Απολογισμός μιας προεδρίας

Θετικά και αρνητικά της προεδρίας Τραμπ και ένα ελληνικό υστερόγραφο
Open Image Modal
MANDEL NGAN via Getty Images

Αν ο Τραμπ θα επικρατήσει στις επικείμενες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, είναι πολύ νωρίς να το πούμε. Ο απολογισμός της θητείας του όμως είναι άλλη υπόθεση και μπορεί να επιχειρηθεί από τώρα. 

Ανεξαρτήτως των θυμικών αντιδράσεων που ο νυν πρόεδρος προκαλεί ένθεν και ένθεν, ένας νηφάλιος παρατηρητής οφείλει να παραδεχτεί ότι η θητεία αυτή υπήρξε σημαντική, ιδίως στο πεδίο όπου οι αντίπαλοί του του αρνούνται κάθε θετική επιρροή, αυτό της εξωτερικής πολιτικής. 

Ο Τραμπ άλλαξε αυτή την τελευταία όσο κανείς προκάτοχός του από την εποχή του Ρόναλντ Ρήγκαν.

Πρώτον, επειδή εξανάγκασε τόσο την επίσημη Ουάσιγκτον όσο και τους εθελοτυφλούντες συμμάχους της στην Ευρώπη να δουν και να ομολογήσουν το προφανές: ότι ο μεγάλος αντίπαλος ακούει στο όνομα Κίνα. Η σινοαμερικανική αντιπαράθεση θα είναι εκείνη που θα σφραγίσει τον 21ο αιώνα. 

Δεύτερον, επειδή δεν ξεκίνησε κανέναν καινούργιο πόλεμο, σαν τους καταστροφικούς των προκατόχων του που αποσταθεροποίησαν τη Μ. Ανατολή και τη Β. Αφρική και αφάνισαν μυριάδες ανθρώπους στο όνομα του εκδημοκρατισμού και της ελευθερίας. Ο Τραμπ αντιδρώντας επιτέλους στον κίνδυνο της υπερεπέκτασης των ΗΠΑ, αρνήθηκε τον ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα και ειρηνοποιού, αλλά και τη σχετική ανθρωπιστική ρητορική. Στη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε, την σύγκρουση με το Ιράν, κατόρθωσε με τον γνωστό τρόπο να αποφύγει τον πόλεμο αλλά και τη ρετσινιά ότι είναι ενδοτικός και υποχωρητικός. 

Τρίτον, επειδή έριξε το κύριο βάρος των ενεργειών του σε μια νέου τύπου διπλωματία, αυτό το ανορθόδοξο, συχνά και αναθεωρητικό deals making που τον χαρακτηρίζει και το οποίο έχει γνώμονά του όχι την εμπέδωση του ηγετικού ρόλου των ΗΠΑ παγκοσμίως, αλλά την εξυπηρέτηση των αμεσότερων ζωτικών τους συμφερόντων. Όπως και να το δει κανείς, οι ακροβατικοί χειρισμοί του στο θέμα της Β. Κορέας και η διαμεσολάβησή του για την εξομάλυνση των ισραηλινοαραβικών και κοσοβοσερβικών σχέσεων υπήρξαν επιτυχείς. Ίσως όχι τόσο επιτυχείς όσο παρουσιάζονται, ιδίως μάλιστα αν δεν επιβεβαιωθούν μεσομακροπρόθεσμα. Όμως προκάτοχοί του πήραν το Βραβείο Νομπέλ Ειρήνης για πολύ λιγότερα. Εξίσου αξιοσημείωτα είναι και τα κέρδη που απέφερε στις ΗΠΑ η επιθετική εμπορική και οικονομική διπλωματία του Τραμπ, η νέα συνθήκη με τον Καναδά και το Μεξικό λ.χ. ή οι υποχωρήσεις που φαίνεται ότι αποσπά από την Ε.Ε. 

Στα τρία αυτά σημεία, την ανάσχεση της κινεζικής ανόδου, την στρατιωτική απαγκίστρωση από τις εστίες των κρίσεων και την υποκατάσταση του ιδεολογικού οικουμενισμού από την εθνοκεντρική διπλωματία, κρίνω ότι η πολιτική του είναι πλέον αναντίστρεπτη. Κανείς διάδοχός του δεν θα μπορέσει στο ορατό μέλλον να αποστεί απ′ αυτήν, ανεξαρτήτως του τι λέει ή υπόσχεται δημόσια. 

Σημαντικές υπήρξαν βεβαίως και οι αποτυχίες του Τραμπ. Ωστόσο δεν συνιστούν αποκλειστική του ευθύνη. Η κυριότερη είναι στην αποκλιμάκωση της ρωσσοαμερικανικής έντασης. Η λυσσαλέα αντίσταση που συνάντησε από το αμερικανικό βαθύ κράτος, λόγω της οποίας απειλήθηκε μάλιστα με καθαίρεση, κατέστησε (για την ώρα;) την εξομάλυνση αδύνατη. 

Η εγκατάλειψη των Κούρδων της Συρίας, συνέπεια της ορθής κατ′ αρχήν αλλά αδέξια εκτελεσμένης απόφασής του να απαγκιστρώσει τις ΗΠΑ από τις αέναες συρράξεις της Μ. Ανατολής, επέφεραν μεγάλο πλήγμα στην αξιοπιστία της Ουάσιγκτον. Στις μεγάλες δυνάμεις, για να θυμηθώ τον Ελευθέριο Βενιζέλο, μπορεί να συγχωρείται η ”ατιμία”, όμως και αυτές καταβάλλουν τίμημα για την εγκατάλειψη των συμμάχων. 

Απέναντι στους υπερεθνικούς θεσμούς (ΝΑΤΟ, ΠΟΕ, ΠΟΫ, συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου κ.ά.) ο Τραμπ υιοθέτησε στάση πρακτικής αποδυνάμωσης και ιδεολογικής απονομιμοποίησής τους. Στην ουσία όμως δεν επέφερε αποφασιστική τομή. Θέτοντας πρώτο το εθνικό συμφέρον, απλώς επικαιροποίησε τον ορισμό του εθνικού συμφέροντος. Αν επί Ψυχρού Πολέμου, οι διεθνείς οργανισμοί αποτελούσαν μέσο εξυπηρέτησης των αμερικανικών συμφερόντων, το αργότερο με την ανάδυση της Κίνας άρχισαν πλέον σε διάφορα ζητήματα να τα βλάπτουν, δεσμεύοντας υπέρμετρα τις κινήσεις των ΗΠΑ. Ο Τραμπ δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να αναγνωρίσει την πραγματικότητα αυτή. Συχνά όμως υπέπεσε και ο ίδιος στην παγίδα της (αντίστροφης) ιδεολογίας, υπερτόνισε ρητορικά το America First προκαλώντας στο εξωτερικό αχρείαστες αντισυσπειρώσεις. Το μεγαλύτερο στίγμα της θητείας του είναι η απόσυρση των ΗΠΑ για λόγους καθαρά μικροπολιτικούς από τις ασθενικές, έστω, διεθνείς πρωτοβουλίες κατά της κλιματικής αλλαγής. 

Ο Τραμπ κατηγορήθηκε κατά κόρον, και κάποιες φορές ορθά, για την εγωκεντρική, ”χαοτική”, ”ερασιτεχνική” συμπεριφορά του στο διεθνές τερραίν. Όμως ήδη προεκλογικά είχε διευκρινίσει ότι θεωρεί το απρόβλεπτο της δράσης ενός πολιτικού, προτέρημα όχι μειονέκτημά του. Και πρακτικά δεν είχε άλλη επιλογή από το να παρακάμψει το κατεστημένο των διπλωματών, των στρατιωτικών και των πρακτόρων της Ουάσιγκτον που τον εχθρεύεται ανοιχτά και έκανε ό,τι μπορούσε για να τον υπονομεύσει. 

Γενικά, με τον Τραμπ η πολιτική ανατιμήθηκε, ανέκτησε τμήμα της ελευθερίας της απέναντι στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, τα μεγάλα συμφέροντα και τα ΜΜΕ. Το κράτος επαναβεβαίωσε το πρωτείο του απέναντι στην οικονομία, επιταχύνοντας την έξοδο του πλανήτη από τις ιδιοτελείς ψευδαισθήσεις που καλλιέργησε ο νεοφιλελευθερισμός. Εννοείται, ότι για όλα αυτά κατηγορήθηκε ως ”λαϊκιστής” από εκείνους που πιστεύουν αφελώς ή ιδιοτελώς ότι η πολιτική είναι μονόδρομος και ότι η διακυβέρνηση ενός κράτους πρέπει να συμμορφώνεται σε θέσφατα ή έξωθεν υποδείξεις. 

Δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά ότι ο Τραμπ έλυσε κάποιο από τα φλέγοντα κοινωνικά προβλήματα, όπως της σκανδαλώδους ανισοκατανομής του εισοδήματος. Με το σταμάτημα του outsourcing και τους εμπορικούς δασμούς ανακούφισε κάπως τα εργατικά στρώματα, όμως η φορολογική του σεισάχθεια ωφέλησε ασύγκριτα περισσότερο τα μεγάλα βαλάντια. Εντούτοις στον ίδιο τομέα οι προκάτοχοί του είχαν χειρότερες επιδόσεις. Και πάντως, θα ήταν παράδοξο να περιμένει κανείς από έναν δισεκατομμυριούχο μεγιστάνα να σηκώσει το λάβαρο της κοινωνικής δικαιοσύνης, όταν τα ίδια τα εργατικά και κεντροαριστερά κόμματα την έχουν εγκαταλείψει. 

Επί Τραμπ επιτάθηκε ασφαλώς και ο εθνικός διχασμός των Αμερικανών, βάθυνε η ψυχική τάφρος που χωρίζει τις ελίτ από τις μάζες, τα παράλια από τα μεσόγεια, τις μεγαλουπόλεις από την επαρχία. Όμως μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης βαραίνει σ′ αυτό τους αντιπάλους του. Ήταν η άνευ ορίων και όρων παγκοσμιοποίηση των τελευταίων δεκαετιών που, όπως και στην Ευρώπη, ενίσχυσε τις φυγόκεντρες δυνάμεις στο εσωτερικό της Αμερικής και εξασθένησε τις κεντρομόλους. Οι αμφιβολίες για την βαθύτερη συνοχή και αντοχή αυτής της αχανούς χώρας δεν ήταν ποτέ πιο έντονες απ′ ό,τι στις μέρες μας. 

Συνελόντι ειπείν, και για τα πλεονεκτήματα και για τα μειονεκτήματα, και για τα επιτεύγματα και για τις αποτυχίες του, ο Τραμπ υπήρξε ένας πρόεδρος σημαντικός. 

Ελληνικό Υστερόγραφο 

Λόγω της καλής προσωπικής σχέσης του Τραμπ με τον Ερντογάν, τα ελληνικά ΜΜΕ συστηματικά καλλιεργούν την εντύπωση ότι τα εθνικά μας συμφέροντα εξυπηρετούνται καλύτερα με μια νίκη του Τζο Μπάιντεν στις επερχόμενες εκλογές. Τα ίδια μέσα παραδόξως λησμονούν ότι στα πρώτα χρόνια της θητείας Ομπάμα, ο Τούρκος πρόεδρος ήταν το χαϊδεμένο παιδί της Ουάσιγκτον. Πράγματι, ο πρώην Αμερικανός πρόεδρος έκανε την συμβολική πρώτη του επίσκεψη στο εξωτερικό στην Τουρκία, ενώ η προσωπική του σχέση με τον Ερντογάν ήταν εξαιρετικά στενή. Το ίδιο αυτό διάστημα η Άγκυρα προβαλλόταν κατά κόρον από τη Δύση ως παράδειγμα ιδεατής σύζευξης μετριοπαθούς ισλαμισμού και δημοκρατίας και οι ΗΠΑ βοηθούσαν εμμέσως πλην σαφώς τον Ερντογάν στον αγώνα του να απαλλαγεί από τον οχληρό κεμαλισμό και το βαθύ κράτος – με την γνωστή κατάληξη. Και βεβαίως, επιδοτούσαν εμμέσως την επεκτατική του πολιτική με τις «αραβικές ανοίξεις» που αποσταθεροποίησαν συνολικά την περιοχή. 

Απεναντίας, επί Τραμπ παρακολουθήσαμε

α) μια ευθεία προσωπική επίθεση του ίδιου του Αμερικανού προέδρου κατά της τουρκικής οικονομίας το 2018 που βύθισε τη λίρα στα τάρταρα για το ζήτημα της φυλάκισης του πάστορα Μπράνσον,

β) την αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 και την σιωπηρή επιβολή εμπάργκο εις βάρος της σε σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα έκτοτε,

γ) την επίσημη αμερικανική υποστήριξη στο σχέδιο του EastMed που παρακάμπτει την Τουρκία και εξοργίζει την Άγκυρα αλλά και στις λοιπές τριγωνικές «συμμαχίες» που έχουν σαφή αντιτουρκική αιχμή. 

Φυσικά, όποιος κι αν είναι ο πρόεδρός τους, οι Αμερικανοί δεν είναι ακόμη έτοιμοι να παραιτηθούν από την Τουρκία. Η τραυματική εμπειρία της απώλειας του Ιράν επηρεάζει ακόμη τη στάση τους. Και όπως συνηθίζουν, απέναντι στον Ερντογάν έχουν μοιράσει τους ρόλους: στο αέναο παιχνίδι του good cop-bad cop, ο Τραμπ παίζει τον πρώτο, αφήνοντας τον δεύτερο στο Κογκρέσσο και το Στέητ Ντηπάρτμεντ. Τα υπόλοιπα είναι μύθοι ή φρούδοι πόθοι του ελληνικού πολιτικού επαρχιωτισμού. 

Πολύ μεγαλύτερη αξία θα είχε εδώ να δούμε τι θα σήμαινε μακροπρόθεσμα για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα η ευόδωση των δύο κεντρικών εξωτερικοπολιτικών επιδιώξεων του Τραμπ: της ισραηλινοαραβικής προσέγγισης αφενός και της ρωσσοαμερικανικής συνεννόησης αφετέρου. Είναι τυχαίο ότι και τα δύο αυτά ενδεχόμενα προκαλούν είτε τις έντονες διαμαρτυρίες είτε την βαθιά ανησυχία της Τουρκίας; Διότι η εξομάλυνση των σχέσεων του Ισραήλ με τις αραβικές χώρες πιθανότατα θα όρθωνε έναν αξεπέραστο φραγμό στη φιλοδοξία των Τούρκων να αναλάβουν την ηγεσία του σουννιτικού ισλάμ. Και ένα μακρόπνοο ρωσσοαμερικανικό modus vivendi στην περιοχή θα έβαζε πρόωρο τέρμα στην προσπάθειά τους να διεισδύσουν με όρους ηγεμονικούς τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στα Βαλκάνια και την Υπερκαυκασία. 

Αντιθέτως, μια επικράτηση Μπάιντεν θα επέφερε, σε ένα πρώτο στάδιο αν μη τι άλλο, την περαιτέρω επιδείνωση ή το οριστικό πάγωμα των σχέσεων Ουάσιγκτον-Μόσχας, άρα την στρατηγική αναβάθμιση της Άγκυρας στα μάτια και των δύο πλευρών. Και, εξίσου πιθανόν, την μείωση της αμερικανικής υποστήριξης στον Νετανιάχου, κύριο ανάχωμα κατά του ερντογανικού μεγαλοϊδεατισμού στην περιοχή.