Foreign Policy: Πώς ο Θουκυδίδης και η αποστασία της Μυτιλήνης δείχνουν ποιος κέρδισε και ποιος έχασε στο debate Τραμπ- Κλίντον

Foreign Policy: Πώς ο Θουκυδίδης και η αποστασία της Μυτιλήνης δείχνουν ποιος κέρδισε και ποιος έχασε στο debate Τραμπ- Κλίντον
Open Image Modal
Democratic presidential nominee Hillary Clinton answers a question as Republican presidential nominee Donald Trump listens during the presidential debate at Hofstra University in Hempstead, N.Y., Monday, Sept. 26, 2016. (AP Photo/David Goldman)
ASSOCIATED PRESS

Η Χίλαρι Κλίντον κέρδισε το debate με τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά η Αμερική έχασε, εκτιμάται σε εκτενές δημοσίευμα- ανάλυση του Foreign Policy με τίτλο «The Mytilenean Dialogue from 428 B.C. Explains who really won the Trump- Clinton debate», το οποίο ασχολείται με την αποστασία της Μυτιλήνης στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, όπως περιγράφεται στον Θουκυδίδη.

Όπως εκτιμάται στο δημοσίευμα- ανάλυση, ο Θουκυδίδης θα έβλεπε τις επιδόσεις της Κλίντον στη debate μάλλον ως παράδειγμα προς αποφυγήν παρά ως έναν «παιάνα» στις δημοκρατικές αξίες. Η διαβούλευση στην Αθήνα κατά το συγκεκριμένο επεισόδιο του Πελοποννησιακού Πολέμου, αναφέρεται, υποδεικνύει ότι, αν και η Κλίντον κέρδισε στο debate, ο χαμένος τελικά μπορεί να μην ήταν μόνο ο Τραμπ, αλλά και η Αμερική.

Το 428 π.Χ η Αθήνα βρισκόταν σε δύσκολη θέση: Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος διαρκούσε περισσότερο από ό,τι αναμενόταν, ο Περικλής είχε πεθάνει, και η Μυτιλήνη, μια από τις σημαντικότερες συμμάχους, είχε αποστατήσει στην πλευρά της Σπάρτης (παράλληλα, στο δημοσίευμα αναφέρεται πως η Συμμαχία της Δήλου ήταν η ελληνική εκδοχή του ΝΑΤΟ, με την Αθήνα να κυριαρχεί, όπως και οι ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ).

Αν και ο αθηναϊκός στόλος νίκησε τους Μυτιληναίους, στην Αθήνα επικρατούσε ανησυχία λόγω της αποστασίας και λόγω του περάσματος σπαρτιατικού στόλου από τα αθηναϊκά ύδατα, ο οποίος έσπευσε να βοηθήσει τους Μυτιληναίους. Οι Αθηναίοι ψήφισαν ότι όλοι οι ενήλικες άνδρες θα θανατώνονταν και τα γυναικόπαιδα θα πωλούνταν σκλάβοι. Ωστόσο, την επόμενη ημέρα, όταν τα πνεύματα είχαν ηρεμήσει, το θέμα τέθηκε εκ νέου, καθώς αρκετοί θεωρούσαν ότι επρόκειτο για μια πολύ σκληρή απόφαση- αλλά ένα πλοίο είχε αναχωρήσει ήδη για να μεταφέρει την εντολή.

Εκεί παρενέβη ο φιλόδοξος Κλέων, που, έχοντας οικονομική ισχύ από την περιουσία του πατέρα του, επιθυμούσε να κάνει πολιτική καριέρα. Ο Κλέων υποστήριξε πως ηγεμονία είναι η άσκηση εξουσίας πάνω και σε αυτούς που είναι απρόθυμοι να την δεχτούν, και αν αυτό δεν άρεσε στους Αθηναίους, τότε θα έπρεπε να παρατήσουν την ηγεμονία τους και να στραφούν στις φιλανθρωπίες. Σε τελική ανάλυση, η ασφάλεια της Αθήνας είναι πάνω από την δικαιοσύνη: Μια πόλη είναι καλύτερα με κακούς νόμους, αρκεί να είναι σταθεροί, παρά με καλούς νόμους που αλλάζουν συνέχεια, υποστήριξε.

Στη συνέχεια μίλησε ο Διόδοτος, που ήταν πιο ήρεμος και συγκροτημένος, αντίθετα με τον επιθετικό Κλέωνα. Ο καλός πολίτης, υποστήριξε, οφείλει να νικά όχι τρομοκρατώντας τον λαό, αλλά νικώντας με επιχειρήματα. Ωστόσο, ο Διόδοτος, ο οποίος βρισκόταν στην άμυνα απέναντι στη θέση του Κλέωνα πως η εθνική ασφάλεια απαιτεί ανελέητο ρεαλισμό, έδειξε καλύτερη αντίληψη της realpolitik από τον Κλέωνα, εκτιμάται στο δημοσίευμα. Αφήνοντας κατά μέρος τον ιδεαλισμό, υποστήριξε ότι δεν είναι θέμα σωστού ή λάθους, ηθικά ή νομικά. Αυτό που έπρεπε να αποφασιστεί από την Εκκλησία του Δήμου ήταν το αν η απόφαση αυτή ήταν προς όφελος της Αθήνας. Δεδομένης της κατάστασης με τη Μυτιλήνη, είπε, δεν υπήρχαν καλές επιλογές, απλά λιγότερο κακές. Η εθνική ασφάλεια, τόνισε ο Διόδοτος, προστατεύεται καλύτερα μέσω της επίδειξης επιείκειας απέναντι στους Μυτιληναίους, όχι επειδή είμαστε «καλοί», αλλά επειδή είμαστε πραγματιστές. Η επιείκεια, επέμεινε, ήταν ο μόνος τρόπος να αποφευχθούν μελλοντικές αποστασίες.

Τελικά επικράτησε η άποψη του Διόδοτου, και αποφασίστηκε η αποστολή ενός δεύτερου πλοίου άμεσα, για να προλάβει το πρώτο. Τελικά το δεύτερο πλοίο έφτασε εγκαίρως, και η διαταγή του αφανισμού των Μυτιληναίων δεν εφαρμόστηκε.

Όπως τονίζεται στο δημοσίευμα, η διαβούλευση έλαβε χώρα στη σκιά του Περικλή, ο οποίος ήταν κυρίαρχος μέχρι τον θάνατό του. Ο Περικλής δόξαζε όχι μόνο αυτό που ήταν η Αθήνα, αλλά και αυτό που μπορούσε να γίνει- ένα παράδειγμα για όλους τους Έλληνες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Επιτάφιο λόγο του. Όπως αποδείχτηκε από την έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου και την όλο και μεγαλύτερη αγριότητά του (όπως επιδείχτηκε π.χ στη Μήλο) , το παράδειγμα αυτό δεν ήταν καλό, καθώς οι Αθηναίοι έδειξαν, με τον τρόπο που αντιμετώπισαν τους Μήλιους ότι είτε ήσουν νικητής με τους Αθηναίους είτε ηττημένος με τη Σπάρτη. Η απάντηση των Αθηναίων στους Μήλιους θεωρείται από πολλούς ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ψυχρής γεωπολιτικής και κυνικής αξιολόγησης των ισορροπιών ισχύος- και για πολλούς ήταν μια ύβρις που τιμωρήθηκε στη Σικελία.

Περνώντας στα σημερινά δεδομένα στις ΗΠΑ, στο δημοσίευμα εκτιμάται πως, εάν το debate αποτελεί έναν πρόλογο της αναμέτρησης των επόμενων έξι εβδομάδων, η ιστορία της αποστασίας της Μυτιλήνης αντιπροσωπεύει την κατάσταση της αμερικανικής πολιτικής αυτή τη στιγμή, καθώς υπάρχουν σαφείς αντιστοιχίες μεταξύ του Κλέωνα και του Διόδοτου και του Τραμπ και της Κλίντον.

Η Κλίντον, σημειώνεται, αντί ακολουθήσει το πρότυπο του Περικλή και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων που διαμορφώνονται από τη δημαγωγική γραμμή και ρητορική του «Κλέωνα»/ Τραμπ, προτιμά τον Διόδοτο. Στη διαφωνία επέδειξε πρακτικότητα και τόνισε επανειλημμένα την ανάγκη για realpolitik. «Η τόλμη και η ειλικρίνεια των Αθηναίων, χαρακτηριστικά που ενσάρκωσε και επαίνεσε ο Περικλής, απουσίαζαν από τα λόγια της Κλίντον, όπως απουσίαζαν και από του Διόδοτου» σχολιάζεται.

Τόσο με την Κλίντον, όσο και με τον Διόδοτο, ο πολιτικός λόγος και η δράση υπονομεύουν την ευθύτητα και τη διαφάνεια, χαρακτηριστικά, κατά τον Θουκυδίδη, της περιόδου του Περικλή, οδηγώντας στον ψυχρό υπολογισμό, τόσο σε επίπεδο προσωπικής φιλοδοξίας, όσο και σε επίπεδο εθνικής στρατηγικής. «Ο Διόδοτος στερείται, όπως και η Κλίντον, οράματος. Αν και επιδιώκουν αυτό που οι Έλληνες θεωρούσαν το “καλό” - τα υψηλά ιδεώδη- ο Διόδοτος και η Κλίντον το κάνουν όχι εμπνέοντας τους συμπολίτες τους να αρθούν στο ύψος των ιδεωδών του έθνους τους, αλλά αντ'αυτού προτρέποντάς τους να πέσουν στο χαμηλότερο επίπεδο των πρακτικών πλεονεκτημάτων».

Ο Θουκυδίδης, καταλήγει το δημοσίευμα, έγραψε το έργο του για να μείνει στην αιωνιότητα, και το «brand» του έχει αντέξει χιλιετίες, και απόλυτα δικαιολογημένα: Ένας από τους λόγους για αυτό- ένας τεράστιος λόγος- είναι η αντίληψη περί των δεσμών μεταξύ πολιτικού λόγου και δημοκρατίας. «Οι Δημοκρατικοί θα έπρεπε να διαβάσουν τον Επιτάφιο του Περικλή: Αν δεν καταλάβουμε πως ο λόγος έχει σημασία, όχι λιγότερο για τους υπερμάχους της δημοκρατίας από ό,τι για τους καταστροφείς της, μπορεί να δούμε την επικείμενη κηδεία της δικής μας δημοκρατίας».