε 9000 σελίδες, ενώ ως αστεϊσμός στους κύκλους των Ηνωμένων Εθνών γινόταν αναφορά σε αυτό ως Plonk”. Η λέξη αυτή παραπέμπει στον ήχο που παρήχθη όταν το σώμα κειμένου της συντετμημένης περιλήψεώς του εκτάσεως 193 σελίδων, έπεσε στο τραπέζι!

Σημειώνεται δε πως κατά τον τελευταίο γύρο των συνομιλιών, οι οποίες έλαβαν χώρα στο Bürgenstock της Ελβετίας, χρειάστηκαν πολλά τραπέζια, προκειμένου να τοποθετηθεί απλώς και μόνον ένα αντίτυπο του σχεδίου. Μια, κατά το μάλλον ή ήττον, χιουμοριστική σκηνή διεξήχθη τότε όταν εισερχόμενες στην αίθουσα οι ομάδες των μερών προσέγγιζαν τα τραπέζια για να λάβει ο καθείς ένα αντίτυπο, όπως και έγινε. Τότε ο ΓΓ του ΟΗΕ διευκρίνισε πως δεν αντιστοιχεί ένα αντίτυπο στον καθένα, αλλά όλη η συλλογή δεσμίδων, που βρισκόταν τοποθετημένη μπροστά τους, αντιστοιχούσε σε ένα μόνο αντίτυπο, ζητώντας από τους παρευρισκομένους να επανατοποθετήσουν τις δεσμίδες κειμένων στην αρχική τους θέση!

Ο τότε Ειδικός Σύμβουλος του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών κατά την περίοδο εκκόλαψης του Σχεδίου, ο Περουβιανός Άλβαρο Ντε Σότο, εξέφρασε την οπτική πως τούτο θα έπρεπε να ειδωθεί ως «το μεγαλύτερο διπλωματικό εγχείρημα, το οποίο ανελήφθη από τα Ηνωμένα Έθνη επί οποιουδήποτε ζητήματος».

Στην διαδικασία της διαπραγμάτευσης εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο είναι οι δρώντες. Σαφώς πριν την οποιαδήποτε ανάληψή της σταθμίζεται η επιλογή των προς τούτο ατόμων μέσω μιας σκιαγράφησης της προσωπικότητάς τους. Σε συνέχεια μιας τέτοιας λογικής καταγράφουμε αναφορικά προς τον Περουβιανό διπλωμάτη, ένα εκ των φυσιογνωμικών στοιχείων του, όπως τούτο του απεδόθη διά της φράσης «τόσο διεθνής που ήταν πρωτίστως χωρίς έθνος».

Λαμβάνοντας η μεσολάβηση, που ακολούθησε τον χαρακτήρα «διανοητικής άσκησης», που προσεγγίζεται με «υπολογισμένη ψυχρότητα σκακιστικού παιγνίου» αναπτύσσονται κατωτέρω ορισμένες εκ των τεχνικών κινήσεων, που έλαβαν χώρα.

Σε αυτό το σκεπτικό, ήδη από τις αρχές του 2002, υπήρχε η άποψη πως τα Ηνωμένα Έθνη θα έπρεπε να διαμορφώσουν το δικό τους σχέδιο «επανένωσης», αλλά στον κατάλληλο προς τούτο χρόνο, προκειμένου να μην κατηγορηθεί ο Οργανισμός για παρείσφρηση ή επιβολή θέσεων. Τούτο εντασσόταν σε μία στρατηγική αναμονής ή όπως σχετικώς διατυπώνεται «waiting-it-out strategy». Εν τέλει, η πρώτη εκδοχή του Σχεδίου παρουσιάστηκε τον Νοέμβριο του 2002, μετά από ένα έτος απευθείας διαπραγματεύσεων και περίπου πενήντα συναντήσεις.

Εκ παραλλήλως προς την στρατηγική της αναμονής, όπως διατυπώνεται ανωτέρω, η οποία γινόταν αντιληπτή εν είδει δεύτερης γραμμής επίθεσης, ως πρώτη γραμμή αναπτυσσόταν ένα διαφορετικό μοτίβο. Τούτο παρέπεμπε σε μία διαδικασία, όπου τα μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας του Άλβαρο Ντε Σότο «δοκίμαζαν» ιδέες στους συμβούλους των κυρίως διαπραγματευτών, οι οποίες ιδέες δεν είχαν επισήμως τεθεί. Εντός ποιας στόχευσης θα μπορούσε να αναγνωσθεί η εν λόγω στρατηγική και αποσκοπούσα σε τι; Προδήλως, «αυτό σήμαινε πως όταν αυτές οι ιδέες έπεφταν στις επίσημες συνομιλίες, κανενός δεν προκαλούσαν έκπληξη, καθώς αμφότερες οι πλευρές είχαν προετοιμασθεί».

Επιπλέον, παρατηρείται η τακτική της σαλαμοποίησης, η οποία είναι ενδεικτική του πως κατά την διάρκεια μίας διαπραγμάτευσης η οποιαδήποτε ανταπόκριση των διαπραγματευτών, εκπεφρασμένη ή σε επίπεδο μη λεκτικής επικοινωνίας, είναι δυνατόν να ενσωματώνεται στο τελικό προϊόν. Στην περίπτωση, επί της οποίας γίνεται αναφορά, εκ των υστέρων και εφόσον το Σχέδιο εκπονήθηκε, ορισμένοι εκ των μετεχόντων αντιλήφθηκαν την υποβόσκουσα συλλογιστική. Αυτό εξηγεί το πως εδίδετο ώθηση στην διαπραγμάτευση και καθοδηγούμενα διαμορφώνονταν οι επόμενοι βηματισμοί.

Η διαδικαστική τεχνική αρθρωνόταν επί μιας σταδιακής και ανεπαίσθητης παροχής πληροφοριών και ζυγίσματος των αντανακλαστικών των πλευρών. Ειδικότερα, σε ανύποπτο χρόνο εκφραζόταν μία σκέψη ως πιθανό σενάριο σε ένα ζήτημα, όπως επί παραδείγματι το περιουσιακό. Στην συνέχεια, σε αυτό το «λιθαράκι», προστίθετο με την πάροδο δύο εβδομάδων ένα άλλο σενάριο. Εντός όμως αυτού του χρονικού διαστήματος που είχε μεσολαβήσει, οι διαπραγματευτές είχαν απολέσει τον αρχικό ειρμό, μη δυνάμενοι πλέον να αντιληφθούν την σύνδεση του πρώτου στοιχείου με το δεύτερο.

Εκ των πραγμάτων το Σχέδιο θα έπρεπε να αποτελεί σύζευξη δύο αντικρουόμενων φιλοσοφιών. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο θα πρέπει να ειδωθεί και ο όρος «παρθενογένεση» μιας νέας Κύπρου, η οποία, στην οπτική διεθνών διπλωματών, δεν θα δημιουργούσε νέο κράτος, αλλά «νέα συνθήκη πραγμάτων». Ως επεξήγηση του καινοφανούς νεολογισμού παρέχεται εκείνη που εδόθη από τον Ντε Σότο προς τον επικεφαλής των Τουρκοκυπρίων, Ραούφ Ντενκτάς. «Η θεωρία της παρθενογένεσης επιτρέπει στους Ελληνοκύπριους να επιχειρηματολογήσουν στον λαό τους ότι η Κυπριακή Δημοκρατία συνεχίζει. Και επιτρέπει να πείτε στον λαό σας ότι η «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» συνεχίζει».

Διαφαίνεται εκ της ανωτέρω παράθεσης, πως αν και πράγματι επενδύθηκε χρόνος και φαιά ουσία στην ανάπτυξη επιδέξιων λεκτικών παιγνίων, παρά την κατ’ επίφαση νομική τους εκλέπτυνση, τούτα παρέμεναν σε κάθε επίπεδο αμφιλεγόμενα και εν τέλει άνευ ουσίας. Εφόσον η συζήτηση αναφέρεται στην λειτουργικότητα μιας κρατικής οντότητας, η όποια ασάφεια ή στρεβλωμένη ερμηνεία, θα μπορούσε να εκφραστεί με την αποχώρηση του διεθνούς παράγοντα, ως εγγενής αδυναμία συναίνεσης και κοινής λήψης αποφάσεων. Το τελευταίο αποτελεί θεμελιώδη, εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση λειτουργίας των ομοσπονδιακών συστημάτων.

 

1. Οι αναφορές που βρίσκονται εντός εισαγωγικών αποτελούν μετάφραση εκ του βιβλίου: Kings of Peace, Pawns of War. The untold story of peace-making της Harriet Martin.