Τα χαμένα αριστουργήματα του Ρεϊμόν Κοσετιέ και η «δεύτερη ζωή» τους

10 Ιανουαρίου 1920 - 22 Φεβρουαρίου 2021. Ο άνθρωπος που αιχμαλώτισε στο φακό τους πρωταγωνιστές της νουβέλ βαγκ.

Ένας αιώνας φαίνεται ικανός χρόνος στη ζωή ενός ανθρώπου, αλλά το να ζεις σε βάθος τα πράγματα ειν’ αυτό που τελικά, μετράει. Αν μπορείς μάλιστα να τ’ απαθανατίσεις, τότε έχεις καταφέρει κάτι που λιγοστοί το μπόρεσαν. Τέτοια μοιάζει η περίπτωση του Γάλλου αιωνόβιου Ρεϊμόν Κοσετιέ (Raymond Cauchetier) που «έφυγε» στο Παρίσι από κορονοιό.

Ήταν 101 ετών και είχε επιβιώσει νέος στα χρόνια από την γερμανική εισβολή στην πατρίδα του αλλά κι αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του ’50, είχε ζήσει ως πολεμικός φωτογράφος τη γαλλική εισβολή στην Ινδοκίνα, όπου τιμήθηκε στο πεδίο της μάχης.

Το όνομά του, όμως, θα μείνει στο χρόνο ανεξίτηλο, καθώς αιχμαλώτισε στο φακό τους πρωταγωνιστές της νουβέλ βαγκ, του κινηματογραφικού κύματος που ακόμη σήμερα συγκινεί και ταυτίζεται με αυτό που ξέρουμε ως μοντέρνο σινεμά. Χάρις στην επιμονή του, τα πρόσωπα αυτά απέκτησαν ξανά ζωή και σώθηκαν από τη λήθη.

Ο αυτοδίδακτος φωτογράφος - δεν είχε κρατήσει κάμερα ως τα 30 του χρόνια – συνδέθηκε με τις πρώτες ταινίες του Jean-Luc Godard, του François Truffaut και άλλων σκηνοθετών πριν από μισό αιώνα.

Δημιούργησε πορτρέτα σπάνιας ομορφιάς που έμελλε να μείνουν κλασικά, αν και η αναγνώριση του ονόματός του άργησε να έρθει.

Αρχικά, ήταν γνωστός για τη φωτογράφιση που έκανε σε μνημεία ρομανικής τέχνης και σε αρχιτεκτονικούς θησαυρούς της Νοτιοανατολικής Ασίας, αποτυπώνοντας αρχαίους ναούς του Angkor Wat σε ένα portfolio που, δυστυχώς, κατέστρεψαν οι κόκκινοι Χμερ.

Το 1959 θεωρείται η χρονιά που ξεκινά η Nouvelle Vague κι ο Κοσετιέ βρίσκεται στην κορυφή του κύματος.

Τρεις ταινίες κάνουν την εμφάνιση τους εκείνη τη χρονιά, το «Με κομμένη την ανάσα» (A bout de Souffle) του Γκοντάρ, «Τα τετρακόσια χτυπήματα» (Les Quatre Cents Coups) του Τριφό που πήρε και το βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες το 1960, και το «Χιροσίμα, αγάπη μου» (Hiroshima mon amour) του Resnais.

Η ταινία «Με κομμένη την ανάσα» του Γκοντάρ είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα γραφής Nouvelle Vague. Ο Κοσετιέ εργάστηκε στο φιλμ, τραβώντας φωτογραφίες από το καστ και το συνεργείο για την προώθηση της ταινίας.

Ακολουθούν την ίδια περίοδο το «Πυροβολήστε τον πιανίστα» (1960), το «Ζιλ και Τζιμ» (1962) του Τριφό, η «Λόλα» του Ζακ Ντεμί (1961) και το «Τρίο της αμαρτίας» του Κλοντ Σαμπρόλ (1960).

 

 

Αυτές οι φωτογραφίες, που σήμερα θεωρούνται εμβληματικές στην ιστορία του Κινηματογράφου, προορίζονταν για διαφημιστικά posters στα κινηματοθέατρα όπου προβάλλονταν.

Μετά τη βραχύβια εμπορική τους εκμετάλλευση, οι φωτογραφίες κατέληξαν σε χαρτόκουτα, πιο σωστά πετάχτηκαν στις αποθήκες των στούντιο και ξεχάστηκαν για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες.

Ο Κοσετιέ μπόρεσε να τις σώσει από τη φυσική φθορά, μόνο όταν άλλαξε η γαλλική νομοθεσία περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Οι φωτογράφοι που είχαν δουλέψει ως μισθωτοί, μπορούσαν να τις ανακτήσουν.

Έτσι, ευτύχησε να δει το έργο του να αναγνωρίζεται με τη γαλλική έκδοση «Photos de Cinema» το 2007 και την έκθεση που του αφιέρωσε η Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών του Λος Άντζελες, το 2013. Δύο χρόνια μετά κράτησε στα χέρια του το μνημειακό λεύκωμα με τίτλο «Raymond Cauchetier’s New Wave» (2015).

Η νουβέλ βαγκ υπήρξε ένα από τα πιο σημαντικά κινήματα στην κινηματογραφική ιστορία. Οι σκηνοθέτες της επαναστάτησαν ενάντια στις παραδοσιακές κινηματογραφικές συμβάσεις της μεταπολεμικής Γαλλίας.

 

 

Βυθίστηκαν σε έναν ουσιαστικό πειραματισμό με μοντάζ και αφηγήσεις που αντανακλούσαν τον κοινωνικό παλμό της εποχής: κάμερα στο χέρι που κινείται αδιάκοπα, μακριά σε διάρκεια πλάνα, jump cuts, freeze frame, γύρισμα σε εξωτερικούς, φυσικούς χώρους, φυσικοί φωτισμοί, πειραματισμός στον ήχο.

Πρωτόβγαλαν φρέσκα για την εποχή πρόσωπα, κάνοντας εκτεταμένη χρήση του αυτοσχεδιασμού στο διάλογο. Κι όλα αυτά με γρήγορες και νευρικές εναλλαγές στις σκηνές.

Το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης ήταν το αγαπημένο τους θέμα. Οι σφιχτοί προϋπολογισμοί υποχρέωναν τα γυρίσματα στο δρόμο, αλλά και στα διαμερίσματα φίλων, πάντως έξω από τα στούντιο, φέρνοντας έναν πρωτόγνωρο ρεαλισμό.

Ο τρόπος αυτός θύμιζε την αισθητική των ταινιών του ιταλικού ρεαλισμού με τη διαφορά ότι οι σκηνοθέτες της Nouvelle Vague ήταν πιο τολμηροί στη χρήση της κάμερας.

Οι φωτογραφίες του Κοσετιέ δεν είναι μόνο τεκμήρια, αλλ’ απηχούν την ουσία των ταινιών και τις ιστορίες των πρωταγωνιστών τους, γι’ αυτό και είναι εξίσου επαναστατικές.

 

 

Αρνήθηκε να σταθεί δίπλα στον κάμεραμαν και να τραβήξει εικόνες από τους ηθοποιούς, όπως συνηθιζόταν ως τότε.

Έχοντας μάθει να κινείται ως φωτογράφος μάχης στην Ινδοκίνα, χρησιμοποιούσε με άνεση την κάμερα ως «όπλο», όχι μόνο απέναντι στους ηθοποιούς, αλλά και πίσω από τα γυρίσματα, στους σκηνοθέτες και το συνεργείο. 

 

 Κινούνταν μέσα στο πλήθος, ανάμεσα σε περίεργους θεατές, στους δρόμους και «συλλάμβανε» τους ηθοποιούς σε αποκαλυπτικές στιγμές εκτός κάμερας, φανερώνοντας τις παιχνιδιάρικες πλευρές τους, αλλά και την κούραση ή τον εκνευρισμό: την πραγματική ζωή πίσω από τη μυθοπλασία.

 

 

Χαρακτηριστικό είναι το ξεκίνημά του με τον Γκοντάρ, όπου η ταινία «A Bout de Souffle» (1959) αφηγείται την ιστορία ενός μικροκακοποιού (Jean-Paul Belmondo) ο οποίος κλέβει ένα αυτοκίνητο, σκοτώνει έναν αστυνομικό και κρύβεται στο διαμέρισμα της φίλης του (Jean Seberg). Αυτή μαθαίνει τι έχει κάνει και τον προδίδει στην αστυνομία. Ο γοητευτικός ήρωας πυροβολείται καθώς φεύγει σε έναν πολυσύχναστο δρόμο. Στη σύγχυση, ένας αληθινός αστυνομικός επενέβη εν αγνοία του μέσα στο πλήθος, σπεύδοντας να βοηθήσει τον «πεθαμένο» πρωταγωνιστή. Το κλείστρο του Κοσετιέ συνέλαβε την σπάνια στιγμή όπου πραγματικότητα και φαντασία συντονίζονται.

 

 

«Μένω έκπληκτος ακόμη, όταν κάποια από τις φωτογραφίες μου θεωρείται ιστορική, συμβολίζοντας όχι μόνο το Νέο Κύμα αλλά και μια ολόκληρη εποχή, μερικές φορές ακόμη και την ίδια τη Γαλλία» θα πει ο φωτογράφος στο βιβλίο του.

«Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, είναι η φωτογραφία που αποτελεί μια μνήμη, το ίχνος της ταινίας».

 

 

Το Νέο Κύμα συνεχίστηκε ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, αλλά ο Κοσετιέ το 1968, κακοπληρωμένος και κουρασμένος – πλησίαζε πια τα 50 -, εγκατέλειψε εντελώς τον γαλλικό κινηματογράφο.

«Οι φωτογραφίες του», έγραψε ένας αμερικανός ιστορικός κινηματογράφου, «μας έχουν χαρίσει όχι απλώς τη μεγάλη εικόνα του New Wave, αλλά και τους αυτοσχεδιασμούς, την ταυτότητα των ταινιών που έγιναν “επικεφαλίδες” στην ιστορία του σινεμά».

Ο Raymond Cauchetier γεννήθηκε στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 1920. Όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στο Παρίσι το 1940, έφυγε με ποδήλατο και προσχώρησε στην Αντίσταση.

Συνέχισε στη Γαλλική Πολεμική Αεροπορία μετά τον πόλεμο ως φωτογράφος στο Βιετνάμ.

Το 1951, αγόρασε μία Rolleiflex, φωτογραφική κάμερα που ήταν δημοφιλής στους πολέμους και τη χρησιμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.

Ο Σαρλ ντε Γκολ του απένειμε το μετάλλιο της τιμής σε αναγνώριση της προσφοράς του στο πεδίο της μάχης. Αγάπησε τον τόπο και παρέμεινε μετά το τέλος του πολέμου το 1954, βγάζοντας πορτρέτα και τοπία στο Βιετνάμ, το Λάος και την Καμπότζη.

Το πρώτο του λεύκωμα φωτογραφιών με τίτλο «Ciel de Guerre en Indochina» (Ο πόλεμος του αέρα στην Ινδοκίνα) πούλησε 10.000 αντίτυπα.

Πολύ νωρίς, μόλις το 1956, το Ινστιτούτο Smithsonian διοργάνωσε αφιερωματική έκθεση με το έργο του («Faces of Vietnam»), η οποία περιόδευσε σε μουσεία και πανεπιστήμια σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παιδικό του όνειρο ήταν να επισκεφθεί το Άνγκορ Βατ, ένα σύμπλεγμα ναών που βρίσκεται στην περιοχή Άνγκορ της Καμπότζης. Το έκανε πράξη το 1957, βγάζοντας μια ανεκτίμητη συλλογή από 3.000 φωτογραφίες, που καταστράφηκε από τους αντάρτες.

Επιστρέφοντας στο Παρίσι, δεν κατάφερε να βρει δουλειά ως φωτορεπόρτερ.

Γνώρισε όμως τον Godard μέσω ενός εκδότη και τη φορά αυτή βρέθηκε στην «πρώτη γραμμή» του επαναστατικού κινήματος της νουβέλ βαγκ.

Ο Richard Brody έδωσε αυτή τη συμβουλή στο κοινό του «The New Yorker», για την 50ή επέτειο από την κυκλοφορία του φιλμ «Με κομμένη την ανάσα».

«Αν θέλετε να μάθετε τι είναι το γαλλικό Νέο Κύμα, παρακολουθήστε τις ταινίες. Αν θέλετε να μάθετε τι σκεφτόντουσαν οι δημιουργοί του, διαβάστε τα ημερολόγια και τις συνεντεύξεις τους. Αν θέλετε να μάθετε πώς πραγματικά δούλεψαν, στο ξεκίνημά τους, δεν υπάρχει πιο αυθεντική πηγή από τις φωτογραφίες του Raymond Cauchetier».

Open Image Modal
.
commons wikimedia