Το ρίσκο της παρρησίας
Open Image Modal
Visual contents concept. Social networking service. Streaming video. communication network.
metamorworks via Getty Images
Open Image Modal
Visual contents concept. Social networking service. Streaming video. communication network.
metamorworks via Getty Images

Η παρρησία ήταν πάντα μία δύσκολη έννοια. Ήδη από την εποχή του Σωκράτη βλέπουμε τους μεγάλους προβληματισμούς που τίθενται στο φιλόσοφο. Στο διάλογο ”Γοργίας” ο Πλάτων τοποθετεί τον Καλλικλή στη θέση του συζητητή του Σωκράτη, θέτοντας στον δεύτερο ορισμένα φαινομενικά διλήμματα σχετικά με τη διατύπωση δυσάρεστων απόψεων από το Σωκράτη για την πόλη και τους νέους. Στο τέλος του διαλόγου ο φιλόσοφος, με μία έξυπνη παρομοίωση, καταδεικνύει τον πονηρό στρεψόδικο ρόλο των σοφιστών στη διαπαιδαγώγηση των νέων και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Ας δούμε όμως πρώτα τον ίδιο το διάλογο μέσα από τη μετάφραση του Β.Δ. Κρητικού:

ΣΩ. Ειπέ μου λοιπόν ―ως εν συμπεράσματι― ποίαν από τας δύο αυτάς φροντίδας με παρακινείς να λάβω περί των Αθηναίων. Εξήγησέ μου: να καταπολεμώ τας κακάς έξεις των προς τον σκοπόν να γίνουν καλύτεροι, καθώς κάνει ο ιατρός, ή τουναντίον να γίνω ένας καλός υπηρέτης των ―υποθάλπων τα ελαττώματά των― και να ζητώ μόνον να τους ευχαριστήσω ως κόλαξ; Διότι ορθόν είναι, καθώς ήρχισες να ομιλής «με παρρησίαν», μέχρι τέλους να λέγης όσα σκέπτεσαι. Μίλησε λοιπόν θαρραλέα και χωρίς φόβον.

ΚΑΛ. Λέγω λοιπόν να εκλέξης να τους περιποιήσαι.

ΣΩ. Τέλος πάντων, ευγενικέ μου φίλε, με συμβουλεύεις να ασκώ το επάγγελμα του κόλακος.

ΚΑΛ. Ένα επάγγελμα Μυσού, αν προτιμάς, διότι άλλως….

ΣΩ. Να μη επαναλάβης ό,τι πολλάκις ήδη έχεις ειπεί, ότι θα με φονεύση όποιος ήθελε, διά να μη αναγκασθώ ν′ απαντήσω διά μίαν ακόμη φοράν ότι «θα πέθαινα αθώος» από χέρι ενός κακούργου· ούτε και ότι θα μου αφαιρέσουν εκείνο το ολίγον που έχω, διά να μη μ′ αναγκάσης και πάλιν να σου είπω ότι όποιος μου αφαιρέση έτσι, δεν θα ξέρη τι να το κάμη, διότι όπως αδίκως θα αφαιρέση, έτσι αδίκως και θα χρησιμοποίηση, αδίκως άρα και με εντροπήν του, επομένως και προς βλάβην του.

ΚΑΛ. Πόσον μου φαίνεσαι, Σωκράτη, πως πιστεύεις ότι είσαι εξησφαλισμένος από όλους αυτούς τους κίνδυνους, ωσάν να κατοικούσες «ποιος ξέρει πού μακριά» και δεν θα διέτρεχες τον κίνδυνον να συρθής εις το δικαστήριον ποιος ξέρει από ποίον άνθρωπον κακοήθη.

ΣΩ. Θα ήμην αληθώς ανόητος, Καλλικλή, εάν δεν ηδυνάμην να πιστεύω ότι εις την πόλιν μας είναι οιοσδήποτε απολύτως ασφαλής από ένα παρόμοιον συμβάν. Εν τούτοις τούτο γνωρίζω πολύ καλά, ότι αν εισαχθώ εις το δικαστήριον, όπου θα διατρέξω τον κίνδυνον να καταδικασθώ εις μίαν των ποινών, τας οποίας συ λέγεις, ασφαλώς ο κατήγορός μου θα είναι ένας κακοήθης και κακεντρεχής. Διότι είναι αδύνατον ένας έντιμος άνθρωπος να σύρη εις το δικαστήριον έναν αθώον. Και θα σου είπω και κάτι περισσότερον: δεν θα εθεώρουν καθόλου παράδοξον, εάν κατεδικαζόμην εις θάνατον. Θέλεις να σου είπω διατί περιμένω αυτά;

ΚΑΛ. Και πολύ μάλιστα το επιθυμώ.

ΣΩ. Διότι εγώ πιστεύω ότι με ολίγους άλλους Αθηναίους, διά να μη είπω μόνος, καλλιεργώ την αληθινήν πολιτικήν τέχνην. Επειδή λοιπόν δεν ζητώ ποτέ με τους λόγους μου να ευχαριστήσω, αλλ′ αποβλέπω πάντοτε προς το αγαθόν και όχι προς το ευχάριστον, και επειδή δεν θέλω να κάμω όλα εκείνα τα ωραία πράγματα που με συμβουλεύεις, διά τούτο δεν θα γνωρίζω τι να είπω εις το δικαστήριον. Και μου έρχεται εις τον νουν εκείνος ο λόγος, τον οποίον έλεγα προς τον Πώλον. Θα κριθώ δηλ. καθώς θα εκρίνετο ενώπιον δικαστών παιδίων ένας ιατρός, και ήτο δημόσιος κατήγορος ένας μάγειρος. Διότι σκέψου τι θα απελογείτο ένας ιατρός εις μίαν τοιαύτην περίστασιν, όταν ηγείρετο ο κατήγορος–μάγειρος και έλεγε: «Παιδιά μου, τι κακό και τι ζημιές σάς έχει κάμει αυτός εδώ ο άνθρωπος! δεν σέβεται ούτε τους μικροτέρους από σας· μα κόβει, καίει, σας μαραίνει, σας πνίγει, σας βασανίζει· σας αναγκάζει να παίρνετε πικρότατα φάρμακα, σας κάνει να πεινάτε και να διψάτε· δεν σας προσφέρει κάθε λογής φαγητά και γλυκίσματα, που σας επρόσφρερα εγώ για ευχαρίστησί σας». Τι φαντάζεσαι ότι θα ημπορούσε να είπη ο ιατρός εις μίαν τόσον δυσχερή περίστασιν; ή αν έλεγε την αλήθειαν, θα έλεγε: «Ολ′ αυτά, είναι αλήθεια, τα έκαμα, μα τα έκαμα, παιδιά μου, για το καλό σας, για την υγεία σας». Μέχρι πού φαντάζεσαι πως θα έφταναν αι κραυγαί αποδοκιμασίας των δικαστών παιδίων; Δεν θα εθορύβουν δαιμονιωδώς;

ΚΑΛ. Ίσως. Πρέπει να το φαντασθή κανείς.

ΣΩ. Δεν νομίζεις, λοιπόν, ότι ο ιατρός θα ευρίσκετο εις μεγάλην απορίαν ως προς τι ν′ απαντήση;

ΚΑΛ. Μάλιστα.

ΣΩ. Εννοώ πολύ καλά ότι τα ίδια θα επάθαινα και εγώ, αν ήμην υποχρεωμένος να προσέλθω εις το δικαστήριον. Διότι δεν θα ηδυνάμην να ισχυρισθώ ότι τους προσεπόρισα εκείνας τας ηδονάς, τας οποίας οι άνθρωποι θεωρούν ως ευεργεσίας και ωφελείας ― και εγώ απεναντίας δεν ζηλεύω ούτε τους παρέχοντας ταύτας, ούτε εκείνους οι οποίοι τας απολαμβάνουν. Εάν με κατηγορή τις ή ότι διαφθείρω τους νέους βασανίζων αυτούς με τας συζητήσεις μου, ή ότι κακολογώ τους γέροντας εκτοξεύων κατ′ αυτών πικρούς λόγους είτε κατ′ ιδίαν είτε δημοσία, δεν θα ηδυνάμην ν′ απαντήσω εις αυτούς σύμφωνα με την αλήθειαν: «Δικαίως πάντα ταύτα εγώ λέγω και πράττω προς αυτό τούτο το συμφέρον σας, κύριοι δικασταί, και διά κανένα άλλον σκοπόν». Ώστε κατά πάσαν πιθανότητα δεν θα έχω ή να υποστώ την μοίραν μου.

ΚΑΛ. Και σου φαίνεται, Σωκράτη, ότι είναι καλή η τύχη ενός ανθρώπου υπό τοιαύτας συνθήκας, ώστε να μη έχη την δυνατότητα να βοηθήση τον εαυτόν του εις την πατρίδα του;

ΣΩ. Αρκεί να έχη τούτο μόνον, Καλλικλή, το οποίον συ πολλάκις παρεδέχθης, ότι δηλ. ουδέποτε, ούτε είπε, ούτε διέπραξε καμίαν αδικίαν μήτε προς τους θεούς μήτε προς τους ανθρώπους. Διότι η υπεράσπισις αύτη, την οποίαν πολλάκις παρεδέχθημεν, είναι η ωραιοτάτη. Τώρα, εάν ένας απεδείκνυε ότι εγώ δεν είμαι εις θέσιν να δώσω αυτήν την βοήθειαν εις τον εαυτόν μου ή εις άλλους, τότε θα έπρεπε να εντρέπωμαι και ενώπιον πολλών και ενώπιον ολίγων, έστω δε και μόνος υπό μόνου, εάν απεδεικνυόμην τοιούτος και εάν ακόμη διά την αδυναμίαν μου αυτήν επρόκειτο να χάσω την ζωήν μου, πολύ θα ηγανάκτουν. Αλλ′ εάν εξ αγνοίας ρητορικής κολακευτικής εκινδύνευον να πεθάνω, είμαι βέβαιος ότι θα μ′ έβλεπες να υποφέρω τον θάνατον με αταραξίαν. Διότι τον θάνατον αυτόν καθ′ εαυτόν κανείς δεν πρέπει να φοβήται, εκτός αν είναι κανείς εντελώς απερίσκεπτος και άνανδρος, την αδικίαν όμως πρέπει να φοβήται διότι, εάν η ψυχή φθάση εις τον Άδην βεβαρημένη με τα αισχρότερα αδικήματα, το δυστύχημά της τούτο είναι το έσχατον. Και αν επιθυμής, είμαι πρόθυμος να σου αποδείξω τούτο με μίαν διήγησιν.

ΚΑΛ. Λοιπόν, αφού έως τώρα ετελείωσες όλα τα άλλα σημεία του θέματος, τελείωσε και τούτο.

Πλάτων, Γοργίας 521a-522e

(Μτφρ. Β.Δ. Κρητικός, Πλάτωνος Γοργίας (ή περί ρητορικής ανατρεπτικός). Αρχαίον κείμενον, εισαγωγή, μετάφρασις, σημειώσεις, Αθήνα: Πάπυρος, 1957)

Ο παραπάνω διάλογος, όπως και οι περισσότεροι σωκρατικοί διάλογοι που συνέγραψε ο Πλάτων, έχουν ιδιαίτερη αξία εμάς τους σύγχρονους Έλληνες. Σε εποχές όπου η ελευθερία του λόγου δοκιμάζεται διαρκώς από πολλές προκλήσεις, η ανάγκη για παρρησία και ορθό λόγο είναι έκδηλη.

Οι αφορμές πολλές. Εθνικά θέματα, παιδεία, οικονομία, δημόσια διοίκηση και αξιοκρατία, τοπική αυτοδιοίκηση, κρίση των ΜΜΕ. Τομείς που καθημερινά αναδεικνύουν προβλήματα δομικά. Η κυρίαρχη τάση περιορίζεται, όπως πάντα, στην ομφαλοσκόπηση γύρω από συγκεκριμένες ατζέντες. Είτε πρόκειται για την πανδημική κρίση του κορωνοϊού είτε για τα ελληνοτουρκικά είτε για εσωτερικά θέματα, το... ”μικρό χωριό” της ελληνικής πολιτικής και μιντιακής αφρόκρεμας θα επιδιώξει να παρουσιάσει πάντα μία συγκεκριμένη εικόνα.

Φυσικά, υπάρχουν εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εξαιρέσεις ανθρώπων ή και μέσων που δεν διστάζουν να στοιχειοθετήσουν λόγο δυσάρεστο αλλά αληθή, λόγο εθνικής αυτογνωσίας και πατριωτισμού στα δύσκολα ζητήματα, λόγο όμως που δεν ετεροκαθορίζεται. Λόγο που δεν εξιδανικεύει καταστάσεις, δεν ομιλεί για ”διπλωματικό μαραθώνιο”, ”διπλωματική αντεπίθεση”, ”μαξιμαλιστική Ελλάδα”, ”κυρώσεις που είναι πάντα στο τραπέζι”.

Αν για τα ΜΜΕ και τους opinion leaders του πολιτικού και δημοσιογραφικού χώρου, οι σκοπιμότητες συχνά επιβάλλουν την προώθηση συγκεκριμένων απόψεων, δεν θα έπρεπε να ισχύει το ίδιο και για τους αυτοπροσδιοριζόμενους ως ανεξάρτητους αναλυτές. Άνθρωποι με επιστημονική επάρκεια, γνώσεις, δομημένη σκέψη και μεστό λόγο, που είτε λόγω ειδικότητας είτε λόγω προσωπικού ενδιαφέροντος αναλαμβάνουν το ρίσκο να εκφέρουν δημόσιο λόγο και εν τέλει κερδίζουν δημόσιο χώρο, οφείλουν να κρατούν σε κάθε περίπτωση αλώβητο το κριτήριο του αυτοπροσδιορισμού - άλλως του μη ετεροπροσδιορισμού.

Αναγκαίες συνθήκες για αυτό είναι η ανεξάρτητη ανάλυση των γεγονότων και φυσικά η κατά το δυνατόν μηδενική εξάρτηση από κέντρα πολιτικής εξουσίας και γενικότερης ισχύος (επιχειρηματικής, μιντιακής κ.λπ.).Κρίσιμο δε χρονικό σημείο στην πορεία αυτού του αναλυτικού λόγου, ο οποίος φιλοδοξεί να φέρει τον μανδύα της ανεξάρτητης και αντικειμενικής άποψης, είναι εκείνο κατά το οποίο οι προσωπικές πολιτικές επιλογές καθίστανται κυρίαρχη τάση, ενώ μέχρι πρότινος ήταν μειοψηφούσες πολιτικά.

Ύστερα από εκείνο το χρονικό σημείο, ο δημόσιος αναλυτής οφείλει να εξακολουθήσει να πράττει ό,τι έπραττε μέχρι τότε. Να αναλύει τα πράγματα με γνώμονα τις ίδιες αξίες που έχει, τις γνώσεις, τις εξελίξεις και με βασικό άξονα την ελεύθερη σκέψη.Το ρίσκο της παρρησίας αυτό ζητάει. Δεν βολεύεται με δυναμικές κριτικές που μόλις το κλίμα αλλάξει αυτές αντικαθίστανται από χρωματιστά γυαλιά.

Απαιτεί συνέπεια στην κριτική, συνέχεια στην ανάλυση, αντίσταση στον ετεροπροσδιορισμό.Μία άσκηση ίσως δύσκολη για πολλούς, αλλά αναγκαία για τη δημοκρατία και τους πολίτες που - μέσα στις πολλές καθημερινές δυσκολίες - αναζητούν φωνές ενημέρωσης και αντικειμενικής ανάλυσης που δεν κρύβει κρίσιμες λεπτομέρειες, δεν στρουθοκαμηλίζει, δεν θωπεύει ανερμάτιστα και ανερυθρίαστα την εκάστοτε εξουσία, αλλά είναι εκεί για να δείχνει ένα δρόμο αναλυτικής σκέψης και ”γνώμης μετά γνώσεως”.Αυτός είναι ο λόγος που οι διάλογοι του Σωκράτη ήταν και παραμένουν πάντα τόσο επίκαιροι στην Ελλάδα και όχι μόνο.

Οι δημόσιοι διανοούμενοι ή όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιοι πρέπει πάντα να έχουν στο νου τους ότι απευθύνονται σε κοινό που πραγματικά ψάχνει την αντικειμενική ενημέρωση, αναζητεί τη σωστή πληροφορία, θέλει να διώξει από το πεδίο του τα πολιτικά φτιασίδια της εκάστοτε κατάστασης.Το ρίσκο των αναλυτών είναι αυτό ακριβώς. Να αποτυπώσουν την κατάσταση όπως είναι και όχι όπως θα ήθελαν οι ίδιοι να είναι ή όπως ενδεχομένως τους υπαγορεύουν άλλοι να πουν ότι είναι. Διότι αν μεν ισχύει το πρώτο, τότε μιλάμε για ρηχότητα σκέψης.

Αν δε ισχύει το δεύτερο, τότε μιλάμε όχι για για δημόσιους διανοούμενους ή αναλυτές, αλλά για πλήρως εξαρτημένους παίκτες του δημόσιου διαλόγου.Ίσως όλα τα παραπάνω να φαντάζουν ρομαντικές ή και αφελείς σκέψεις για ορισμένους. Για πολλούς άλλους όμως είναι η μόνη οδός προς το... ”αγαθό” κατά Σωκράτη. Προς την αλήθεια, για εμάς τους νεότερους. 

Σε τελική ανάλυση, αυτό που είναι ”ρίσκο” σήμερα, θα γίνει ”μνήμη” αύριο. Οι κατ′ επάγγελμα ινστρούκτορες δεν το βλέπουν. Οι εξ αντικειμένου επαγγελματίες του 24ώρου δεν το κατανοούν. Οι δημόσιοι αναλυτές οφείλουν να το αναλάβουν.Είναι η μοναδική πανοπλία για την προστασία της πνευματικής συνέπειας. Τελικά, είναι η μόνη συνταγή για τη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας.