Αναμνήσεις από τη Χώρα των Ηττημένων (Ιούλιος, 2020)

Η επικράτηση των «κάκιστων»
|
Open Image Modal
Αθήνα - Καλοκαίρι 2020 - Φέτος ο Ιούλιος δεν γοητεύεται από τη μεσημεριάτικη εύθυμη συγχορδία των ακούραστων τζιτζικιών, ούτε από τη θαλασσινή αύρα που απλώνεται λυτρωτική, στα πυρωμένα αρμυρίκια και στα λιόδεντρα. Θέλει κι αυτός μερίδιο από τη θλίψη, τη μιζέρια και την κατήφεια των προηγούμενων μηνών, λες και προορίζεται να μείνει πιστός σ’ αυτό το έτος των δεινών.(AP Photo/Yorgos Karahalis)
ASSOCIATED PRESS

«Κόντρα σε όλον τον κόσμο, θα υπερασπίσω τον εαυτό μου, κόντρα σε όλον τον κόσμο θα αμυνθώ!... Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος και θα μείνω άνθρωπος ως το τέλος! Δεν συνθηκολογώ!...»

E. Ionescu, Ρινόκερος, (τελευταίος μονόλογος).

O Ibrahim  Narde* σε πρόσφατο άρθρο του στην Le  monde  diplomatique, σε μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή από τον Αριστοφάνη και την Αθήνα των κλασικών χρόνων, έως στον «Δικτάτορα» (1940) του Charlie Chaplin, (τη γνωστή κινηματογραφική, καυστική σάτιρα κατά του Χίλτερ ο οποίος δεκαεννέα χρόνια πριν, τον σκοτεινό Ιούλιο του 1919, είχε εκλεγεί πρόεδρος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος των Γερμανών Εργατών) κι από εκεί στο περίφημο βιβλίο του νομπελίστα Dario Fo «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» (1960), μας προτείνει τον όρο «Κακιστοκρατία». Και συνεχίζει παρατηρώντας το πολιτικό φαινόμενο του «Beppe» Grillo και του «κινήματος των πέντε αστέρων στην Ιταλία», αλλά και τον Trump, Bolsonaro, Orbán και Zelensky, σε Η.Π.Α, Βραζιλία, Ουγγαρία και Ουκρανία αντίστοιχα. Στόχος του να περιγράψει συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα αλλά και προσωπικότητες που στάθηκαν μοιραίες για την εποχή και την κοινωνία τους.

Προφανώς ετυμολογικά με ελληνική ρίζα, ο όρος αυτός φιλοδοξεί να λειτουργήσει κοινωνιολογικά, ως αντίποδας του ορισμού της αριστοκρατίας-πριν αυτός εκπέσει και αλλοιωθεί- και πάντα ως «πολιτικό παρόραμα» της δημοκρατίας. Η επικράτηση όμως των «κάκιστων» που παρατηρεί ο Narde, σε πολιτικό επίπεδο και σε διάφορες κοινωνίες και εποχές, είναι ευθέως ανάλογη αυτής στον καλλιτεχνικό, επιστημονικό και πνευματικό κόσμο, με τη διαφορά ότι η επίδραση στη διαμόρφωση της ιστορίας δεν είναι στις περιπτώσεις αυτές, άμεσα μετρήσιμη ή και εύκολα ανιχνεύσιμη από τον ιστορικό επιστήμονα ή μελετητή, παρότι προφανώς επιδρά σημαντικά στις κοινωνίες και στους πολιτισμούς.

Ενδεχομένως να μπορούσαμε να κάνουμε αρκετές διαπιστώσεις για τις επιπτώσεις αυτής της λεγόμενης «κακιστοκρατίας» που ξεπερνούν κατά πολύ αυτές του συμβατικού λαϊκισμού, να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για όσα έγιναν, και ίσως σε κάποιες περιπτώσεις να κάνουμε ακόμη και προβλέψεις έστω και σε περιορισμένη κλίμακα. 

Τι συμβαίνει όμως όταν ως τυχαίο γεγονός ή ως αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας και γιατί όχι φιλοδοξίας, επικρατούν οι «άριστοι» και ικανοί σε κάποιον από τους τομείς μιας κοινωνίας; Πόσο καθοριστική μπορεί να είναι η παρουσία και η δράση τους στην τελική διαμόρφωση του ρου της ιστορίας;

Στις 24/7/1923 ένας οραματιστής και ιδιοφυής πολιτικός ηγέτης, με φυσικό χάρισμα στις διαπραγματεύσεις και στην υψηλή διπλωματία, αλλά και με βαθιά γνώση της κλασικής παιδείας, κατάφερε το σχεδόν έκτοτε ακατόρθωτο: να καταλήξει σε μια διεθνή συμφωνία, η οποία ισχύει μέχρι τις μέρες μας, υπερασπιζόμενος τις εθνικές θέσεις μιας χώρας που είχε πρόσφατα ηττηθεί και μάλιστα με καταστροφικό τρόπο, επιβάλλοντας και ορίζοντας τα σύνορα δυο χωρών. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με την περίφημη συνθήκη της Λωζάνης, που σήμερα αμφισβητείται, καθόρισε την ιστορική πραγματικότητα μιας ολόκληρης περιοχής, ίσως από τις πλέον κρίσιμες και πολύπαθες της υφηλίου. Η Ν.Α Μεσόγειος και μεγάλο μέρος των Βαλκανίων θα είχαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα χωρίς την καταλυτική παρουσία αυτού του «άριστου» χειριστή της πολιτικής τέχνης, παρά τις επιμέρους αδυναμίες και τα πολιτικά ελαττώματά του.

Σήμερα αντίθετα, ενενήντα επτά χρόνια μετά, στις 24/7/2020 ένας άλλος πολιτικός ηγέτης, εξ’ ορισμού «κάκιστος», δεινός τακτικιστής και παραχαράκτης της ιστορίας, επιχειρεί με τον πιο ιταμό τρόπο να ανατρέψει την ιστορική συνθήκη της Λωζάνης, να καταργήσει την ισχύ της, άρα και τα όρια του κυριαρχικού χώρου των εμπλεκόμενων κρατών και να ξανά-γράψει (την) ιστορία, διαψεύδοντας με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο όλους τους «ειδήμονες περισπούδαστους αναλυτές» και υποτίθεται ειδικούς, που εδώ και χρόνια υποστηρίζουν (ύποπτα), πως η τουρκική διπλωματία διαμορφώνει τις θέσεις της ανάλογα με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις ή με βάση οικονομικά συμφέροντα και προς εσωτερική κατανάλωση. Αλήθεια δεν θα ήταν δείγμα θάρρους και αξιοπρέπειας οι γνωστοί θιασώτες της αποτυχημένης θεωρίας του «κατευνασμού του θηρίου», οι Τουρκολάγνοι προπαγανδιστές και οι γνωστοί και συνήθεις υπερασπιστές του τυφλού αντεθνισμού, να παραδεχθούν επιτέλους το πασιφανές σφάλμα τους;

Η οδυνηρή πραγματικότητα είναι πως η Τουρκική διπλωματία μετά το 1974 εφαρμόζει ένα σταθερό σχέδιο μακράς πνοής, που απλώς βρήκε στον σημερινό μεγαλομανή πρόεδρο της, τον καταλληλότερο εκφραστή της.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επιχειρώντας να αντικαταστήσει στη συνείδηση του τουρκικού λαού- ο οποίος δεν είναι άμοιρος ευθυνών- όχι μόνο τον γενάρχη του σύγχρονου τουρκικού κράτους Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ αλλά ακόμη και αυτόν τον ίδιο τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή- μετέτρεψε την Αγία Σοφία από (έστω) μουσείο, σε μουσουλμανικό τέμενος. Σε μια κίνηση πολιτικού συμβολισμού και πάντα στο πνεύμα των κακόγουστων κιτς εκδηλώσεων επιπέδου τηλενουβέλας καθημερινής προβολής, σαν αυτές που στο πλαίσιο της τηλεοπτικής διπλωματίας προβάλλονται σωρηδόν στην ελληνική τηλεόραση, διάβασε απόσπασμα από το κοράνι μέσα στο ναό της ορθοδοξίας και οικουμενικό θρησκευτικό σύμβολο. Η μοίρα του εν λόγω αλαζονικού και μεγαλοϊδεάτη πολιτικού που φιλοδοξεί τη νεκρανάσταση μιας έτσι κι αλλιώς θνησιγενούς αυτοκρατορίας, σε έναν κόσμο που η ισχύς των εθνών δεν προέρχεται αποκλειστικά από τη στρατιωτική και οικονομική ευρωστία, (και στα δυο άλλωστε πάσχει καταφανώς η Τουρκία), είναι προδιαγεγραμμένη και θα είναι ανάλογη όλων εκείνων των «κάκιστων» ηγετών, που κατά καιρούς ταλάνισαν λαούς και τους οδήγησαν στον όλεθρο και την αιματοχυσία. Από τη μια όμως, το γεγονός αυτό δεν τον καθιστά λιγότερο επικίνδυνο, ειδικά αν λησμονήσουμε τη ρήση του Θουκυδίδη: «Ουδείς μέχρι σήμερα έλαβε υπόψη του τη δικαιοσύνη, όταν μπορούσε ν’ αποκτήσει κάτι με τη βία»( Α’, 76), και από την άλλη κανείς δεν γνωρίζει το μέγεθος των δεινών που θα έχουν ήδη προκληθεί έως ότου αποκατασταθεί η ιστορική ισορροπία. Χωρίς ίχνος συστολής, στάθηκε στο κέντρο του μεγαλοπρεπούς ναού για τις απαραίτητες αναμνηστικές φωτογραφίες της πρωτοφανούς βεβήλωσης. Τα μαρμάρινα δάπεδα με τα σύμβολα της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας σκεπάστηκαν με μια ευτελούς αξίας πράσινη μοκέτα, τα περίφημα ψηφιδωτά καλύφθηκαν πρόχειρα με λευκά πανιά, και τις τεράστιες μαρμάρινες κολώνες έζωσαν καλώδια και σκαλωσιές. Όμως το ανέσπερο φως δεν αιχμαλωτίζεται. Ακόμα η βυζαντινή ψαλμωδία ηχεί θριαμβευτικά τη στιγμή του επινίκιου ύμνου, όσο κι αν παλεύει ο κακόμοιρος ιμάμης να την υπερκαλύψει, όσο κι αν πασχίζει η φωνή του να ακουστεί δυνατά, στα αλαλάζοντα πλήθη που συγκεντρώθηκαν για τη μεγάλη προσευχή της Παρασκευής, έξω από τον μαρτυρικό ναό. Και όχι, αγαπητοί «συμψηφιστές», ο ναός αυτός δεν ανήκει στους άρπαγες που ληστρικά τον κατέχουν ως λάφυρο, ούτε το χώμα της Ιωνίας το ιερό και μητρώο. Όσα για το αδιέξοδο δόγμα της «μονομερούς ειρήνης», τα ιστορικά παραδείγματα είναι συντριπτικά.

Κι από την Αγιά Σοφιά το σημαντικότερο μνημείο της χριστιανοσύνης που εκφράζει αρχιτεκτονικά ολόκληρη τη βαθύτερη φιλοσοφία της ορθοδοξίας, μείναμε με το ομώνυμο γήπεδο ποδοσφαιρικής ομάδας, που ετοιμάζεται και σύντομα θα παραδοθεί προς τέρψη των πολυάριθμων οπαδών της και την πνιγηρή ανάμνηση των χαμένων πατρίδων. Αυτός ο Ιούλιος όμως δεν παραδίδεται στη θερινή ραστώνη, που στην αλήστου μνήμης εποχή της «αλλαγής», κατέληγε στα περίφημα «μπάνια του λαού», περίοδο ανακωχής κάθε πολιτικής ή άλλης «εχθροπραξίας». Τώρα η παρακμάζουσα Χαριλάου Τρικούπη, και τα ερειπωμένα πλην ιστορικά γραφεία του «κινήματος», στοιχειώνει μια κάποια ανάμνηση των πάλε ποτέ μεγαλείων και μια βεβαιότητα της ξεθωριασμένης γοητείας.

Φέτος ο Ιούλιος δεν γοητεύεται από τη μεσημεριάτικη εύθυμη συγχορδία των ακούραστων τζιτζικιών, ούτε από τη θαλασσινή αύρα που απλώνεται λυτρωτική, στα πυρωμένα αρμυρίκια και στα λιόδεντρα. Θέλει κι αυτός μερίδιο από τη θλίψη, τη μιζέρια και την κατήφεια των προηγούμενων μηνών, λες και προορίζεται να μείνει πιστός σ’ αυτό το έτος των δεινών.

Αποκαλύψεις και εξοργιστικοί διάλογοι «κάκιστων», η ανάμνηση των νεκρών στο Μάτι Αττικής, η καταστροφική φωτιά πριν δυο χρόνια έναν περασμένο και τραγικό Ιούλιο και η αποφορά της συγκάλυψης ανάμεικτη με την τραγική ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού, οι απειλές και τα υπονοούμενα ένθεν κακείθεν κι όλα μαζί να πλανώνται πάνω από την απανθρακωμένη αξιοπρέπειά μας και την εθνική μας συνείδηση που καταποντίστηκε στα «αμφισβητούμενα» θαλάσσια σύνορα του Αιγαίου μαζί με την εντυπωσιακή πανσέληνο του «Κόκκινου Ελαφιού», μερικά μόλις μίλια μακριά από το τουρκικό ερευνητικό πλοίο Oruc Reis**.

Πορίσματα, παραπομπές, ειδικά δικαστήρια, θύτες και θύματα σε μια διχαστική, προ-εμφυλιακή ρητορεία, αδιέξοδη και ίσως μοιραία. Μισαλλόδοξοι «κάκιστοι», δογματικοί κι αμετανόητοι επικρατούν και δίνουν τον τόνο σε μια κοινωνία που συνήθισε την ήττα και συμβιβάστηκε στην ιδέα του ηττημένου. Από τη μια οι ορκισμένοι οπαδοί του άκρατου τεχνοκρατισμού και της αδυσώπητης οικονομίας της αγοράς, αυτοί που θεοποιούν τη στατιστική και την εφαρμοσμένη οικονομετρία κι από την άλλη οι «μονοφυσίτες» του φαντάσματος Aριστεράς, έγκλειστοι στον απολιθωμένο Περισσό ή στο «σιδηρούν παραπέτασμα» της Κουμουνδούρου μην τυχόν «κολλήσουν» τη θανατηφόρα ίωση της ελεύθερης σκέψης, της πολιτικής ευθυκρισίας, της άδολης αγάπης για την παράδοση και το έθνος.

Η διανόηση στο ίδιο μήκος κύματος, όταν δεν αυτοεξευτελίζεται με ίντριγκες, κλίκες και μηχανορραφίες, μοιράζει βραβεία χωρίς αντίκρισμα, τίτλους και οφίκια, σαν επιτροπή σε κάποια καλλιστεία του δήθεν, πνεύματος.

Η δικαστική εξουσία, κάθε άλλο παρά τυφλή και αδέκαστη, κλείνει πονηρά το μάτι στην πολιτική ηγεσία, με κίνδυνο να υπερκεράσει σε διαφθορά και διαπλοκή ακόμα κι αυτή την παρασιτική κάστα των εργολάβων της δημοσιογραφίας και των νεκροθαφτών της ενημέρωσης.

Ας μην απορούμε λοιπόν για τις τόσες «θλιβερές επετείους», όπως αυτή της εισβολής στην Κύπρο, στις 20 Ιουλίου του 1974 και την έναρξη ενός δράματος που ακόμα παραμένει άγος και όνειδος στην υποτιθέμενη αλληλέγγυα κατά τα άλλα Ευρώπη.

Είχε προηγηθεί μερικές μέρες πριν, το πραξικόπημα του θλιβερού Σαμψών και η απόπειρα ανατροπής του Μακαρίου, ενορχηστρωμένη από τους δικτάτορες των Αθηνών, που με αφορμή και αφετηρία τα Ιουλιανά του 1965, επέβαλαν την επταετή χούντα, το 1967. Τι ακολούθησε το γνωρίζουμε όλοι.

Η πτώση των τυράννων ήταν αναπόφευκτη, όπως την προέβλεψε δεικτικά ο Σεφέρης στο «Επί Ασπαλάθων» και ήρθε πάλι έναν Ιούλιο, εκείνον του 1974, με την εσπευσμένη επιστροφή του Καραμανλή από το Παρίσι. Η καταστροφή όμως είχε γίνει. Οι «κάκιστοι» στάθηκαν και πάλι μοιραίοι. Αιώνες περιφέρονται σαν δυσοίωνες σκιές, αξιοθρήνητες και αποτρόπαιες αναμνήσεις σε μια χώρα ηττημένων, που απλώς περιμένουν και ελπίζουν νοσταλγώντας το πάλαι ποτέ ένδοξο παρελθόν ενός περίλαμπρου και φωτισμένου λαού και ίσως τελευταία, ούτε καν αυτό.

Βρίσκουν πρόχειρο καταφύγιο στα θερινά σινεμά που μας υπενθυμίζουν βασανιστικά τους εμπνευσμένους στίχους του Λουκιανού, (φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια/ κάποιος μας τα κλέβει μυστικά…). Φέτος οι συναυλίες μετρημένες, εν μέσω κρουσμάτων, μασκών και μέτρων προστασίας, οι παραστάσεις αμήχανα άνευρες, εκτός μερικών εξαιρέσεων και μόνο κάποια δειλινά μελαγχολικά στα μικρά καφέ γύρω από την Πλάκα, με τους λιγοστούς τουρίστες ελέω κορονοϊού, συμφωνούν με το ημερολόγιο που δείχνει ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, που τόσο κούραζε τον Καρούζο και τον Παπατσώνη***. 

Και αφού μάγειρες, τηλεαστέρες και pop νεοείδωλα του πενταγράμμου έκαναν τον κύκλο τους στη φετινή τηλεοπτική πραγματικότητα και κάθε προσπάθεια προάσπισης της εθνικής μας ακεραιότητας βαφτίστηκε «μαξιμαλισμός» από όσους κινούνται στις παρυφές του προοδευτικού διεθνισμού με τα κεκτημένα τους όμως εξασφαλισμένα και τις καταθέσεις τους στο εξωτερικό, επανακάμπτει το Big Brother και μάλιστα με πρωταγωνιστή τον γνωστό σε όλους μας για την καθοριστική συμβολή του στα πολιτιστικά πράγματα (sic), πολύπειρο παρουσιαστή και μουσικοσυνθέτη της δεκαετίας του 1990. Ιούλιος, διαχρονικά κρίσιμος, αφήλιος κι Αηλιάτης, Διισωτήριος και Αλωνάρης, υπό το ανέκφραστο βλέμμα, του προδομένου Καίσαρα που γεννημένος κι αυτός στα μέσα Ιουλίου του 100 π.Χ, ακόμη ζητά εκδίκηση πριν παραδώσει τον «λόγο» στον επερχόμενο ηλιοκαμένο Αύγουστο. Αλήθεια θα επικρατήσει τελικά η ισχύς των «κάκιστων» ισχυρών, έναντι των δίκαιων αλλά μοιραία ηττημένων;

 

*Καθηγητής διεθνούς διπλωματίας στο πανεπιστήμιο του Tuffts (Η.Π.Α)

 **(1474–1518) Οθωμανός ναύαρχος αλβανικής καταγωγής. Γεννήθηκε στη Λέσβο.

***Αναφορά στα ποιήματα : «Πάει το καλοκαίρι επιτέλους!» και το «Εν ώρα θερινή», του Νίκου Καρούζου και του Τάκη Παπατσώνη αντίστοιχα.