Ο Πρωθυπουργός που αξίζαμε (;), όχι αυτός που χρειαζόμαστε

Εκεί είναι και η βαριά ευθύνη του κ. Αλέξη Τσίπρα. Γνωρίζει ο ίδιος ότι φέρει το βάρος μιας ολόκληρης χώρας και μια σημαντικής απόφασης που πρέπει να λάβει. Γνωρίζει ο ίδιος ότι εάν εμμείνει στη σημερινή του αντίληψη δεν έχει πρακτική ελπίδα. Ακόμα και στην απίθανη, πλέον, περίπτωση που ζήσει η Ελλάδα χάριν θαύματος, το θαύμα θα είναι τόσο μικρό και με τόσο μεγάλο κόστος που σύντομα θα καταρρεύσει πάλι. Γνωρίζει ότι ο ίδιος δεν ήταν έτοιμος να κυβερνήσει και στην πράξη έμαθε -με βαρύ κόστος για το λαό του- κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών.
|
Open Image Modal
Alkis Konstantinidis / Reuters

Παρατηρώντας τη διαδρομή του κ. Αλέξη Τσίπρα στην πολιτική τα τελευταία επτά χρόνια, διαπιστώνω ότι δεν έχει κατανοήσει πως δεν έχει σημασία ποιος είναι. Εκείνο που τον καθορίζει είναι οι πράξεις του. Και τώρα είναι η ώρα που καλείται να γίνει ήρωας ή να καταλήξει απόβλητος, δίνοντας την τελική λύση που η λογική υπαγορεύει.

Σε πρόσφατο άρθρο του, στο L' Obs (Nouvelle Observateur), ο Γάλλος συγγραφέας και σκηνοθέτης Ραφαέλ Γκλικσμάν «...αποκαλύπτει κάτι τρομερό για μια Αριστερά που θέλει να λέγεται "σύγχρονη": τη βαθιά της αδυναμία να προσαρμοστεί στην εποχή». Και δεν αναφέρεται στην Αριστερά που έχουμε εμείς στο μυαλό μας, τον ΣΥΡΙΖΑ [να μη λησμονούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρείται ακόμα για τη γαλλική διανόηση «extrême gauche» (άκρα Αριστερά)]. Πραγματεύεται πρωτίστως το σοσιαλισμό. Τελειώνοντας το πραγματικά ενδιαφέρον άρθρο του αναφέρει: «είναι καιρός να θέσουμε εκ νέου το κοινό συμφέρον στην καρδιά του προβληματισμού μας. Βρισκόμαστε στο έτος μηδέν του ευρωπαϊκού προοδευτισμού. Όλα πρέπει να εφευρεθούν από την αρχή».

Καταρρίπτοντας για άλλη μια φορά το δικό μας παγκόσμιο ρεκόρ κρίσης -επτά (7) έτη ύφεσης- για δυτική χώρα στον 21ο αιώνα, αντιμετωπίζοντας περιορισμό κεφαλαίων (capital controls), άρα ανελευθερία, ήδη για δεκαοκτώ (18) μήνες και συναισθανόμενος το σημείο υπό του μηδενός που βρίσκεται η ελληνική κοινωνία και η πραγματική οικονομία, η φράση «όλα πρέπει να εφευρεθούν από την αρχή» αισθάνομαι ότι χαρακτηρίζει απόλυτα την Ελλάδα. Το μεγάλο ερώτημα είναι ποιος και με ποιο τρόπο θα κάνει πράξη αυτή την αναγκαιότητα.

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επέδειξε μεγάλη γενναιότητα τον Αύγουστο του 2015, όταν έκανε τη μεγάλη στροφή προς τον ρεαλισμό. Κανείς εκτός από τον ίδιο, κι ίσως τους κοντινούς του ανθρώπους, δεν μπορεί να γνωρίζει τι ήταν αυτό που τον έκανε να λάβει τη συγκεκριμένη απόφαση. Μπορεί να ήταν η ίδια η συνειδητοποίηση του ότι πολλά απ' αυτά που έλεγε ήταν κενά περιεχομένου, μπορεί να ήταν η φωνή της λογικής που χτύπησε την πόρτα του, μπορεί να ήταν η γοητεία της εξουσίας, μπορεί να ήταν απλώς μια συζήτηση με την οικογένειά του. Ξέρετε μια απλή συζήτηση με τη γυναίκα και τα παιδιά του, την αναγνώριση ότι εκείνος μεγάλωσε σε μια ακμάζουσα Ελλάδα όπου οι γονείς του τού πρόσφεραν πολλά από εκείνα τα υλικά και πνευματικά αγαθά που σε άλλες περιοχές την ίδια περίοδο δεν φαντάζονταν. Κι ότι η Ελλάδα στην οποία μεγάλωσε δεν είχε σχέση με την Ελλάδα που σήμερα κατηγορεί.

Δυστυχώς, η επιλογή του Πρωθυπουργού σταμάτησε εκεί. Ο ίδιος και -λογικά- η πλειοψηφία των συμβούλων του προσπάθησαν έκτοτε να τετραγωνίσουν τον κύκλο. Με εμμονή στο γεγονός της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και την πιστή αντιγραφή πολιτικών πρακτικών των δεκαετιών του '70 και του '80. Kαι με αδυναμία εφαρμοσμένης πολιτικής, αφού η πολιτική τους κουλτούρα έρχεται σε πλήρη αντίθεση κι αντίφαση με την πολιτική τους πρακτική. Και κυρίως με το γεγονός ότι κοινός τους παρονομαστής μοιάζει επί του παρόντος να είναι η εξουσία κι όχι η ιδεολογία ή η ταύτιση απόψεων.

Η στρέβλωση έρχεται να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις όταν κανείς συναντά στην πράξη ένα από τα δεδομένα που οφείλουμε να έχουμε υπόψη μας: η συντριπτική πλειοψηφία των υπουργών του κ. Τσίπρα, σε σημαντικά υπουργεία, είναι οικονομικά ισχυροί και στην πράξη μέλη της άρχουσας τάξης που διαδραμάτισε ρόλο στη διαμόρφωση των τάσεων στην Ελλάδα τα τελευταία σαράντα χρόνια. Εκεί κάπου θα βρούμε ότι υπάρχει θεωρητική πίστη στον καπιταλισμό, εκεί κάπου θα βρούμε την αιτία που σκοντάφτει το σχέδιο διαμόρφωσης μιας νέας οικονομικής ελίτ. Υπάρχουν ήδη αναφορές. Έτσι αδυνατεί στην πράξη η υλοποίηση της αντιγραφής του σχεδίου της πρώτης διακυβέρνησης ΠαΣοΚ (1981-85), έτσι στην πράξη η καθημερινότητα χάνεται ανάμεσα στην υπερφορολόγηση, τον εκφοβισμό, τον καταναγκασμό και την αποτυχία σχεδόν σε όλους τους τομείς εφαρμοσμένης πολιτικής, έτσι στην πράξη μένουν στον αέρα πυροβολισμοί εναντίον συγκεκριμένων αδύναμων κρίκων με σκοπό την τροφή του αγριεμένου πλήθους.

Διότι το πλήθος πλέον είναι αγριεμένο. Το γεγονός ότι είναι εν υπνώσει είναι αποτέλεσμα περισσότερο της ανάγκης προσωπικής επιβίωσης παρά συνειδητής απόφασης. Και το πλήθος για να μην εξεγερθεί - αφού μια εξέγερση στην πράξη δεν συμφέρει κανέναν- θέλει εκτόνωση. Και στη δημοκρατία η μόνη νόμιμη εκτόνωση είναι η κάλπη. Εάν η κάλπη θα σημαίνει εκλογές ή δημοψήφισμα αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Αλλά η κάλπη μοιάζει να είναι η μόνη λύση.

Το γεγονός αυτό μοιάζει να έχει παγιωθεί στο μυαλό των κυβερνώντων. Παρόλο που υπάρχει η γενική αντίληψη ότι «αν και μένουμε μερικές εβδομάδες πριν από το τυπικό τέλος, το λογικό είναι να συμβεί ό,τι συνέβη μέχρι σήμερα, θα τη γλυτώσουμε». Με αυτή τη λογική πορεύεται η κυβερνητική πολιτική. Εντούτοις υπάρχουν δύο πραγματικοί φόβοι. Φόβοι που και η κυβέρνηση και οι σύμβουλοι του Πρωθυπουργού μοιάζουν να κατανοούν. Ο πρώτος φόβος αφορά στην πιθανότητα να βρεθεί λύση «αλλά χωρίς ρευστότητα (QE) και οριστική λύση του χρέους, με αποτέλεσμα το αργό τέλος να είναι μη αντιστρέψιμη εξέλιξη». Ο δεύτερος φόβος είναι η Ελλάδα να διαδραματίσει το ρόλο της Ιφιγένειας και πραγματικά να θυσιαστεί στο βωμό της σωτηρίας μια κάποιας Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σ' αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, σ' αυτή την αποδοχή του γεγονότος ότι χάσαμε, έρχεται η ουσία της φράσης που αφορά πλέον μόνο στην Ελλάδα «όλα πρέπει να εφευρεθούν από την αρχή». Οι σχέσεις της Ελλάδας μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια, η διατήρηση της στο ευρώ και η διαμόρφωση μιας νέας κοινωνίας και μιας νέας οικονομικής πραγματικότητας πρέπει να γραφτούν από την αρχή. Η επανεκκίνηση της Ελλάδας μέσα από ένα ελληνικό σχέδιο, με σεβασμό στις υπογραφές μας, τα διεθνή δεδομένα και την ελληνική ιδιαιτερότητα είναι ο μόνος δρόμος. Ο τρόπος της επανεκκίνησης είναι στα χέρια των πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας του τόπου.

Εκεί είναι και η βαριά ευθύνη του κ. Αλέξη Τσίπρα. Γνωρίζει ο ίδιος ότι φέρει το βάρος μιας ολόκληρης χώρας και μια σημαντικής απόφασης που πρέπει να λάβει. Γνωρίζει ο ίδιος ότι εάν εμμείνει στη σημερινή του αντίληψη δεν έχει πρακτική ελπίδα. Ακόμα και στην απίθανη, πλέον, περίπτωση που ζήσει η Ελλάδα χάριν θαύματος, το θαύμα θα είναι τόσο μικρό και με τόσο μεγάλο κόστος που σύντομα θα καταρρεύσει πάλι. Γνωρίζει ότι ο ίδιος δεν ήταν έτοιμος να κυβερνήσει και στην πράξη έμαθε -με βαρύ κόστος για το λαό του- κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών. Γνωρίζει πολύ περισσότερο ότι καλώς ή κακώς δεν είναι έτοιμος να γράψει το νέο βιβλίο που τόσο ανάγκη έχει η Ελλάδα. Γνωρίζει, επίσης, ότι εάν έχει κάποια ελπίδα να επανέλθει στο μέλλον στο πολιτικό στερέωμα της χώρας θα πρέπει να πάρει σημαντικές αποφάσεις.

Σ' αυτό το σταυροδρόμι είμαστε. Ανάμεσα στην απόφαση η οποία μπορεί να σημαίνει τη σωτηρία της πατρίδας και την αυτοκτονία της. Το βάρος στους ώμους του Πρωθυπουργού είναι τεράστιο. Θα κληθεί πολύ σύντομα να αποφασίσει. Και τότε μάλλον θα πρέπει πρωτίστως να κάνει αυτό που ελπίζουμε ότι έκανε τον Αύγουστο του 2015. Να κοιτάξει τα παιδιά του στα μάτια και να σκεφθεί σε τι Ελλάδα θέλει να μεγαλώσουν.